της Μάχης Μαργαρίτη

Άλλη μία εθνική επέτειος πέρασε. Άλλη μία μαθητική παρέλαση έγινε. Μπροστά, οι σημαιοφόροι και οι παραστάτες. Οι άριστοι. Πίσω, με μια απόσταση να τους χωρίζει, όλοι οι υπόλοιποι. Οι μη άριστοι. Οι γραμμές, διακριτές. Αυτό δε σημαίνει, εξάλλου, ανταγωνισμός; Να ξεχωρίζουν οι πρώτοι από τους δεύτερους, η νίκη από την ήττα; Πώς νιώθουν, άραγε, όλα αυτά τα παιδιά στις «πίσω σειρές»; Τι συναισθήματα λύπης, πίκρας, θυμού, απογοήτευσης, μπορεί να γεννιούνται;

Το οικονομικό σύστημα είναι βασισμένο στον ανταγωνισμό, γράφει ο αμερικανός κοινωνικός επιστήμονας Άλφι Κον, μελετητής μεταξύ άλλων και του φαινόμενου του ανταγωνισμού στην εκπαίδευση, ενώ «το σχολείο, από τα πρώτα στάδιά του, μας εκπαιδεύει  όχι μόνο να θριαμβεύουμε πάνω στους άλλους, αλλά να τους βλέπουμε ως εμπόδια στην προσωπική μας επιτυχία». Αλήθεια δεν είναι; Ο «καλύτερος» θα κρατήσει τη σημαία. Για να πετύχει τον στόχο, πρέπει να πάρει άριστα 10. Αλλά για να πετύχει τον στόχο, πρέπει, επίσης, κανείς άλλος να μην πάρει άριστα 10. Το έπαθλο που βάζουν μπροστά στο παιδί, φωνάζει από μόνο του: «μόνο ένας μπορεί να με έχει». Άρα, αναγκαστικά εφόσον υπάρχει το έπαθλο, πρέπει να κερδίσει τους άλλους. Αν αυτά συμβαίνουν στο πιο «ανώδυνο» -θεωρητικά- δημοτικό σχολείο, τα πράγματα χειροτερεύουν στο γυμνάσιο. Εδώ τα έπαθλα πληθαίνουν: το απουσιολόγιο -αλήθεια, γιατί είναι έπαθλο το να καταγράφει ένας μαθητής τους απόντες συμμαθητές του;- το αριστείο για όσους έχουν πάνω από 18 και κάτι, το βραβείο για τον πρώτο της τάξης. Τα έπαθλα περιμένουν στο τέλος της διαδρομής όποιον κόψει πρώτος το νήμα των βαθμών. Για να κερδίσει ένας, όλοι οι άλλοι, αναγκαστικά, πρέπει να χάσουν. Παιδιά κρίνονται στα δέκατα της μονάδας, περιμένουν εναγωνίως να μάθουν «τι βαθμό πήραν οι άλλοι» -είναι και οι γονείς που ρωτάνε. Ο δρόμος για το έπαθλο είναι μακρύς. Στα «πεδία μάχης» σχολικών τάξεων, χέρια κουνιούνται ανυπόμονα όταν ο καθηγητής ρωτάει «ποιος ξέρει να απαντήσει;». Υπάρχουν και οι πιο διστακτικοί. Δεν είναι τόσο σίγουροι για την απάντηση, μάλλον την ξέρουν, μπορεί και να κάνουν λάθος, ας αφήσουν να το απαντήσουν αυτοί που πάντα ξέρουν τη σωστή απάντηση -ή αυτοί που έχουν αρκετή αυτοπεποίθηση για να δοκιμάσουν κι ας μην είναι σίγουροι. Μια λάθος απάντηση, εξάλλου, μπορεί να φέρει γέλιο, κοροϊδίες. Καλύτερα κρυμμένοι πίσω από τα μόνιμα σηκωμένα χέρια των καλών μαθητών, αυτών που δε διστάζουν, αυτών που έχουν πολλή αυτοπεποίθηση, αυτών που παίρνουν τους καλούς βαθμούς. Αυτών που είναι πρώτοι.

Ο συστημικός δομικός ανταγωνισμός, γράφει ο Κον στο βιβλίο του «No Contest» συνεπάγεται ένα πλαίσιο όπου οι τύχες μας είναι αρνητικά συνδεδεμένες. Πολύ απλά, «η επιτυχία μου, απαιτεί την αποτυχία σου». Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι πανελλαδικές εξετάσεις και η εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Λίγες θέσεις, πολλοί υποψήφιοι. Για να κερδίσουν κάποιοι, άλλοι πρέπει να χάσουν. «Το ίδιο φαινόμενο περιγράφεται συχνά ως ‘κατάσταση έλλειψης’: εφόσον πρέπει να σε κερδίσω για να πετύχω αυτό που θέλω, τότε αυτό που θέλω είναι εξ ορισμού σε έλλειψη.»

«Γύρω από τον ανταγωνισμό», γράφει ο αμερικανός συγγραφέας, «έχουν κατασκευαστεί μύθοι. Ο πρώτος είναι της ‘ανθρώπινης φύσης’». Λένε πολλοί ότι υπάρχει «υγιής» ανταγωνισμός -ο μαθητής δεν ανταγωνίζεται τους άλλους αλλά τον εαυτό του «για να γίνει καλύτερος». «Κάποιοι λανθασμένα υποστηρίζουν ότι υπάρχει ο ανταγωνισμός ‘με τον εαυτό σου’. Όμως, ο ανταγωνισμός απαιτεί αλληλεπίδραση. Συχνά, χρησιμοποιείται αυτή η φράση για να αποδείξει ότι ο ανταγωνισμός είναι αναπόφευκτος, ή καλοήθης. Πρόκειται για εννοιολογικό κόλπο, και όχι για ουσιαστικό ορισμό της λέξης. Ο ανταγωνισμός είναι μη επιθυμητός έμφυτα, και η φράση ‘υγιής ανταγωνισμός’ είναι στην πραγματικότητα εξ ορισμού αντίφαση. Αντί να χτίζει χαρακτήρα, ο ανταγωνισμός υπονομεύει την αυτοεκτίμηση και καταστρέφει σχέσεις.»

Ακούγεται πολλές φορές ότι χωρίς ανταγωνισμό θα χαθεί κάθε κίνητρο παραγωγικότητας. Σε μια μελέτη στην οποία κάνει αναφορά ο Κον, ζητήθηκε από κορίτσια 7-11 χρόνων να φτιάξουν «πρόχειρα» κολάζ. Σε κάποια ειπώθηκε ότι διαγωνίζονταν για βραβεία και σε κάποια όχι. Επτά καλλιτέχνες στη συνέχεια έκριναν τα κολάζ. «Τα παιδιά που διαγωνίζονταν έφτιαξαν κολάζ πολύ λιγότερο δημιουργικά από αυτά των παιδιών που δε διαγωνίζονταν». Τα παιδιά σε ανταγωνιστική συνθήκη έφτιαξαν έργα λιγότερο αυθόρμητα, λιγότερο σύνθετα, λιγότερο διαφοροποιημένα. Και υπάρχει και μια άλλη παράμετρος: σε νέα μελέτη για την Αμερικανική Ένωση Ψυχολόγων, φαίνεται ότι σπουδαστές από κατώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν χειρότερες επιδόσεις από σπουδαστές από ανώτερα στρώματα σε επίλυση προβλημάτων μόνο όταν ο στόχος που τους τίθεται είναι να ξεπεράσουν τους άλλους. Ο ανταγωνισμός, με άλλα λόγια, επιδεινώνει την κοινωνική ανισότητα.

«Δε χρειάζεται αποτίμηση της προόδου των μαθητών;» ρωτούν πολλοί. Αποτίμηση δε σημαίνει απαραίτητα βαθμοί. Αποτίμηση είναι και ένα τεστ με σχόλια και παρατηρήσεις του εκπαιδευτικού. Αποτίμηση είναι και οι σύνθετες εργασίες. Αφού όλα αυτά μπορούν να είναι αποτίμηση -και πιο ουσιαστική- γιατί χρειάζονται οι βαθμοί; Για να «είναι κίνητρο»; Κι όμως, μελέτες δείχνουν το αντίθετο. Η ψυχολόγος Μάργκαρετ Κλίφορντ υπέθεσε ότι ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι θα βοηθούσε μαθητές της πέμπτης δημοτικού να μάθουν κάποιες λέξεις. «Ωστόσο, αντίθετα με την πρόβλεψη, καμία επίδοση δε βελτιώθηκε», και παρότι ο διαγωνισμός φάνηκε να γεννά κάποιο ενδιαφέρον, αυτό ήταν κυρίως μεταξύ αυτών που νίκησαν. Πολλές μελέτες απέδειξαν ότι η συνεργασία έχει καλύτερα αποτελέσματα, μεταξύ αυτών το γνωστό πείραμα του Μόρτον Ντόιτς με φοιτητές του ΜΙΤ το 1948. «Η πιο πλήρης, όμως, μελέτη είναι η μετα-ανάλυση των Ντέιβιντ και Ρότζερ Τζόνσον και συναδέλφων τους το 1981. Μελέτησαν 122 έρευνες από το 1924 ως το 1980: οι 65 βρήκαν ότι η συνεργασία επιτυγχάνει καλύτερα αποτελέσματα από τον ανταγωνισμό, και 36 δε βρήκαν ουσιαστικές διαφορές. Καλύτερα αποτελέσματα της συνεργασίας από την ατομική εργασία έδειξαν οι 108, 6 το αντίστροφο, και 42 δε βρήκαν διαφορές. Σε κάθε πεδίο, και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Υπάρχουν προϋποθέσεις: Η συνεργασία είναι πιο αποτελεσματική όταν η ομάδα είναι μικρή και ο στόχος πιο σύνθετος και απαιτεί αλληλεξάρτηση», σύμφωνα με τον Άλφι Κον.

Πού έχει οδηγήσει η συστημική επιλογή της βαθμολόγησης των μαθητών; Πώς φτάσαμε σε έναν κόσμο υψωμένων χεριών που κουνιούνται πάνω από τον πιο συνεσταλμένο της τάξης που ποτέ δε θα βρει χώρο να ανθίσει; «Αντί να επιβραβεύουν αυτούς που έχουν αρχές και δε θα έκαναν οτιδήποτε για έναν βαθμό, επιβραβεύουν αυτούς που θα έκαναν τα πάντα, για κάτι ασήμαντο», είπε κάποτε ένα παιδί. Έτσι ραγίζουν οι καρδιές. Έτσι καταστρέφεται η αγάπη στη μάθηση.

Και καρδιές συνεχίζουν να ραγίζουν. Ανοίγοντας την τηλεόραση, παντού άνθρωποι διαγωνίζονται. Νέοι οι περισσότεροι, στην πραγματικότητα ψάχνουν για κάτι καλύτερο από το τίποτα που βλέπουν μπροστά τους. Και άλλοι τους κρίνουν. Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κρίνουν; Πώς μιλάνε με τον τρόπο που μιλάνε σε αυτούς που βρίσκονται μπροστά τους έχοντας επενδύσει τα πάντα σε αυτό που οι ίδιοι -για πολλούς εξηγήσιμους λόγους- βλέπουν ως «μοναδική τους ευκαιρία»; Πόσο αγριεύουν οι άνθρωποι όταν βλέπουν ένα «βραβείο τηλεοπτικού διαγωνισμού» ως μοναδική διέξοδο στο άνυδρο μέλλον τους και ταυτόχρονα ακούν να τους λένε πόσο «φυσικό πράγμα» είναι να ανταγωνιστούν τους άλλους; Σε τι μισανθρωπισμό οδηγεί ο αδυσώπητος, ανελέητος, ασταμάτητος ανταγωνισμός παντού;

«Η ζωή μας έχει γίνει ένα ατελείωτο συνεχές διαγωνισμών. Από τη στιγμή που χτυπά το ξυπνητήρι μέχρι τη στιγμή που μας ξαναπαίρνει ο ύπνος, από τη στιγμή που είμαστε βρέφη μέχρι τη μέρα που πεθαίνουμε, είμαστε απασχολημένοι να αγωνιζόμαστε να ξεπεράσουμε τους άλλους. Αυτή είναι η στάση μας στο σχολείο, στο πεδίο της ζωής, και πίσω στο σπίτι. Ακριβώς επειδή είμαστε βυθισμένοι μέσα σε αυτόν, εύκολα μπορούμε να μην τον αναγνωρίσουμε.» Επειδή ζούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που μας ωθεί να μετατρέπουμε τα πάντα σε ανταγωνισμό. Και κυρίως, να αποδεχόμαστε ότι «έτσι είναι η ζωή». Να αποδεχόμαστε να ραγίζουν καρδιές, αντί να εξεγειρόμαστε για αυτό.

Άλλη μία εθνική επέτειος πέρασε. Άλλη μία μαθητική παρέλαση έγινε. Μπροστά, οι άριστοι. Πίσω, με μια απόσταση να τους χωρίζει από τους μπροστά, «όλοι οι υπόλοιποι». Εκεί, στην τρίτη σειρά, ο μαθητής που προσπάθησε πολύ όλη τη χρονιά  -έβγαλε 19 κι οχτώ αλλά άλλοι έβγαλαν είκοσι κι έτσι δεν περίσσεψε «τιμητική θέση» για εκείνον. Και πιο πίσω, εκείνο το παιδί που κατεβάζει το φαγητό που περισσεύει στα γατιά της γειτονιάς του κι αγαπά όλα τα αδέσποτα. Στην άλλη σειρά, εκείνο το αγόρι, δεν του αρέσει να αποστηθίζει, ζωγραφίζει παντού, στην τάξη, στα περιθώρια των βιβλίων, στο γραφείο του, στα όνειρά του. Δίπλα, το παιδί που καθάρισε όλες του τις παλιές κασετίνες και τις γέμισε μπογιές και μολύβια για να τις στείλει «στα παιδιά που ήρθαν από τον πόλεμο». Κοντά του εκείνη η συμμαθήτριά του, έφυγε στο εξωτερικό με την οικογένειά της γιατί ο μπαμπάς δεν είχε δουλειά αλλά ξαναγύρισαν γιατί ούτε εκεί ήταν καλά, προσπαθεί να προσαρμοστεί ξανά, θέλει βοήθεια με τα μαθήματα, αλλά ακούει τους γονείς της να συζητάνε το βράδυ ότι δεν περισσεύουν για φροντιστήρια. Πιο εκεί, στην έκτη σειρά, εκείνο το κορίτσι, γυρίζει κάθε μέρα σπίτι, φτιάχνει κάτι για να φάει, βγαίνει να πάρει το μικρό αδελφάκι από το σχολείο και να το προσέχει μέχρι να γυρίσει αργά το απόγευμα η μαμά από τη δουλειά. Δίπλα, η φίλη του, η δική της μαμά έχει καρκίνο, οι δυο τους ζουν στο σπίτι, βοηθάει τη μαμά της με τις δουλειές και τα ψώνια γιατί εκείνη δε μπορεί τώρα. Και πιο πίσω, εκείνο το άλλο παιδί, ντρέπεται στην τάξη, κοκκινίζει, θέλει πιο πολύ χρόνο να σκεφτεί όταν ο καθηγητής το ρωτά, πάει να μιλήσει, αλλά κλείνει το στόμα πριν το ανοίξει γιατί χέρια κουνιούνται ανυπόμονα μπροστά και γύρω του για να δώσουν εκείνα την απάντηση. Να, λίγο πιο μπροστά, η συμμαθήτριά του που τον υπερασπίζεται όταν προσπαθεί να μιλήσει και φωνάζει στους άλλους να κατεβάσουν τα υψωμένα χέρια. Αυτοί είναι «οι υπόλοιποι». Οι «μη άριστοι». Αυτοί που δε θα βρεθούν μπροστά στην παρέλαση, μαζί με τους άριστους. Μπορεί να μη βρεθούν πουθενά αλλού μαζί με τους άριστους. Ή μπορεί να γίνει κάτι αληθινά ωραίο. Να μην τους ξεχωρίσουν ξανά από τους «άριστους». Να περπατήσουν κι εκείνοι μπροστά. Και μετά να πάνε πίσω, και να έρθουν οι άλλοι μπροστά. Μέχρι τη στιγμή που δε θα έχει καμία σημασία σε τι σειρά περπατά κανείς. Και τότε, όλα αυτά τα παιδιά, «οι υπόλοιποι», αντί να πικραίνονται, να λυπούνται, να θυμώνουν, να παραιτούνται, θα ξέρουν ότι κι εκείνα αξίζουν ακριβώς το ίδιο. Αλλά τότε, δε θα χρειάζεται πια παρέλαση.

Μοιράσου το άρθρο: