της Μάχης Μαργαρίτη

Οι εικόνες των ανθρώπων στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Οι καταυλισμοί. Τα σχοινιά της μπουγάδας ανάμεσα στις σκηνές. Τα άρρωστα παιδιά στις λάσπες. Η εικόνα της βάρκας με τους ανθρώπους, να μένει εκεί, στο νερό, λίγα εκατοστά από τη στεριά, σχεδόν ακούνητη -πώς γίνεται τα λεπτά να περνάνε και ταυτόχρονα να μοιάζει σαν ο χρόνος να μένει παγωμένος; Πώς γίνεται όσο πιο πολύ κοιτάς μια εικόνα, τόσο πιο πολύ να σου φαίνεται ότι δεν είναι αληθινή;

Στην προσπάθεια να βρεθεί μια λύση στο ζήτημα των προσφύγων και των μεταναστών, λένε πολλοί, με καλή προαίρεση, πρέπει να πρυτανεύσει η ηθική -να δούμε τους ανθρώπους που είναι μπροστά μας και ζητούν βοήθεια έτσι ακριβώς: σαν ανθρώπους που ζητούν βοήθεια. Και ανάλογα να πράξουμε. Να μιλήσει η ανθρωπιά. Δεν έχουν άδικο. Αλλά η ανθρωπιά μίλησε και πέντε χρόνια πριν, όταν κύμα αλληλεγγύης είχε σηκωθεί για τους χιλιάδες που έφταναν ζητώντας κάτι καλύτερο από αυτό που είχαν. Να, όμως, που βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια -δυνάμει- ανάλογη κατάσταση. Και το ερώτημα είναι, πρόκειται μόνο για ηθικό καθήκον; Ή, μήπως χρειάζεται να συζητηθούν μια σειρά από καταφάσεις που μονοπωλούν το προσκήνιο;

«Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία για το προσφυγικό δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί». Ο λόγος για τη συμφωνία του 2016 ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση -δηλαδή και την Ελλάδα- και την Τουρκία, για το ζήτημα προσφύγων-μεταναστών. Τι προέβλεπε; Ότι η Τουρκία θα παίρνει πίσω Σύρους πρόσφυγες από την Ελλάδα, και «για κάθε για κάθε Σύρο ο οποίος θα επιστρέφει στην Τουρκία από τα ελληνικά νησιά, ένας άλλος Σύρος θα επανεγκαθίσταται από την Τουρκία στην Ε.Ε., με προτεραιότητα βασισμένη στα κριτήρια του ΟΗΕ.» Στην πράξη, η Ευρώπη δεν ήθελε τους πρόσφυγες, και έδωσε χρήματα και ανταλλάγματα σε Τουρκία και Ελλάδα για να αναλάβουν «τη φύλαξη». Και μετέτρεψε πρόσφυγες και μετανάστες, ανθρώπους, δηλαδή, σε ανταλλάξιμες μονάδες: «φέρε τόσους, πάρε πίσω τόσους, δώσε άλλους τόσους». Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καλούσε το 2016 τις ελληνικές αρχές να επιδείξουν προσοχή, ώστε η εφαρμογή της συμφωνίας «να μην οδηγήσει σε προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών και προσφύγων», αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση «να μη μετακυλίει τη νομική και ηθική ευθύνη της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης στην Ελλάδα». Πολιτικές δυνάμεις και οργανώσεις προειδοποιούσαν από τότε για τις συνέπειες της συμφωνίας. Αλλά, ως συνήθως, εξαρτάται από το τι μετράει ο καθένας. Έλεγαν το 2017 οι Γιατροί χωρίς Σύνορα, «καθημερινά οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που εργάζονται με τους αιτούντες άσυλο και τους μετανάστες στην Ελλάδα γίνονται μάρτυρες των επιπτώσεων της συμφωνίας στην υγεία και την προστασία των ανθρώπων και διαπιστώνουν ότι οι συνέπειες είναι φρικτές και απάνθρωπες». Το 2018, η Διεθνής Αμνηστία μιλούσε για μια τραγωδία ανθρωπιστική, νομική και πολιτική, «με τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. να παρουσιάζουν τη Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας ως επιτυχή, εξακολουθώντας να μην παραδέχονται ότι πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο εξαναγκάζονται να διαβιούν υπό συνθήκες αθλιότητας στα νησιά, οι οποίες συχνά οδηγούν σε εντάσεις μεταξύ προσφυγικών και ντόπιων πληθυσμών». Όμως, κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέχιζαν «να μη δέχονται αρκετούς αριθμούς Σύρων προσφύγων που βρίσκονταν ήδη στην Τουρκία», όπως έγραφε η γερμανική Ντόιτσε Βέλε μόλις πριν από λίγες μέρες. Έπρεπε να φτάσει το 2020 για να παραδεχτεί ο φερόμενος ως αρχιτέκτονας της συμφωνίας Γκέραλντ Κνάους ότι «αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν το αλλάξει αυτό σύντομα η συμφωνία θα καταρρεύσει». Αλλά οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ήθελαν να δεχτούν πρόσφυγες, και συνεχίζουν να μη θέλουν. Ελλάδα και Τουρκία έμειναν ουσιαστικά να διαχειριστούν το προσφυγικό ζήτημα. Και το αποδέχτηκαν. Σε αυτό το σημείο, όμως, γεννιούνται νέα ερωτήματα.

«Αυτοί που έρχονται δεν είναι όλοι από τη Συρία». «Είναι και από Αφγανιστάν, Ιράκ και άλλες χώρες», ακούγεται συχνά. Μόλις τον περασμένο μήνα έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian για την κατάσταση στο Αφγανιστάν: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες έριξαν τον αριθμό-ρεκόρ των 7.423 βομβών και άλλων πυρομαχικών το 2019, τις περισσότερες από τότε που κρατά αρχείο το Πεντάγωνο το 2006, αντανακλώντας μια προφανή προσπάθεια να αναγκάσουν τους Ταλιμπάν σε παραχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οκταπλάσια αύξηση από το 2015. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, οι ΗΠΑ ευθύνονται για τους μισούς από τους 1.149 θανάτους αμάχων που αποδίδονται σε φιλοκυβερνητικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν τα πρώτα τρία τέταρτα του 2019. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι Ταλιμπάν ευθύνονται για 1.207 θανάτους αμάχων. Τον περασμένο Ιούλιο, ο ΟΗΕ κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό θανάτων αμάχων σε έναν μόνο μήνα από τότε που ο οργανισμός άρχισε να καταγράφει απώλειες αμάχων στο Αφγανιστάν το 2009.» Και, σε άρθρο της ίδιας εφημερίδας το 2018: «‘Τρελά νούμερα’: οι θάνατοι αμάχων από αεροπορικές επιδρομές σχεδόν διπλασιάστηκαν σε έναν χρόνο. (Βρετανοί) βουλευτές είπαν ότι τα νούμερα ήταν ‘πολύ ανησυχητικά’ και γεννούν ερωτήματα για τη διαφάνεια των νομικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί το υπουργείο Άμυνας για να καθορίζει αν ένα άτομο είναι μαχητής του Ισλαμικού Κράτους». Δηλαδή, βόμβες πέφτουν κατά των εξτρεμιστών, αλλά μπορεί να πέφτουν και σε άμαχους ανθρώπους. Πέρα από το ότι χρειάζεται ανάλυση για το πώς και γιατί γεννήθηκε και γιγαντώθηκε ο εξτρεμισμός στις χώρες αυτές, το σίγουρο είναι ότι, «σε μια προσπάθεια να πολεμήσουν την τρομοκρατία, οι δυνάμεις χρησιμοποιούν αεροπορικά όπλα εναντίον ομάδων που θεωρούν απειλή και, κάνοντας αυτό, σκοτώνουν έναν φρικτά μεγάλο αριθμό αμάχων». Ήταν τα λόγια του Ιέιν Όβερτον, εκτελεστικού διευθυντή της Δράσης ενάντια στην Ένοπλη Βία, στο ίδιο άρθρο. «Ο πόλεμος προελαύνει στις πόλεις», έλεγε, και δεν έχει σημασία ποια χώρα ή δυνάμεις ηγούνται της επίθεσης. «Το αποτέλεσμα για τους άμαχους που δέχονται επίθεση είναι πάντα απελπιστικό.»

«Η Τουρκία φταίει». Η Τουρκία έχει αυτή τη στιγμή στο έδαφός της σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες, τους περισσότερους στον κόσμο. Υποστηρίζει ότι ενώ η ίδια τήρησε τη συμφωνία -δηλαδή, κράτησε στο έδαφός της εκατομμύρια ανθρώπους- η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις που απέρρεαν από τη συμφωνία του 2016. Από την άλλη, η τουρκική διοίκηση επεμβαίνει άμεσα στρατιωτικά στη Συρία, και αυτό έχει συνέπειες: δεν είναι τυχαίο ότι η απόφαση για «άνοιγμα των συνόρων» λήφθηκε μετά τις πρόσφατες στρατιωτικές απώλειες που είχε στην Ιντλίμπ, στο πλαίσιο των γεωστρατηγικών της επιδιώξεων. Στα μέτωπα, όμως, όπου εμπλέκεται, εμπλέκονται και άλλοι. Η Συρία βρίσκεται εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια σε πόλεμο, στον οποίο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται δυτικές κυβερνήσεις και συμφέροντα, Τουρκία, Ρωσία και άλλοι παράγοντες και χώρες. Σε μέτωπα όπου επεμβαίνει η Τουρκία -η Λιβύη είναι ένα ακόμα παράδειγμα- επεμβαίνουν και άλλες δυνάμεις και οργανισμοί που προωθούν τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Και οι πολεμικές βιομηχανίες δουλεύουν, όπλα εξάγονται σωρηδόν, ορυκτοί πόροι μοιράζονται με τους νόμους των ισχυρών. Η Ελλάδα συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, έχει ξένες βάσεις στο έδαφός της, και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γίνεται ακόμα λόγος για «εργαλειοποίηση» του προσφυγικού από την Τουρκία. Είναι προφανές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η ύπαρξη των προσφύγων για να τεθεί πίεση σε πολλές πλευρές. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόσφυγες και μετανάστες δεν είναι «πιόνια» και «μαριονέτες» -επειδή μια τέτοια θεώρηση τους στερεί την ιδιότητα του υποκείμενου. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν «ανήκουν» σε κανέναν. Προέρχονται από συγκεκριμένες συνθήκες, με συγκεκριμένα αίτια, με ανάγκες και προσδοκίες.

«Οι ανήλικοι που έρχονται δεν είναι ανήλικοι, είναι 17χρονοι άντρες και μεγαλύτεροι.» 17χρονοι, άρα ικανοί να επιβιώσουν μόνοι τους. Τους «δικούς μας» 17χρονους και 18χρονους, όμως, τους συνοδεύουμε στις πόλεις όπου βρίσκονται οι σχολές τους για να τους βρούμε σπίτι, τους στέλνουμε φαγητό σε τάπερ, αν μένουν μαζί μας τους πλένουμε τα ρούχα και τους δίνουμε χαρτζιλίκι. Αν είναι «δικοί μας» νέοι χρειάζονται στήριξη και βοήθεια -αν είναι ξένοι, είναι ικανοί να επιβιώσουν ολομόναχοι και δε χρειάζονται φροντίδα από κανέναν;

Πρόσφυγες και μετανάστες μετακινούνται μαζικά τα τελευταία χρόνια. Δεν έρχονταν πριν από την έναρξη των αλλεπάλληλων επεμβάσεων στις χώρες τους. Φτάνουν στην Ελλάδα προφανώς λόγω γεωγραφίας και μάλλον όχι λόγω επιλογής. Τη θεωρούν «το πέρασμά τους» σε μια ζωή μακριά από βόμβες, πόλεμο, οικονομικές κυρώσεις και την καταστροφή που όλα αυτά φέρνουν. Εγκλωβίζονται στην Ελλάδα, επειδή αυτό προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συμφωνίες, και στη συνέχεια εγκλωβίζονται στα νησιά αντί να μετακινούνται οργανωμένα στην ενδοχώρα σε ανθρώπινες συνθήκες. Τοπικές κοινωνίες πιέζονται δυσανάλογα, αναβαθμίζεται ο ρόλος στρατού και αστυνομίας, «ταΐζεται» ο ρατσισμός και ο εθνικισμός.

Αναρωτιέται κανείς, γιατί οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντί να δίνουν χρήματα στην Ελλάδα προκειμένου να αναλάβει η ίδια τις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, δεν ανοίγουν οι ίδιες τα σύνορά τους; Γιατί δεν καταργούνται οι συνθήκες και συμφωνίες που εμποδίζουν τη μετακίνηση προσφύγων και μεταναστών προς τις ευρωπαϊκές χώρες, και αναλαμβάνει η Ελλάδα τον ρόλο του φρουρού ανθρώπων για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης -ρόλο που από την άλλη πλευρά έχει αναλάβει και η Τουρκία; Γιατί δε δέχονται τα ευρωπαϊκά κράτη πρόσφυγες και μετανάστες, ανάλογα με τις δυνατότητές τους; «Έχουμε χώρο!» φώναξαν προχθές στο Βερολίνο χιλιάδες διαδηλωτές, ενάντια στην κυβέρνησή τους, ζητώντας να ανοίξει η Ευρώπη τα σύνορά της.

Ακούμε για «κλειστές δομές» με «κάρτες ελέγχου μετακίνησης», και «ακατοίκητα νησιά». Βλέπουμε ανθρώπους να μας κοιτούν με τα χέρια τυλιγμένα στα συρματοπλέγματα, και αναρωτιόμαστε ποιος κινδυνεύει από ποιον: εμείς από τον κορονοϊό, για παράδειγμα, που λέγεται ότι μπορεί να φέρουν, ή αυτοί, που ζουν σε άθλιες συνθήκες σε καταυλισμούς, από εμάς αν τους μεταδώσουμε ένα τέτοιο παθογόνο; Αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να είναι «εισβολείς» άοπλοι άνθρωποι από την άλλη πλευρά των συνόρων. «Είναι οπλισμένοι», ακούγεται από τηλεοράσεις. Το «είναι οπλισμένοι» γρήγορα μετατρέπεται σε «έχουν μαχαίρια». Πόσοι έχουν μαχαίρια -μαχαίρι είναι κι ο σουγιάς-, ποιος είπε ότι έχουν μαχαίρια, το είπε κάποιος, ποιος είναι αυτός ο κάποιος, «άνοιξαν τις φυλακές», ποιος το λέει, το λέει κάποιος περπατώντας γρήγορα κοντά στα σύνορα, άγνωστος, ποιος τις άνοιξε, πού, ήταν φυλακές ποινικών, ήταν χώροι κράτησης μεταναστών, κανείς δεν ξέρει, λόγια ακούγονται στον αέρα, με πολεμικές μουσικές να παίζουν από πίσω.

Κι ένα παιδί στο μεταξύ πνίγηκε. Θα είναι ένα από αυτά που ακολουθούν τον παπα-Στρατή της Λέσβου, πάνω από τα συρματοπλέγματα, σε εκείνο το συγκλονιστικό σκίτσο του Γιάννη Αντωνόπουλου, τότε, το 2015, που μοιάζει τόσο κοντινό και τόσο μακρινό μαζί. Τότε, που ένα κίνημα αλληλεγγύης έδειχνε τι σημαίνει αγάπη χωρίς διακρίσεις. Κι αν τα πράγματα δυσκόλεψαν, ο σπόρος υπάρχει ακόμα, είναι σίγουρο. Ούτε αδιέξοδα υπάρχουν. Το ερώτημα είναι, αρκεί η ατομική ή συλλογική ηθική;

Όσο κι αν δακρύζουμε, συγκλονιζόμαστε και απλώνουμε το χέρι σε αυτούς που φτάνουν, άνθρωποι θα συνεχίσουν να ξεσπιτώνονται, να αφήνουν τους τόπους τους, και να τρέχουν μακριά από τις βόμβες που σφυρίζουν πάνω από τα κεφάλια τους και τη φτώχια που φέρνουν οι συγκρούσεις. Όσο παραμένουν τα αίτια που γεννούν τον πόλεμο και τον εκτοπισμό ανθρώπων, τίποτα δε θα σταματήσει. Σε συζητήσεις, όταν κάποιος πει πως οι άνθρωποι φεύγουν με έναν σάκο στο χέρι ρισκάροντας ακόμα και τη ζωή τους εξαιτίας αυτού που βιώνουν στις χώρες τους, πολύς κόσμος λέει, «δίκιο έχουν κι αυτοί, αλλά κι εμείς τι να κάνουμε;». Κρατώντας την ανθρωπιά, αυτό που γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο είναι πως τίποτα δε μπορεί να λυθεί χωρίς πολιτική: και αυτό σημαίνει επιλογή και απόφαση -με ποιους θα είμαστε και ποιους θα αφήσουμε. Θα είμαστε με το άδικο, αυτούς που αδικούν, τον πόλεμο, και τη σταδιακή συναισθηματική απονέκρωση, ή θα είμαστε με το διεθνές δίκαιο, τους αδικημένους, την ειρήνη και την ανθρωπιά;

 

φωτογραφία: Ορέστης Παναγιώτου, ΑΠΕ/ΜΠΕ

 

Μοιράσου το άρθρο: