του Νάσου Μπράτσου

Πολλές φορές σε συνεντεύξεις Ελλήνων προσφύγων της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που έχουν ήδη παρουσιαστεί μέσα από το βιβλίο «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», έχουν καταγραφεί οι μαρτυρίες όσων φιλοξενήθηκαν στην Αιθιοπία. Η συγκεκριμένη χώρα, υπενθυμίζουμε ότι ήταν ιδιαίτερα φιλική προς τους Έλληνες πρόσφυγες και σε πολλούς παραχωρήθηκαν σπίτια, ειδικά στη συνοικία Casa Popolare, που διέμεναν οι Ιταλοί πριν την εκδίωξή τους. Πριν αναζητήσουμε τους λόγους της ιδιαίτερα καλής στάσης, ας θυμηθούμε κάποια αποσπάσματα από συνεντεύξεις τους.

Μαρίκα Λουρίδα: «Εκεί μείναμε στη συνοικία Casa Popolare, που έμεναν οι Ιταλοί πριν τους διώξουν οι Αιθίοπες. Μέναμε σε σπίτι και η μητέρα μου ήταν μοδίστρα στη βασίλισσα. Με τους ντόπιους είχαμε καλές σχέσεις, είχαμε παρακολουθήσει και γιορτές τους, με χορούς, κλπ

Όταν τελείωσε ο πόλεμος και ήρθε η ώρα της επιστροφής, ο Χαϊλέ Σελασιέ μας πρότεινε να μείνουμε μερικά χρόνια και με καλή αμοιβή, αλλά η νοσταλγία του πατέρα μου δεν μας άφησε να μείνουμε. Φεύγοντας ο Σελασιέ, έδωσε σε κάθε άτομο από ένα τσουβάλι με καφέ και ένα τσουβάλι με ρύζι»

Στέλλα Λουρίδα: «Πήγα στο σχολείο και επειδή ήμουν καλή μαθήτρια, μου έκαναν δώρο δύο σκουλαρίκια, το ένα το έχω ακόμα. Στο σχολείο ήταν μόνο ελληνόπουλα. Παίζαμε όμως και με τα μαυράκια και γενικά τα πηγαίναμε καλά. Μαγειρεύαμε σπίτι και γενικά η διατροφή μας είχε πολύ κοτόπουλο και το σχολιάζαμε ότι εμείς τρώμε καλά, ενώ άλλοι πεινούσαν. Η μάνα δούλευε μοδίστρα στο παλάτι του Χαϊλέ Σελασιέ, έραβε ρούχα της βασίλισσας και θυμάμαι που μας έπαιρναν με αυτοκίνητο για να μας πάνε από το σπίτι στο παλάτι. Μάλιστα επειδή η μάνα μου ήξερε από βότανα – μαντζούνια, έφτιαχνε και έπιναν στο παλάτι για να αντιμετωπίσουν μικροπροβλήματα υγείας και ήταν αγαπητή. Είχαμε παρακολουθήσει και τοπικές εκδηλώσεις του γηγενούς πληθυσμού.

Όταν ήταν να φύγουμε, ο Σελασιέ πρότεινε πεντάχρονη παραμονή της οικογένειας για να συνεχίσει τη δουλειά της η μητέρα μου ως μοδίστρα και μετά επιστροφή με τα ναύλα πληρωμένα. Αρνήθηκε ο πατέρας μου που ήθελε να γυρίσουμε. Ο Σελασιέ μας έδωσε και δώρο ένα μεγάλο τσουβάλι με καφέ».

 

Ο Χαϊλέ Σελασιέ επισκέπτεται Έλληνες πρόσφυγες

Ελευθερία Πορτέλλου – Φράγκου: «Ο Χαϊλέ Σελασιέ ο αυτοκράτορας ζήτησε να πάρει 3.000 πρόσφυγες είχε σε εκτίμηση τους Έλληνες κάποτε είχε ακουστεί ότι τον είχαν φιλοξενήσει και τους αγαπούσε. Ήμουν στους πρώτους 1.500. Μας πήγαν στο λιμάνι του Τζιμπουτί, ήταν εκεί και άλλοι πρόσφυγες και μας βοήθησαν Έλληνες που ζούσαν εκεί πριν τον πόλεμο και είχαν κάνει παροικία.

Στην πρωτεύουσα την Αντις Αμπέμπα, υπήρχαν σπίτια που είχαν φτιάξει οι Ιταλοί πριν τους διώξουν και μας έβαλαν να μείνουμε σε αυτά. Μέναμε στη συνοικία «Κάζα Ποπολάρε». Οργανώθηκε και σχολείο αρχικά με δάσκαλο τον Κάπελα (παρατσούκλι του Κουτσουφλάκη που ήταν δραστήριος κομμουνιστής από την Ικαρία). Εγώ είχα βγάλει το δημοτικό στην Ικαρία και ξεκίνησα να ράβω. Επειδή οι Ιταλοί δεν ήθελαν να μάθουν τέχνες στους ντόπιους που τους είχαν σαν δούλους, ο Χαϊλέ Σελασιέ μας ενθάρρυνε να ασκήσουμε τα επαγγέλματα που ξέραμε και να μαθαίνουν και οι ντόπιοι. Έτσι ράφτες, τσαγκάρηδες, κλπ αρχίσαμε να δουλεύουμε και περάσαμε καλά. Ο πατέρας μου φρόντιζε τον κήπο του αυτοκράτορα, άνοιξε και ένα μαγαζάκι και στην αρχή μας έδινε επίδομα ο Ερυθρός Σταυρός για να καλύψουμε τις ανάγκες σίτισης. Από εκεί έφερα και τη ραπτομηχανή που με αυτή σπούδασα τα παιδιά μου. Ο Σελασιέ ήθελε να μείνουμε μόνιμα, αλλά αντιδρούσε ο πατέρας μου που δεν ήθελε να παντρευτώ μαύρο, αν και τους αγαπούσε, αλλά δεν ήθελε να «ανακατευτούμε» χρωματικά με παιδιά μιγάδες. Αν μέναμε θα ζούσαμε «πριγκηπικά». Φτιάξαμε και κοπάδι με 30 κατσίκια με βοηθό ένα 13χρονο αραπάκι χωρίς γονείς τον Κατίρ, που κάποια μέρα πήγε να μας κλέψει το κοπάδι με άλλον ένα και πρόλαβε την τελευταία στιγμή ο πατέρας μου και το γλίτωσε, αλλά τον έδιωξε. Μετά από αυτό, ερχόταν και του πέταγα φαγητό από το παράθυρό μου.

Το 1946 και προηγήθηκε αποχαιρετιστήριο γεύμα από το Χαϊλέ Σελασιέ στους πρόσφυγες, με στολισμένο το αυτοκρατορικό μέγαρο, με σερβίτσια χρυσά και ασημένια (των Ιταλών ήταν) με γκαρσόνια να μας σερβίρουν, με μπάντα από μαύρους να παίζει τον ελληνικό εθνικό ύμνο, αλλά και αυτόν της Αβησσυνίας. Τραπεζώθηκαν κοντά 1.500 Έλληνες, ενώ αντίστοιχο δείπνο έγινε και σε άλλη πόλη τη Ντιριντάουα».

Aργυρώ Σαφού – Κουτσούτη: Ακολούθως μας πήγαν με τρένο στη Συρία, εκεί διάλεξαν τον αδερφό μου για κατάταξη στο στρατό και εμάς μας πήγαν στις Πηγές του Μωυσέως, όπου μείναμε ένα εξάμηνο.

Από εκεί μας πήραν με ένα καράβι, το Καπτουράν και μας πήγαν στο Τζιμπουτί, όπου από την πολύ ζέστη πέθαναν πολλοί ηλικιωμένοι.

Ύστερα μας πήγαν στην Αιθιοπία, αρχικά στην πόλη Ντιριντάουα και μετά στην Αντισαμπέμπα. Εκεί το κλίμα ήταν καλό, ο Χαϊλέ Σελασιέ αγαπούσε τους Έλληνες και μας έβαλε σε ωραία σπίτια, ερχόταν κάθε 15 μέρες για επιθεώρηση, είχαμε καλές σχέσεις με τους ντόπιους και πήγαμε σχολείο, δημοτικό και γυμνάσιο.

Μάλιστα επειδή προϋπήρχαν Έλληνες, υπήρχε κανονικό και οργανωμένο γυμνάσιο. Εκεί θυμάμαι ότι είδαμε τις «ακρίδες του Φαραώ», σκοτείνιασε ο ουρανός και έκλεισε το σχολείο και μετά είχε εξαφανιστεί οτιδήποτε πράσινο. Σχολείο στην Αιθιοπία πήγε και η Ζαχαρούλα».

Στέλλα Πασβάνη – Φουρτούνη: «Μείναμε στη συνοικία Casa Popolare, που πριν έμεναν οι Ιταλοί πριν τους διώξουν οι Αιθίοπες, υπήρχε και προγενέστερη του πολέμου ελληνική παροικία, υπήρχαν και πολλοί Ικαριώτες πρόσφυγες και περάσαμε καλά.

Εκεί πήγα σχολείο στο δημοτικό, ενώ θυμάμαι ότι η μία μου αδελφή είχε στο γυμνάσιο τον Κουτσουφλάκη (παρατσούκλι Κάπελας) κυνηγημένο ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά.

Με τους μαύρους είχαμε καλές σχέσεις, παίζαμε και με τα μαυράκια και εκεί έγινε άλλη μία ανατροπή στις αντιλήψεις μου, αφού διαπίστωσα πως οι μαύροι δεν τρώνε τα παιδιά, όπως μας έλεγαν για να μας φοβερίσουν πριν τον πόλεμο.
Πριν ξεκινήσει η διαδικασία επιστροφής, ο Χαϊλέ Σελασιέ έκανε στους πρόσφυγες ένα μεγάλο τραπέζι αποχαιρετισμού στο οποίο συμμετείχαμε και εμείς και μας έδωσε, όπως σε όλους τους πρόσφυγες που επαναπατρίζονταν σακιά με καφέ και ρύζι. Τα φέραμε στην Ικαρία και χρησιμοποιούσαμε από αυτά για ανταλλαγές με άλλα είδη».

Τι προηγήθηκε και εξηγεί τη στάση της Αιθιοπίας

Από το βιβλίο του Μπάμπη Μισαηλίδη «Η εργατική αντίσταση στην Ελλάδα 1929-1940», εκδόσεις «Διεθνές Βήμα»:

«Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες έποικοι ήταν από τις μεγαλύτερες ομάδες ξένων στις πόλεις Τζιμπουτί, Μασάονα, και Χαράρ, φτάνοντας τους 3.000. Στα Χαράρ ανέλαβαν την εξαγωγή του καφέ, η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί τη μονοκαλλιέργεια και το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Αιθιοπίας. Οι Έλληνες αστοί πλαισίωναν το υποστηριζόμενο από το Λονδίνο και το Παρίσι καθεστώς του Χαϊλέ Σελασιέ, ενώ Έλληνες έποικοι κατείχαν, μεταξύ άλλων, τη θέση του αρχηγού της Κρατικής Ασφάλειας, του υφυπουργού Γεωργίας και Εμπορίου και του Γενικού Διευθυντή του Τμήματος Τηλεφωνίας στο Υπουργείο Ταχυδρομείων. Εκτός από εξαγωγές καφέ, οι Έλληνες ήταν εργολάβοι και μηχανικοί, ενώ διατηρούσαν, εκμεταλλευόμενοι τον μόχθο των Αιθιόπων εργαζόμενων, εργοστάσια ποτοποιίας, σαπωνοποίας, ελαιόμυλους, αλευρόμυλους, υφαντουργεία, κ.α. Το 1936, όταν όταν τα ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αντίς Αμπέμπα το 90% των καταστημάτων στο κέντρο της πόλης ανήκε επίσης σε Έλληνες.

Επιλεκτικά αποσπάσματα από https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CF%8A%CE%BB%CE%AD_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%AD_%CE%91%CE%84

Το 1924 κήρυξε την κατάργηση της δουλείας και το 1931 παραχώρησε στη χώρα το πρώτο Σύνταγμα. Προχώρησε, επιπλέον, σε αναμόρφωση κι εκσυγχρονισμό της αιθιοπικής κοινωνίας και του κρατικού μηχανισμού με σειρά δημοσίων έργων, ίδρυση νέων υπουργείων, κεντρικής τράπεζας και ταχυδρομείων, κοπή νέου νομίσματος κ.λπ. Εισήγαγε την Αιθιοπία στην Κοινωνία των Εθνών το 1923 και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, ενώ υπήρξε επίσης πρωτεργάτης της ίδρυσης του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας το 1963, με έδρα την Αντίς Αμπέμπα.

Εκδιώχθηκε από τους Ιταλούς του Μουσολίνι μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας τον Μάιο του 1936. Toν επόμενο μήνα, εκφώνησε από το βήμα της συνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη τον ιστορικό λόγο του ενάντια στην αποικιοκρατία, την επιθετικότητα των Ιταλών και την εγκληματική χρήση χημικών όπλων πάνω στον άμαχο πληθυσμό από τους εισβολείς. Τον Ιανουάριο του 1941 ηγήθηκε των συμμαχικών δυνάμεων που εισέβαλαν στην Αιθιοπία και στις 5 Μαΐου του ίδιου χρόνιου εισήλθε στην πρωτεύουσα με την υποστήριξη των Βρετανών, θέτοντας έτσι τέλος στην ιταλική φασιστική κατοχή της χώρας του. Η αρχική στάση του έναντι των Ιταλών τον ανέδειξε σε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και το αμερικανικό περιοδικό Time τον ανακήρυξε «Άνθρωπο της χρονιάς» για το 1935.

Επισκέψεις στην Ελλάδα

Ο Χαϊλέ Σελασιέ, ως αντιβασιλέας, ήλθε για πρώτη φορά την Ελλάδα το 1924. Συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Α’, ενώ παρακολούθησε και παράσταση αρχαίου δράματος στο Ηρώδειο. Ως αυτοκράτορας, την επισκέφθηκε επίσημα τον Ιούλιο του 1954 και περιηγήθηκε σε αρκετά μέρη της (όπως Κέρκυρα, Κεφαλλονιά). Χρηματοδότησε την ανακατασκευή του Νοσοκομείου Μαντζαβινάτειο στο Ληξούρι, για την επισκευή των ζημιών που είχαν προκληθεί από τους σεισμούς του 1953[31]. (Η Κεφαλλονιά ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του Δρα Ιάκωβου Ζερβού, προσωπικού ιατρού του Αυτοκράτορα.). Το 1965 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Φωτο: O Xαϊλέ Σελασιέ και Αιθιοπία 1943 – από αριστερά: Η μεγάλη αδελφή Μαρία Λουρίδα. Ο πατέρας Διαμαντής Λουρίδας. Η Μητέρα Φωτεινή Λουρίδα Γενούζου κρατάει το τρίτο παιδί Βαγγέλη Λουρίδα. Η Στέλλα Λουρίδα. Η θεία αδελφή της Φωτεινής – Αργυρώ Γενούζου-Τσιπουράκου.

 

Το Σάββατο 21/3/2020 στο ert.gr: Γιώργος Σπέης: Το προσφυγόπουλο που γεννήθηκε στη D day

Μοιράσου το άρθρο: