AP

Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Η εκλογή Μπάιντεν είναι πράγματι μια καλή είδηση για την Αθήνα. Όχι επειδή η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία αναμένεται να αλλάξει άρδην, στρεφόμενη ξαφνικά υπέρ των ελληνικών θέσεων. Αλλά το γεγονός ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος ασχολείται συστηματικά από τις αρχές της πολιτικής σταδιοδρομίας του με τα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των οποίων τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό Ζήτημα, προσδίδει έναν τόνο αισιοδοξίας στην εξαιρετικά δυσοίωνη ατμόσφαιρα που επικρατεί τους τελευταίους μήνες στις σχέσεις με την Άγκυρα. Παρόλα αυτά, το διάστημα που μεσολαβεί έως την ορκωμοσία του νέου Αμερικανού προέδρου στις 20 Ιανουαρίου του 2021 δεν θα είναι εύκολο.

Η Ουάσινγκτον αναμένεται να ενισχύσει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι απλώς για να αποτρέψει την περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο ισχυρών συμμάχων της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως για ν’ αναχαιτίσει την όλο και αυξανόμενη ρωσική επιρροή, σε ένα σημείο του πλανήτη, το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αποκαλείτο από τους Αμερικανούς ως «η μεθόριος (frontier) ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή».
Όπως επιβεβαιώνεται τις τελευταίες μέρες από υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές, η Αθήνα προσβλέπει στη δυναμικότερη και πιο εμφατική πολιτική των ΗΠΑ και επί του πεδίου, θεωρώντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπει έναν ισχυρό ανάχωμα στον τουρκικό αναθεωρητισμό της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Το αμερικανικό Κογκρέσο είχε ήδη από τα μέσα του 2018 θέσει ως προτεραιότητα την επαναφορά στην Ανατολική Μεσόγειο. Επί διοίκησης Τραμπ δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος, καθώς ο Λευκός Οίκος είχε άλλες προτεραιότητες στην εξωτερική πολιτική. Το επιτελείο του Μπάιντεν, αντιθέτως, φαίνεται πως θα προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση της νέας στρατηγικής, σε τρία μάλιστα, επίπεδα: Πρώτον, δια της περαιτέρω ενίσχυσης της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Δεύτερον, μέσω της υποστήριξης των τριμερών σχημάτων συνεργασίας και κυρίως αυτού μεταξύ Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ. Τρίτον με την ενεργότερη στήριξη της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, κάτι που εκ των πραγμάτων προϋποθέτει την άσκηση πίεσης προς το μέρος του συμμάχου- ταραξία, δηλαδή της Τουρκίας.

Δεν βρισκόμαστε, όμως, σε αυτή τη σελίδα. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Η ανανέωση της τουρκικής NAVTEX και η παράλληλη δημόσια συζήτηση στη γείτονα περί έναρξης γεωτρήσεων στην ήδη επισημασμένη από το Ορούτς Ρέις θάλασσα νοτιοανατολικά του Καστελλόριζου- δηλαδή σε ελληνική υφαλοκρηπίδα- αφήνουν ελάχιστες ελπίδες συνεννόησης με την Άγκυρα. Αντιθέτως, φέρνουν στην επιφάνεια νέα θερμά σενάρια. Την ίδια ώρα, η Τουρκία έχει αρχίσει να ανεβάζει την ένταση- λόγω και έργω- και στην Κύπρο. Μετά τα Βαρώσια, ο Ερντογάν αναζητεί διεθνώς ευήκοα ώτα προς αναγνώριση του ψευδοκράτους. Είναι φανερό ότι στο ιδιότυπο γεωπολιτικό παιχνίδι που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο, οι Τούρκοι θεωρούν αυτήν τη στιγμή την Κύπρο ως τον πιο αδύναμο παίκτη. Στις 27 Νοεμβρίου ταξιδεύει στη μεγαλόνησο η ειδική απεσταλμένη του ΟΗΕ για το Κυπριακό Τζέιν Χολ Λουτ, προκειμένου να συναντηθεί τόσο με τον πρόεδρο Αναστασιάδη, όσο και με το νέο ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, εκλεκτό του Ερντογάν, Ερσίν Τατάρ, στον απόηχο μάλιστα της τουρκικής επιχειρηματολογίας περί λύσης δύο κρατών. Οι παράνομες ενέργειες της Άγκυρας στο Καστελλόριζο, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στην Κύπρο, υποκρύπτουν βιασύνη των Τούρκων προς δημιουργία τετελεσμένων πριν από την αλλαγή της εξουσίας στην Ουάσινγκτον. Η Αθήνα έχει πράγματι λόγους ν’ αισιοδοξεί ενόψει της αλλαγής φρουράς στο Λευκό Οίκο. Έως τότε, όμως, οφείλει να είναι σε διαρκή εγρήγορση. Όπως άλλωστε πράττει ακατάπαυστα τους τελευταίους τρεισήμιση μήνες.

 

Μοιράσου το άρθρο: