της Μάχης Μαργαρίτη

«Ο 21ος αιώνας έχει ήδη σημαδευτεί από μεγάλες επιδημίες. Παλιές ασθένειες –χολέρα, πανούκλα και κίτρινος πυρετός- έχουν επιστρέψει, και νέες έχουν εμφανιστεί –SARS, πανδημίες γρίπης, MERS, Έμπολα και Ζίκα. Μια ακόμα επιδημία Έμπολα, ή μια νέα πανδημία γρίπης, δεν είναι απλώς πιθανότητες. Η απειλή είναι πραγματική. Είτε μεταφερόμενες από κουνούπια, άλλα έντομα, μέσω επαφής με ζώα ή από άνθρωπο σε άνθρωπο, η μόνη μεγάλη αβεβαιότητα είναι πότε και πού αυτές, ή μια νέα, αλλά εξίσου θανατηφόρα επιδημία, θα εμφανιστούν». Αυτά διαβάζει κανείς στην ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Το πρόσφατο ξέσπασμα ενός νέου κορονοϊού στην Κίνα εκθέτει την ευαλωτότητα της σύγχρονης κοινωνίας σε νέους ιούς, και κάνει να (ξανα)τεθεί το ερώτημα, αν είναι προετοιμασμένη στην πραγματικότητα για τέτοιους κινδύνους. Και το επόμενο ερώτημα είναι, με τέτοια εξέλιξη της επιστήμης και μια χωρίς προηγούμενο συσσώρευση πλούτου, γιατί θα μπορούσε να είναι απροετοίμαστη;

Όταν γίνεται λόγος για αντιμετώπιση επιδημιών, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διεθνής συνεργασία ώστε η κατάσταση να ελεγχθεί στην αρχή της. Αυτό, όμως, σε μια εποχή μαζικών μετακινήσεων, κυρίως αεροπορικών, από χώρα σε χώρα, μοιάζει πολύ δύσκολο, ειδικά όταν πρόκειται για ιούς με μεγάλη περίοδο επώασης -αν τα συμπτώματα κάνουν κάποιες μέρες να εμφανιστούν, μπορεί κάποιος να ταξιδέψει σε πολλές χώρες χωρίς καμία «θερμική κάμερα» να τον εντοπίσει, αφού δεν έχει ακόμα αρρωστήσει. Από την άλλη, η δημιουργία εμβολίων, όσο και να έχει εξελιχθεί η επιστήμη και η τεχνολογία, χρειάζεται χρόνο, για να υπάρξουν κάποια ασφαλή αποτελέσματα. Άρα, η αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης πανδημίας, μάλλον κρίνεται σε δύο άλλα σημεία: στην πρόληψη, για να μην υπάρξει εξάπλωση, και στην οργάνωση δυνατών συστημάτων υγείας που μπορούν να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις. Καθώς οι αεροπορικές μετακινήσεις και ο τουρισμός αυξάνονται ραγδαία από την αρχή αυτού του αιώνα, θα θεωρούνταν εύλογο να έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα δύο σημεία. Τι συνέβη στην πραγματικότητα;

Η «συνταγή» που προτάθηκε το 2008, όταν ξέσπασε η κρίση στην παγκόσμια οικονομία, ήταν, περικοπές και λιτότητα -και ο τομέας της υγείας, παρότι σημασίας «ζωής και θανάτου», δε γλίτωσε. Η πολιτική αυτή -που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 εφαρμοζόταν σε πολλές χώρες- χρησιμοποιήθηκε, με παραλλαγές από κράτος σε κράτος, για τη «μείωση των ελλειμμάτων», τόσο σε φτωχότερες όσο και σε πλουσιότερες κοινωνίες. Και ενώ τα επόμενα χρόνια τεράστια τμήματα των κοινωνιών φτωχοποιούνταν και οι δισεκατομμυριούχοι και οι περιουσίες τους αυξάνονταν –σε μια πολύ  ενδεικτική αποτύπωση του τι σημαίνει στην πραγματικότητα «οικονομική κρίση» και πώς διευθετείται- τα αποτελέσματα στην υγεία δεν άργησαν να φανούν.

Η αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας

Στη Γαλλία,  οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία βρίσκονται σε απεργιακές κινητοποιήσεις εδώ και εννέα μήνες. «Τα δημόσια νοσοκομεία στη Γαλλία πεθαίνουν», έγραψαν γιατροί από όλη τη χώρα σε μια ανοιχτή επιστολή χωρίς προηγούμενο. 1.200 γιατροί υπογράφουν, και σε συμπαράσταση, σχεδόν 5.000 νοσοκόμες. Οι περικοπές στον προϋπολογισμό, λένε, η μείωση κλινών και οι ελλείψεις προσωπικού είναι απειλή για την ασφάλεια των ασθενών σε αυτό που κάποτε θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας του κόσμου. «Δεν είναι πια δυνατό, είμαστε στο σημείο κατάρρευσης», είπε η συντονίστρια των δράσεων του προσωπικού στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στην εφημερίδα Λιμπερασιόν. Ζητούν 10.000 επιπλέον προσωπικό, περισσότερους πόρους, να ξανανοίξουν μονάδες που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια,  αύξηση μισθών και μπόνους 300 ευρώ τον μήνα ως αναγνώριση των σκληρών συνθηκών της δουλειάς τους. Στη Λε Παριζιέν, 200 εργαζόμενοι σε παιδιατρικές κλινικές έγραψαν σε ανοιχτή επιστολή ότι μετατρέπονται σε «πολεμικούς γιατρούς», έχοντας να αποφασίσουν ποια παιδιά θα αναλάβουν, ποιες επεμβάσεις θα καθυστερήσουν για να γίνουν οι επείγουσες, και πώς νήπια οδηγούνται 200 χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους για να έχουν την κατάλληλη φροντίδα. 87% των πολιτών στήριζε τις κινητοποιήσεις.

Στη Βρετανία; «Για χρόνια παρακολουθούσαμε από μακριά συμπάσχοντας με το προσωπικό υγείας της Βρετανίας να αγωνίζεται κάτω από τις περικοπές στο Εθνικό Σύστημα Υγείας», έλεγε εκπρόσωπος συνδικάτου νοσοκόμων της Γαλλίας. Τι συμβαίνει εκεί; Το Βρετανικό Σύστημα Υγείας «έχει γονατίσει» πριν καν ξεκινήσει ο χειμώνας, έγραφε στα μέσα Δεκεμβρίου ο Guardian. Τα νοσοκομεία είχαν ήδη πληρότητα 95%, πάνω από το 85% που θεωρούν ασφαλές οι γιατροί, προτού ακόμα αρχίσουν οι μαζικές εισαγωγές λόγω γρίπης. Χημειοθεραπείες καθυστερούν. 4,5 εκατομμύρια άνθρωποι περιμένουν στη σειρά για μη-επείγουσες επεμβάσεις. Ο αριθμός των ανθρώπων που φτάνουν στα Επείγοντα κινήθηκε σε αριθμούς-ρεκόρ.

Στο Χονγκ Κονγκ, μια από τις πιο «πλούσιες μητροπόλεις» του κόσμου, νεοσύστατο συνδικάτο εργαζόμενων σε νοσοκομεία λέει ότι σε περίπτωση επιδημίας, «δε θα υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι, προστατευτικός εξοπλισμός ή δωμάτια απομόνωσης για να πολεμήσουμε το ξέσπασμα».

Στην Ελλάδα, η λεγόμενη «τρόικα» ζήτησε, στην αρχή της κρίσης, να μειωθεί η δημόσια δαπάνη για την υγεία. Την απαίτηση για περικοπές συνόδευσε ρητορική και δημοσιεύματα για «πάρτι στον χώρο της υγείας». Πήγαιναν όλα καλά στον χώρο της υγείας; Και αν όχι, το πρόβλημα ήταν οι «πλούσιες παροχές» που απολάμβαναν οι απλοί ασφαλισμένοι, ή η προώθηση, για παράδειγμα, ιδιωτικών συμφερόντων στον χώρο της υγείας; Τι ακολούθησε; Προσωπικό των νοσοκομείων συνταξιοδοτούνταν και μετατασσόταν χωρίς να αναπληρώνεται, κονδύλια για ιατρικό εξοπλισμό περικόπτονταν, και ταυτόχρονα αυξανόταν η προσέλευση στα νοσοκομεία, ελλείψει και ενός συστήματος πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ήταν σωστό να επιβαρυνθεί ένας πληθυσμός που εκτός από την ανεργία και την απώλεια εισοδήματος, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει και ένα σύστημα υγείας το οποίο κατέρρεε τη στιγμή που το χρειαζόταν περισσότερο παρά ποτέ; Όλα αυτά τα «χρόνια των μνημονίων», εργαζόμενοι στον χώρο της Υγείας στα νοσοκομεία δεν έχουν σταματήσει να κινητοποιούνται και να φωνάζουν τα προβλήματα. Πρόσφατα είχαν άλλη μία στάση εργασίας στην Αττική. Για απαράδεκτη, προσβλητική κατάσταση που αντιμετωπίζουν τόσο οι ασθενείς οι οποίοι προσέρχονται στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων, όσο και οι επιστήμονες Υγείας που εργάζονται σε αυτά, κάνει λόγο ανακοίνωση της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά. Για «τρομακτική» έλλειψη τραυματιοφορέων μιλά με αφορμή πρόσφατη απεργία της και η Πανελλήνια Ένωση Τραυματιοφορέων. Όσον αφορά την Εντατική Θεραπεία, είναι λύση να επαφίεται μια κοινωνία στη βούληση ιδιωτικών κλινικών για το αν και πόσες κλίνες θα «παραχωρήσουν»; Γιατί, αντί για αυτό, δε λειτουργούν όλες οι μονάδες εντατικής θεραπείας που υπάρχουν στα δημόσια νοσοκομεία με προσλήψεις προσωπικού;

Όποιος χρησιμοποιεί το νοσοκομειακό σύστημα υγείας -όλα αυτά τα χρόνια- ξέρει. Γνωρίζει την κατάσταση στα επείγοντα των εφημεριών σε μεγάλα νοσοκομεία. Γνωρίζει τον συνωστισμό, τις ατελείωτες ώρες αναμονής, τα καρφωμένα βλέμματα στο «μηχάνημα» περιμένοντας, με αγωνία στην αρχή, θυμό στη συνέχεια, παραίτηση τελικά, να ανάψει το επόμενο νούμερο, με φορεία δίπλα στον όρθιο κόσμο σε στενούς διαδρόμους. Η μακρόχρονη αναμονή ασθενούς για ένα ραντεβού εξέτασης σε νοσοκομείο η οποία έρχεται στη δημοσιότητα, ξαφνικά προκαλεί τόσο μεγάλη έκπληξη, για κάτι που εργαζόμενοι στα νοσοκομεία φωνάζουν εδώ και χρόνια;

Δυσκολεύεται κανείς να σκεφτεί πώς θα διαχειριστούν μια έκτακτη κατάσταση υποστελεχωμένα, υποχρηματοδοτούμενα, υπερφορτωμένα νοσοκομεία. Και, αν αυτά συμβαίνουν σε νοσοκομεία του «αναπτυγμένου κόσμου», μπορεί κανείς να υποθέσει ποια είναι η κατάσταση σε συστήματα υγείας στον υπόλοιπο.

Τα λόγια –και η πραγματικότητα- για την πρόληψη

Προτού φτάσουμε στη διαχείριση έκτακτων καταστάσεων από τα νοσοκομεία, υπάρχει αυτό που λέγεται πρόληψη, αυτό στο οποίο όλοι συμφωνούν -θεωρητικά. Λέγεται πολλές φορές ότι το παράδοξο της δημόσιας υγείας είναι πως, όταν λειτουργεί, πρακτικά είναι αόρατη. «Πολλοί άκουσαν για μια επιβεβαιωμένη περίπτωση ιλαράς σε μια περιοχή του Οντάριο στα μέσα Απριλίου -αυτό που δεν έγινε είδηση είναι ότι το προσωπικό στην τοπική μονάδα υγείας πέρασε πολλές από τις μέρες του Πάσχα στο τηλέφωνο εντοπίζοντας τους 250 ανθρώπους που κατάφεραν έτσι να αναγνωρίσουν ως πιθανά εκτιθέμενους στη μόλυνση.» Αυτό έγραφε πρόσφατα η ιστοσελίδα Healthy Debate στον Καναδά. Στο Οντάριο, όπου βρίσκεται το Τορόντο, μια από τις πλουσιότερες πόλεις του πλανήτη, το σύστημα είναι «τριφασικό»: υπάρχουν δημόσιες μονάδες υγείας που ασχολούνται με την πρόληψη, κέντρα πρωτοβάθμιας υγείας, και νοσοκομεία. 35 δημόσιες μονάδες υγείας λειτουργούν, στελεχωμένες με προσωπικό πλήρους απασχόλησης, με έναν υπεύθυνο παθολόγο ειδικευμένο στη δημόσια υγεία, και νοσηλευτές, καθώς και ειδικούς στη στοματική υγιεινή και την επιδημιολογία, με σκοπό να γίνονται επισκέψεις στο σπίτι, να παρέχουν προγράμματα υγείας για την πρόληψη ασθενειών με υγιεινό τρόπο ζωής, εκπαίδευση για το AIDS, επιθεωρήσεις χώρων εστίασης, εκπαίδευση για τους γονείς, και επιλεγμένα τεστ υγείας, με διοικητικά συμβούλια κυρίως από εκλεγμένους αντιπροσώπους των δημοτικών συμβουλίων. Χρηματοδοτούνται από την Περιφέρεια και τους δήμους. Η κυβέρνηση του Οντάριο ανακοίνωσε μείωση των μονάδων δημόσιας υγείας από 35 σε 10, και περικοπή κατά 26% των κονδυλίων. «Μένω άφωνη» ήταν η αντίδραση της υπεύθυνης για την Υγεία στο Τορόντο.

Τι συμβαίνει στον τομέα της πρόληψης σε άλλη μια από τις χώρες του «αναπτυγμένου κόσμου», τις Ηνωμένες Πολιτείες; «Οι δαπάνες για τη δημόσια υγεία πέφτουν παρά τις αυξανόμενες απειλές», έγραφε η ιστοσελίδα Modern Healthcare την περασμένη άνοιξη. Οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας είναι υποχρηματοδοτούμενες κατά 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, έγραφε αναφορά του Ταμείου για την Υγεία της Αμερικής. «Αυτό έχει οδηγήσει στο να είναι κρατικές και τοπικές υπηρεσίες υγείας οικτρά ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν καταστάσεις υγείας έκτακτης ανάγκης», όπως «ξεσπάσματα μεταδοτικών ασθενειών». Και ο φορέας που είναι υπεύθυνος για την πρόληψη, το Ταμείο για την Πρόληψη και τη Δημόσια Υγεία, «έχει χρησιμοποιηθεί για να καλύψει περικοπές σε καθιερωμένα προγράμματα ή έχει καταλήξει να χρηματοδοτεί άλλες δραστηριότητες», έλεγε ο υπεύθυνος της αναφοράς. «Κόβουμε από κάτι απαραίτητο για να χρηματοδοτηθεί κάτι επίσης απαραίτητο» -πολιτική γνώριμη, και πάντα, τελικά, σε βάρος μιας κοινωνίας.

Στην Ελλάδα, ειπώθηκε ότι οι περικοπές στην υγεία για την «αναδιαμόρφωση του συστήματος» πρέπει να γίνουν λόγω κακοδιαχείρισης, διοικητικής δυσλειτουργίας και διαφθοράς που ενδημούν στη χώρα. Περίεργο, στον Καναδά, για παράδειγμα, που δε θεωρείται χώρα «διαφθοράς και κακοδιοίκησης» αλλά μια από τις πλουσιότερες του κόσμου, γιατί επίσης περικόπτεται ο προϋπολογισμός για την υγεία σε μια «πλούσια περιφέρεια»; Και πώς σχεδιάζει η κυβέρνηση να καλυφθούν οι υπηρεσίες που παρέχονταν; Από «οικονομίες κλίμακας», όπως λέει, αλλαγές σε «διοικητικές λειτουργίες», και, «καλύτερα συντονισμένη δράση των μονάδων δημόσιας υγείας».

Ακούγονται γνωστά; Είναι αυτά που συνιστούν κάθε φορά, σε κάθε χώρα οι «τεχνοκράτες», αυτοί που δε θα χρειαστούν πολύ συχνά τα δημόσια νοσοκομεία, ούτε θα βρεθούν σε μια ουρά στα επείγοντα περιμένοντας επί ώρες να δουν στην οθόνη τον αριθμό από το χαρτάκι τους. Και τι γίνεται όταν προκύψει η έκτακτη ανάγκη; «Η προετοιμασία, η πρόληψη, η έγκαιρη δράση είναι τα στοιχεία που πρέπει να ρέουν στις φλέβες των πολιτικών αν βρεθούν μπροστά σε μια πανδημία». Ποιος τα είπε αυτά; Η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μιλώντας για τον νέο κορονοϊό. Μόνο που η προετοιμασία, η πρόληψη και η έγκαιρη δράση χρειάζονται χρήματα και προσλήψεις, όχι λιτότητα και περικοπές.

Ακόμα, τι σημαίνει στην πραγματικότητα, «πρόληψη»; Για παράδειγμα, σε περιόδους έξαρσης ιώσεων, γίνονται καμπάνιες για το πώς και πού να βήχουμε και πόσο συχνά να πλένουμε τα χέρια. Είναι άσκοπο να εφαρμόζουμε αυτά τα απλά μέτρα; Είναι απόλυτα σωστό. Αλλά, στην πραγματικότητα, σε τι βαθμό μπορούν να είναι αποτελεσματικά στην περίπτωση εύκολα μεταδιδόμενων ιών; Στα μαζικά μέσα μεταφοράς στην Αθήνα, για παράδειγμα, με την υπάρχουσα συχνότητα δρομολογίων και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να είναι ο ένας πάνω στον άλλον τις ώρες αιχμής, πόσο μπορούν να λειτουργήσουν τέτοιου είδους μέτρα –αν, δηλαδή, δεν προϋπάρχουν σωστές συνθήκες;

Στα σχολεία δίνεται οδηγία να καθαρίζονται συχνά όλες οι επιφάνειες, πόμολα, κλπ. Έχουν όλα τα σχολεία καθαρίστριες στη διάρκεια όλης της βάρδιας; Ποιος θα καθαρίζει και θα απολυμαίνει; Οι εργαζόμενες στην καθαριότητα σχολικών κτιρίων -συμβασιούχοι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, υποαμειβόμενες- απεργούν στις 6 και 7 Φεβρουαρίου, ζητώντας, μεταξύ άλλων, πλήρη και σταθερή εργασία, τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας καθώς και επιβολή κυρώσεων σε Δήμους που δεν παρέχουν τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας. «Σε πολλά σχολεία δεν υπάρχουν καν τα μέσα προστασίας, δεν υπάρχουν αντισηπτικά. Με νερό και χλωρίνη μόνο δε γίνεται η καθαριότητα. Χωρίς ποδιές, μάσκες, γάντια, ειδικές ποδιές μιας χρήσης για τις τουαλέτες δεν υπάρχει προστασία. Αυτά το κράτος έπρεπε να τα δει από πιο μπροστά. Δεν ξέρουν κάθε χρόνο ότι υπάρχει η εποχική γρίπη και ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν την κατάσταση; Είναι η ίδια κατάσταση εδώ και χρόνια», είπε η πρόεδρος του Συνδέσμου Προσωπικού Καθαριότητας Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας, Μαρία Κοσμίδου, σε συνέντευξη Τύπου. Η Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Ελλάδας έχει ήδη ζητήσει μέτρα προστασίας για την έξαρση της εποχικής γρίπης, μιλώντας για μια σχολική κοινότητα «για άλλη μια φορά απροετοίμαστη και εκτεθειμένη». Και ρωτά, «πόσα σχολεία σήμερα διαθέτουν επαρκή μέσα ατομικής υγιεινής για τους μαθητές (υγρό σαπούνι, αντισηπτικό αλκοολούχο διάλυμα); Πόσα σχολεία διαθέτουν επαρκές προσωπικό καθαριότητας; Οι συμπτύξεις τμημάτων και η δημιουργία τμημάτων με 28 και 30 μαθητές δεν ευνοούν την εξάπλωση της γρίπης;» Η Συνομοσπονδία ζητά, μεταξύ άλλων, να υπάρχει μόνιμο και επαρκές βοηθητικό προσωπικό στα σχολεία, με πλήρη εργασιακά δικαιώματα, και να δοθεί άμεσα κρατικό χρήμα για να αγοραστεί φαρμακευτικό υλικό για τα σχολεία, αλλά και προληπτικό υλικό, όπως σαπούνια, χαρτομάντιλα και αντισηπτικά. Πώς πραγματικά θα υπάρξει πρόληψη όταν η χρηματοδότηση των σχολείων είναι ήδη μικρή, και τώρα πρέπει να καλύψουν πρόσθετα έξοδα για να προλάβουν την εξάπλωση μιας νόσου;

Δίνεται ακόμα οδηγία να μένουν οι μαθητές σπίτι τους μέχρι να συμπληρωθεί αρκετό διάστημα χωρίς πυρετό για να μην κολλήσουν τα άλλα παιδιά. Εύλογο. Αλλά ποιος θα μείνει σπίτι με όλα αυτά τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες χωρίς οικονομική δυνατότητα για νταντάδες και «φροντιστές»; Άρα, ή θα μείνουν μόνα –προφανώς όχι καλή λύση για παιδιά άρρωστα με πυρετό- ή θα πάρουν αντιπυρετικό και θα πάνε στο σχολείο. Είναι σωστό κάτι από τα δύο; Το σωστό θα ήταν να λείψει με δικαιολογημένη επιπλέον άδεια, και προφανώς χωρίς να χάσει το ημερομίσθιο, ο ένας γονιός από την εργασία του, με οδηγία από την πολιτεία για υποχρεωτική εφαρμογή σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο της πραγματικής πρόληψης. Μόνο αυτό εγγυάται σε έναν βαθμό ότι οι μαθητές θα παραμείνουν στο σπίτι τους μέχρι να συνέλθουν εντελώς –άρα μόνο αυτό μπορεί να προστατεύσει τα άλλα παιδιά.

Στους χώρους εργασίας, σε βεβαρυμένες περιόδους γιατί δε δίνεται οδηγία να παραμένουν στα σπίτια τους οι εργαζόμενοι που ασθενούν, με χορήγηση παραπάνω ημερών άδειας; Κάποιοι θα γελάσουν πικρόχολα με την ιδέα, λέγοντας ότι «θα βρουν πολλοί ευκαιρία να λείψουν». Αυτή η αντιμετώπιση, όμως, πέρα από το ότι καλλιεργεί μια μόνιμη καχυποψία όλων απέναντι σε όλους και εν τέλει ένα νοσηρό κοινωνικό κλίμα χωρίς διέξοδο, δεν είναι σοβαρή αντιμετώπιση μπροστά σε μια έκτακτη κατάσταση ή το ενδεχόμενο να προσβληθούν άνθρωποι, ανάμεσά τους και πιο ευάλωτοι, σε μια επιδημία.

Και ακόμα, λένε οι γιατροί, και σωστά, «καλή διατροφή και ξεκούραση» για τους ανθρώπους που προσβάλλονται από τον ιό της γρίπης, για παράδειγμα. Έχουν όλοι τη δυνατότητα; Πλήττουν όλους το ίδιο οι επιδημίες;

Η φτώχια, παράγοντας κινδύνου στις επιδημίες

«Προκαλεί εντύπωση ότι οι κοινωνικές ανισότητες όσον αφορά τις συνέπειες των πανδημιών δεν αποτελούν μέρος της συζήτησης για μια διεθνή προετοιμασία για μια πανδημία γρίπης», έγραφε το 2018 ο Σβεν-Έρικ Μάμελουντ από το Ερευνητικό Ινστιτούτο του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου του Όσλο. Στη μελέτη του για την Ισπανική γρίπη του 1918, με πάνω από 50 εκατομμύρια θύματα, σημειώνει ότι «η συγγραφική δραστηριότητα του 1977-2000 ισχυριζόταν ότι η πανδημία επηρέασε και σκότωσε εξίσου όλες τις τάξεις. Ωστόσο, αργότερα, μελέτες αμφισβήτησαν αυτή την ‘οπτική κοινωνικής ουδετερότητας’ όσον αφορά τη θνησιμότητα, και βρήκαν υψηλότερη θνησιμότητα για  τους φτωχούς με κριτήρια χώρας, κατά κεφαλήν εισοδήματος, μεγέθους διαμερίσματος, ιδιοκτησίας σπιτιού και ανεργίας. Οι φτωχοί αποδεκατίστηκαν πρώτοι από τη γρίπη και συνολικά ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν περισσότερο, ενώ οι πλούσιοι που ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι στο πρώτο κύμα έτειναν να έχουν υψηλότερη θνησιμότητα στο δεύτερο κύμα. Το συμπέρασμα συμπίπτει με αυτό προηγούμενων μελετών που κατέγραψαν ότι οι φτωχοί είχαν το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από την πανδημία».

«Σήμερα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν έλλειψη μακροθρεπτικών, και πολλοί περισσότεροι έλλειψη μικροθρεπτικών. Αλλά και όταν δεν εμφανίζονται υποσιτισμένοι, άνθρωποι που χάνουν το εισόδημά τους, διατηρούν τον αριθμό των θερμίδων στρεφόμενοι σε μια δίαιτα που τους δίνει ενέργεια αλλά όχι μικροθρεπτικά. Ακόμα, παιδιά με επαναλαμβανόμενους πυρετούς χρειάζονται περισσότερες θερμίδες. Ανάλυση σε τρία χωριά στη Ζάμπια έδειξε ότι παιδιά που γεννιόντουσαν στην ετήσια ‘περίοδο πείνας’ ήταν 10 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσή τους , κυρίως από μεταδοτικές ασθένειες.» Τα στοιχεία είναι από τεχνική αναφορά του ειδικού προγράμματος για την Έρευνα και την Εκπαίδευση στις Τροπικές Ασθένειες, με συμμετοχή 125 ειδικών επιστημόνων από όλες τις ηπείρους, που δημοσίευσε το 2013 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Με λίγα λόγια, δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε ιούς λόγω υποσιτισμού ή κακής διατροφής.

Και, όπως τονίζεται στην αναφορά, «η αστικοποίηση, ειδικά όταν συνυπάρχει με τη φτώχια, δίνει πολλές ευκαιρίες για την ανταλλαγή παθογόνων, και σε μορφές που αντιστέκονται στα αντιβιοτικά». Η φτώχια, λένε, ενισχύει σχεδόν όλες τις μορφές των μεταδοτικών ασθενειών. Οι ακραία σκληρές συνθήκες ζωής συνωστισμένων και υποσιτισμένων ανθρώπων στο Δυτικό Μέτωπο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου πιθανά συνέβαλαν στην εμφάνιση της υψηλά παθογόνου Ισπανικής γρίπης. Καθώς η αστικοποίηση αυξάνεται, κυρίως αν συνοδεύεται από έντονη φτώχια, οι συνθήκες ζωής είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες μολύνσεις με το δυναμικό υψηλών ποσοστών μετάδοσης, νοσηρότητας, ακόμα και θανάτου.

Δεν είναι, όμως, μόνο ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι -δε- μοιράζονται τον πλούτο. Είναι και η παρέμβαση του ανθρώπου στο οικοσύστημα. Η αναφορά των 125 επιστημόνων στέκεται ιδιαίτερα και σε ένα άλλο ζήτημα -σε αυτό που αποκαλούν «οικο-υγεία».

Η παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον –και η εμφάνιση νέων ιών

Γιατί εμφανίζονται συχνότερα νέοι ιοί; Επειδή, μεταξύ άλλων, έχει αυξηθεί η συχνότητα και η ένταση της επαφής του ανθρώπου με την άγρια πανίδα, απαντούν οι επιστήμονες. Πώς έχει συμβεί αυτό;

Η αποψίλωση των δασών -που συχνά θεωρείται ως κάτι που συμβαίνει «πολύ μακριά από εμάς»- έχει συνέπειες -και σε εμάς. Ο νέος κορονοϊός πιθανολογείται ότι προήλθε από νυχτερίδα. «Σε πολλές περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας, μεγάλο μέρος του περιβάλλοντος όπου ζουν νυχτερίδες έχει αντικατασταθεί από φυτείες για φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται σε τρόφιμα, και βιοκαύσιμα. Το περιβάλλον τους χάνεται και αναζητούν νέο, αναγκαστικά πιο κοντά σε οικισμούς.» Η αποψίλωση αλλοιώνει την καρποφορία τροπικών δέντρων, και άρα τη φυσική διατροφή των νυχτερίδων -αλλοιώνοντας πιθανά και το ιογενές τους φορτίο. Και ακόμα, η αποψίλωση μπορεί ακόμα να αυξήσει το περιβάλλον όπου κατοικούν είδη που μεταφέρουν ασθένειες, για παράδειγμα τρωκτικά, των οποίων ο αριθμός μπορεί να πολλαπλασιαστεί εξαιτίας της απώλειας μεγαλύτερων θηρευτών τους αλλά και ανταγωνιστών τους. Μπορεί, επίσης, με τη διάνοιξη δρόμων στα δάση να προκαλέσει αυξημένη επαφή ανάμεσα σε ανθρώπους και εκτοπισμένα είδη, όπως νυχτερίδες, ελέφαντες και μαϊμούδες.

Ακούμε συχνά για «εντατικοποιημένη εκτροφή». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Γράφει η αναφορά: «Οι εντατικοποιημένες φάρμες εκτροφής ζώων χαρακτηρίζονται από σταθερό σημείο, υψηλή πυκνότητα ζώων, και ομογενοποιημένους, ανοσολογικά παρόμοιους πληθυσμούς. Οι δίαιτες συνήθως είναι μονότονες και πιθανά χωρίς μικροθρεπτικά στοιχεία. Πολλά ζώα έχουν στενή επαφή με περιττώματα –τα δικά τους και άλλων ζώων. Φτερά που απορρίπτονται, νεκρά ζώα (κυρίως αν πρόκειται για πουλιά) και υλικά συσκευασίας μπορούν να δράσουν ως πλούσιοι διακομιστές. Φάρμες εσωτερικού χώρου έχουν μικρή ή καθόλου έκθεση σε αποστειρωτικό ηλιακό φως. Αντίθετα, τα ζώα σε άγρια οικοσυστήματα έχουν υψηλή κινητικότητα, μικρές πυκνότητες και μεγαλύτερη ανοσολογική και οικολογική διαφοροποίηση. Ιοί που έχουν εξελιχθεί να επιζούν σε εντατικοποιημένες φάρμες είναι απίθανο να προσαρμοστούν τόσο καλά σε άγρια οικοσυστήματα. Για παράδειγμα, η υψηλά παθογόνος γρίπη των πτηνών γενικά εμφανίζεται και συντηρείται μόνο σε συνθήκες εντατικοποιημένης εκτροφής, ενώ ανάμεσα σε άγριους πληθυσμούς πουλιών, ο ιός συνήθως υπάρχει στις πιο αβλαβείς χαμηλά παθογόνες μορφές του.»

Και εκτός από όλα αυτά, σημειώνουν οι επιστήμονες, η έκθεση των ανθρώπων σε υπερβολικές ποσότητες αγροτικών χημικών μπορεί επίσης να επηρεάσει το ανοσοποιητικό σύστημα, και άρα την ευαλωτότητα του σε μεταδοτικές ασθένειες. «Η χρήση αντιβιοτικών στα εκτρεφόμενα ζώα συνδέεται σταθερά με την ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβίων, με συνέπεια την αύξηση στις ανθρώπινες ασθένειες.»

Αν, λοιπόν, ψάχνουμε για εξηγήσεις, είναι μπροστά μας.

Το σύστημα που τρέφει την ασθένεια

Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, διεθνές πάνελ ειδικών όπου προέδρευσαν η πρώην επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ και ο πρώην διευθυντής του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ελχάντι Ας Σι, προειδοποιούσαν ότι οι πανδημίες είναι απειλή για εκατομμύρια ανθρώπους. «Ένα παθογόνο κινούμενο με γρήγορο ρυθμό έχει το δυναμικό να σκοτώσει δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους», έλεγε η έκθεσή τους. «Οι επιδημίες αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες και η απειλή μιας παγκόσμιας κατάστασης υγείας έκτακτης ανάγκης είναι μεγάλη». Ο ΠΟΥ είχε προειδοποιήσει νωρίτερα αυτή τη χρονιά για το αναπόφευκτο άλλης μιας πανδημίας γρίπης από ιούς μεταδιδόμενους με τον αέρα. Οι ερευνητές προειδοποιούσαν, ακόμα, για τη μείωση της εμπιστοσύνης των ανθρώπων απέναντι σε κυβερνήσεις, επιστήμονες, τα ΜΜΕ, τη δημόσια υγεία και τους λειτουργούς υγείας, σημείωνε η Ντόιτσε Βέλε. «Σε περίπτωση μιας πανδημίας, μια τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού είναι μια σοβαρή απειλή όσον αφορά την αποτελεσματικότητα κυβερνήσεων και δημόσιων λειτουργών υγείας να διαχειριστούν την κρίση.»

Τις τελευταίες δεκαετίες, τα ποσά που ξοδεύουν τα κράτη του πλανήτη για εξοπλισμούς εκτοξεύονται. Κυβερνήσεις καταστρώνουν λεπτομερή «σχέδια άμυνας». Αλλά καθόλου ανάλογα ποσά και ενέργεια δεν έχουν αφιερωθεί στα «σενάρια ζωής», στην αντιμετώπιση επιδημιών και τη θωράκιση των συστημάτων υγείας.

Ποιος είναι ο δρόμος μπροστά; Ένα εθνοκεντρικό σύστημα, όπου κάθε χώρα προωθεί τα δικά της συμφέροντα, ή μια συνεχής διεθνής συνεργασία; Εντατική εκτροφή-γεωργία και καταστροφή οικοσυστημάτων με σκοπό το κέρδος, ή ένα νέο σχέδιο ύπαρξης; Συνέχιση της λιτότητας, ή χρήση του πλούτου για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών; Μοιάζουν θεωρητικά τα ερωτήματα; Να, όμως, που πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση η οποία καθόλου θεωρητική δεν είναι. Η ανησυχία για τον νέο ιό είναι αληθινή. Η ανησυχία για το αν θα εξαπλωθεί, είναι αληθινή. Η ανησυχία για το τι θα συμβεί σε περίπτωση εξάπλωσης, για όσους έχουν την ανάγκη των δημόσιων συστημάτων υγείας, είναι αληθινή.

Κι αν περάσει η ανησυχία για αυτή την περίπτωση, το μόνο αδιαμφισβήτητο είναι ότι θα έρθει η επόμενη. Ποια είναι η πραγματική άμυνα του ανθρώπινου είδους, αν όχι ο σχεδιασμός και η συνεργασία για έναν άλλο τρόπο ζωής;

Μοιράσου το άρθρο: