της Μάχης Μαργαρίτη

Πέντε μέρες μετά το κλείσιμο της κάλπης, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο έχει πάρει τη νέα του μορφή. Οι συσχετισμοί άλλαξαν, αντανακλώντας σε έναν βαθμό τις κοινωνικές διεργασίες που εδώ και μια δεκαετία περίπου συμβαίνουν στην Ευρώπη. Από τα νούμερα, είναι προφανής η κατάρρευση του παραδοσιακού «δικομματισμού», που περιορίζεται σε ποσοστό κάτω του 50%. Αυτό είναι το πιο εύκολο να γίνει αντιληπτό -το πιο δύσκολο είναι να κατανοηθεί τι συμβαίνει «στο υπόλοιπο μισό», αλλά και στο «μισό» που δεν πήγε στις κάλπες.

Το πρώτο -οφθαλμοφανές- συμπέρασμα είναι η μεγάλη υποχώρηση των δύο συνασπισμών που κυριάρχησαν επί δεκαετίες στην Ευρώπη. Κεντροδεξιά και κεντροαριστερά υποχωρούν κάτω από το 50%, και χάνουν την πλειοψηφία που μέχρι τώρα είχαν. Τα «κέρδη» τα εισπράττουν Πράσινοι, Φιλελεύθεροι και Ευρωσκεπτικιστές/ακροδεξιοί. Απώλειες έχει η Αριστερά. Πρώτο σε έδρες, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα -ο συνασπισμός συντηρητικών κομμάτων- δεύτεροι οι Σοσιαλδημοκράτες, με απώλειες πάνω από 30 έδρες για τον καθένα. Τρίτοι οι Φιλελεύθεροι, με άνοδο πάνω από 30 έδρες. Τέταρτοι οι Πράσινοι, που κερδίζουν έδρες. Πέμπτοι, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές. Έκτοι και έβδομοι, δύο ευρωσκεπτικιστικοί δεξιοί/ακροδεξιοί συνασπισμοί, που μαζί κέρδισαν πάνω από 33 έδρες σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές. Και όγδοη, η Αριστερά, που έχασε πάνω από το ένα πέμπτο της δύναμής της σε έδρες. Το «άλμα» της ακροδεξιάς δεν έγινε -όμως, παγιώνει δυνάμεις, και μάλιστα σε χώρες του «πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε τέσσερα από αυτά τα κράτη, τα παραδοσιακά κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα υπέστησαν από μεγάλες έως συντριπτικές απώλειες. Είναι ένα νέο τοπίο. Στη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία κέρδισαν εθνικιστές/ακροδεξιοί. Στη Γερμανία, ο λεγόμενος «μεγάλος συνασπισμός» Xριστιανοδημοκρατ ών/Χριστιανοκοινωνιστών- Σοσιαλδημοκρατών έχει τώρα κάτω από το 50% των ψήφων, με τους Πράσινους να βλέπουν τα ποσοστά τους να εκτοξεύονται. Οι πολίτες φαίνεται να αποδοκιμάζουν το «παλιό», και να ψάχνουν εναλλακτικές. Ποιες είναι αυτές;

Η περίπτωση των Πράσινων

Οι Πράσινοι, με κεντρικό σύνθημα τη δράση κατά της κλιματικής αλλαγής, ενισχύθηκαν σημαντικά -από 50 στις 69 έδρες. Είχαν διψήφια ποσοστά σε πολλές χώρες. Στη Φινλανδία ήρθαν δεύτεροι, τρίτοι στη Γαλλία και το Λουξεμβούργο. Στην Ιρλανδία τριπλασιάζουν το ποσοστό τους στο 15%. Εκεί, όμως, που κατέγραψαν την πιο εντυπωσιακή δυναμική τους είναι η Γερμανία, όπου υπήρξε αύξηση της συμμετοχής κατά 13 μονάδες. Ο κόσμος κινητοποιήθηκε ενάντια στις πολιτικές της κυβέρνησης συνασπισμού. Αυτό αποτυπώνεται έντονα στα ποσοστά των Πράσινων στους νέους 18-29: τα δύο συντηρητικά κόμματα της κυβέρνησης πήραν 13% και οι Σοσιαλδημοκράτες 9%. Οι Πράσινοι ψηφίστηκαν από έναν στους τρεις νέους, ποσοστό 29%, και μικρά κόμματα χωρίς εκπροσώπηση στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο πήραν 27%.

Στη Γερμανία έγιναν πρόσφατα δύο μεγάλες κινητοποιήσεις, η μία -εντυπωσιακά μαζική- κατά του φασισμού, και η άλλη -μικρότερη αριθμητικά, αλλά «νέα» σε περιεχόμενο- για το ζήτημα της στέγης. Και σε αυτές προστίθεται η κινηματική ενεργοποίηση των νέων για την κλιματική αλλαγή. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής οργής φαίνεται ότι απορρόφησαν οι Πράσινοι, ως εναλλακτική στο σύστημα. Οι Πράσινοι, βέβαια, έχουν κυβερνητικό παρελθόν στη Γερμανία. Συγκυβέρνησαν σχεδόν 15 χρόνια πριν με τους Σοσιαλδημοκράτες του Γκέρχαρντ Σρέντερ, και η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από δύο γεγονότα: το ένα ήταν η στήριξη που έδωσαν στον νατοϊκό βομβαρδισμό της Σερβίας το 1999 -μετά από ένα ταραχώδες συνέδριο. «Ήταν ο πρώτος πόλεμος της Γερμανίας από την εποχή του τρίτου Ράιχ», έγραφε τότε ο βρετανικός Guardian. Πέρα από την ανθρώπινη τραγωδία που άφησε πίσω της η επέμβαση, ποιες ήταν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις; «Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις από το ΝΑΤΟ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας στη διάρκεια της κρίσης του Κοσόβου το 1999 προκάλεσε σοβαρή καταστροφή στο φυσικό περιβάλλον της χώρας. Η καταστροφή επεκτάθηκε σε πολλές άλλες χώρες της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης. Οι προσπάθειες των αεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ να καταστρέψουν βιομηχανικές υποδομές προκάλεσαν τη μόλυνση με επικίνδυνες ουσίες του αέρα, του νερού και του εδάφους. Αυτές οι ουσίες θα έχουν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην υγεία και την ποιότητα της ζωής των πληθυσμών των χωρών αυτών. Συγκεκριμένα, η χρήση πυρομαχικών που περιείχαν απεμπλουτισμένο ουράνιο είναι πιθανό να αυξήσουν τους καρκίνους και τις εκ γενετής ασθένειες στους κατοίκους των περιοχών που επηρεάστηκαν». Είναι απόσπασμα από την αναφορά της Περιβαλλοντικής Επιτροπής στο Συμβούλιο της Ευρώπης το 2001.

Το άλλο γεγονός, ήταν η ψήφιση του λεγόμενου Πακέτου Χαρτζ -του «πιο μισητού πακέτου μεταρρυθμίσεων», όπως το αποκαλούν στη Γερμανία. Το Πακέτο ήταν ο κεντρικός πυλώνας της Ατζέντας 2010, η οποία συνδέεται με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Η Συνθήκη δεσμευόταν να κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση ««την πιο δυναμική και ανταγωνιστική βασισμένη στη γνώση οικονομία στον κόσμο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες δουλειές και καλύτερη κοινωνική συνοχή και σεβασμό για το περιβάλλον». Η «Ατζέντα 2010» ήταν η συμβολή της Γερμανίας, και το Πακέτο Χαρτζ βρισκόταν στην «καρδιά» της. Το όνομα το πήρε από τον Πίτερ Χαρτζ, διευθυντή προσωπικού της Volkgswagen, ο οποίος το εκπόνησε. Άμεσος στόχος του Πακέτου ήταν να μειώσει τα κόστη του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Τα μέτρα απορρύθμισαν πλήρως την αγορά εργασίας. Το Πακέτο χωρίστηκε σε πολλά μικρότερα: το Χαρτζ 4 ήταν το τελικό και πιο δραστικό: ένωσε όλα τα κοινωνικά επιδόματα -από το επίδομα για σχολικά βιβλία και ρούχα, μέχρι κάθε επίδομα της καθημερινής ζωής- και τα ονόμασε «Επίδομα Ανεργίας ΙΙ». Μείωσε σημαντικά τα επιδόματα για τα παιδιά των άνεργων. «Παράσιτα του Χαρτζ» άρχισαν να αποκαλούνται άνθρωποι, δικαιούχοι, από μερίδα του Τύπου. Ήταν μια στροφή στα δεξιά στη γερμανική κοινωνική πολιτική. Για τη «γενναιότητά του» να το εγκρίνει, ευχαρίστησε τον Σρέντερ η διάδοχός του Μέρκελ. Τα Πακέτα εφαρμόστηκαν στη Γερμανία μεταξύ 2003 και 2005, από την κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Πράσινων υπό τον Σρέντερ.

Έστω ότι -παραβλέποντας κανείς πως οι συνέπειες των παραπάνω παραμένουν- πει ότι «αυτά ανήκουν στο παρελθόν». Στο σήμερα, λοιπόν. Η κλιματική αλλαγή και η καταστροφή του περιβάλλοντος συμβαίνουν, και έχουν αιτίες. Χωρίς ριζοσπαστικά μέτρα δε φαίνεται δυνατό να αντιμετωπιστούν. Μπορεί να γίνει αυτό χωρίς σύγκρουση με τις αιτίες; «Το κεντρώο πρόγραμμα των Πράσινων θα αφήσει ανέγγιχτα τα δομικά στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αν η Γερμανία αποτύχει να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη ανισότητα τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην Ευρώπη, οι κοινωνικές διαιρέσεις στη χώρα, θα ‘καταπιούν’ και τους Πράσινους», έγραφε τον περασμένο Ιανουάριο στο New Statesman η Λορίν Μπάλχορν.

Η στροφή στην «εναλλακτική του ευρωσκεπτικιστικού εθνικισμού»

Μία χαρακτηριστική περίπτωση για το υπόβαθρο της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, είναι η Βρετανία. Πρώτο κόμμα αναδείχθηκε το «κόμμα του Brexit» με επικεφαλής τον Νάιτζελ Φάρατζ, τους Συντηρητικούς να καταρρέουν και τους Εργατικούς να έχουν απώλειες. Τι έχει συμβεί, όμως, στη χώρα από το 2016 μέχρι σήμερα; Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, οι βρετανοί με δημοψήφισμα αποφάσισαν να φύγουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ψήφος αποκάλυψε μια βαθιά διχασμένη κοινωνία ως προς τη στάση της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως σύγκρουση ανάμεσα στον «κοσμοπολιτισμό» και τον «απομονωτισμό», η ψήφος είχε ταξικό χαρακτήρα. Μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του Brexit, στις περιοχές με την «πεθαμένη βιομηχανία», ζούσαν στη φτώχια, χωρίς ελπίδα και χωρίς διέξοδο. Αυτή την έκφραση του αδιέξοδου εξέφρασε η ψήφος στο Brexit, σε μεγάλο βαθμό. Παρά τις προβλέψεις για «στροφή της κοινωνίας στα δεξιά» μετά από αυτό το αποτέλεσμα, στις δημοσκοπήσεις οι Εργατικοί -που πρόβαλλαν ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα με επανεθνικοποιήσεις και μέτρα κατά της φτώχιας – ανέπτυσσαν πολύ μεγάλη δυναμική το επόμενο διάστημα. Αλλά, η ιδέα της ριζοσπαστικής για τα δεδομένα του συστήματος μορφής του Τζέρεμι Κόρμπιν στην ηγεσία της χώρας, προκάλεσε αντίδραση και εντός της συντηρητικής πτέρυγας του κόμματός του. Όλο το βρετανικό κατεστημένο, μαζί και μεγάλη -ετερογενής- μερίδα των Εργατικών, άρχισε να πιέζει για δεύτερο δημοψήφισμα για την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που δεν έχει ακόμα κριθεί. «Ενώ οι προβλέψεις ότι το αρχικό δημοψήφισμα θα έσπρωχνε τη βρετανική κοινωνία προς τα δεξιά αποδείχθηκαν λανθασμένες, ένα δεύτερο δημοψήφισμα πιθανά θα είχε αυτό το αποτέλεσμα», έλεγε το περασμένο φθινόπωρο ο Άλεξ Καλλίνικος, καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο πανεπιστήμιο King’s College το υ Λονδίνου.

Το περιέγραφε, με σχεδόν σπαρακτικό τρόπο, ο Νέαλ Λόσον, αρθρογράφος και μέλος των Εργατικών. Παρότι υποστηρικτής της παραμονής της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έγραφε στο Open Democracy, μήνες πριν: «Αν γίνει δεύτερο δημοψήφισμα, φοβάμαι ότι η φιλο-ευρωπαϊκή πλευρά θα κερδίσει, πολύ απλά επειδή ένα τεράστιο μέρος του κόσμου δε θα ενδιαφερθεί να ψηφίσει δεύτερη φορά, επειδή θα έχει παραιτηθεί μπροστά στην πραγματικότητα ότι η ‘ελίτ’ πάντα θα κερδίζει και θα επανέρχεται μέχρι να κερδίσει. Οι άνθρωποι θα εγκαταλείψουν τη δημοκρατία. Και ποιος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει; Όσο και να απεχθάνομαι τη σκέψη της κοινωνικής και οικονομικής καταστροφής που θα μπορούσε να φέρει το Brexit, δεν αντέχω καν να σκεφτώ τι θα έκανε μια δεύτερη ψηφοφορία στις καρδιές και τις ελπίδες των ανθρώπων που ψήφισαν υπέρ του Brexit, που -για μια φορά- εμπιστεύτηκαν το σύστημα, που είχαν μια δημοκρατική διέξοδο για πρώτη φορά στη ζωή τους -μόνο και μόνο για να ανακαλύψουν ότι δεν είχαν. Η πολιτική και η δημοκρατία τους είχαν ήδη απογοητεύσει, είχαν κλείσει τις βιομηχανίες τους, τους είχαν περιθωριοποιήσει και ταπεινώσει -και μετά τους πρόσφεραν ένα τεράστιο ‘κουμπί πανικού’ να πατήσουν, με τη μορφή του δημοψηφίσματος, και το πάτησαν με συνέπεια και νομιμότητα. Θα μπορούσαν τώρα να αντέξουν να τους πάρουν πίσω ακόμα και αυτό το τελευταίο κομμάτι δύναμης;»

Αυτό το οποίο συνέβη στη Βρετανία, το 30% να ψηφίζει στις ευρωεκλογές το κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ που συστηματικά μιλά για «προδομένους ανθρώπους», δεν ήταν «ατύχημα» -ήταν με έναν τρόπο αναμενόμενο, σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση όπου, όποτε γίνονται δημοψηφίσματα για να εκφράσουν τη θέλησή τους οι κοινωνίες, είτε θα ξαναγίνονται μέχρι να έρθει το αποτέλεσμα που επιθυμούν οι Βρυξέλλες, είτε δε θα λαμβάνονται υπόψη. Και αυτό έχει -πολλών ειδών- συνέπειες. «Πολλοί ψηφοφόροι του Brexit ήταν από ευκατάστατα σπίτια στον νότο, αλλά μιλήστε στους βουλευτές των Εργατικών στον βορρά -γνωρίζουν ότι αυτό είναι το τοξικό κενό που η ακροδεξιά περιμένει να εκμεταλλευτεί».

Η εναλλακτική της Αριστεράς

Σε μια δεκαετία αποσάθρωσης εργατικών κεκτημένων, φτωχοποίησης των κοινωνιών και πρωτοφανούς διεύρυνσης των ανισοτήτων, μία εναλλακτική που θα περίμενε κάποιος να αποτελέσει διέξοδο, θα ήταν οι δυνάμεις της αριστεράς. Αλλά στις ευρωεκλογές, τα αποτελέσματα των κομμάτων που συμμετέχουν στην Αριστερά/GUE της ευρωβουλής, δεν ήταν καλά. Στη Γαλλία, το κόμμα του Μελανσόν, που είχε πάρει πάνω από 20% στα προεδρικές εκλογές του 2017, βρέθηκε τώρα λίγο κάτω από το 7%. Στη Γερμανία, η Die Linke έχασε δύο μονάδες και βρέθηκε λίγο πάνω από το 5%, χωρίς να καταφέρει να απευθυνθεί στους νέους που, ειδικά σε αυτή τη χώρα, μαζικά γύρισαν την πλάτη στα κυβερνώντα κόμματα. Στην Ισπανία, οι Podemos, πήραν 11% αντί του 18% που είχαν στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Πολλοί από τους ψηφοφόρους τους κρίνεται ότι είτε απείχαν είτε ψήφισαν τους Σοσιαλιστές. Στις τελευταίες γενικές εκλογές έχασαν ενάμισι εκατομμύριο ψηφοφόρους.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συμβαίνει στις αυτοδιοικητικές εκλογές στην Ισπανία: οι αριστεροί συνδυασμοί με ρίζες στους Podemos, φαίνεται ότι χάνουν τους δήμους της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης. Τα ποσοστά τους συγκρατήθηκαν, όμως, η άνοδος άλλων κομμάτων τους βγάζει από τη διακυβέρνηση στην πρωτεύουσα, που επιστρέφει στους Συντηρητικούς, και, ανάλογα με τη διαμόρφωση των συσχετισμών, και στη Βαρκελώνη. Τέσσερα χρόνια πριν, αποκαλούνταν «οι δήμοι της αλλαγής». Γινόταν συζήτηση για παύση πληρωμής των «παράνομων χρεών» και για πάγωμα των αυξήσεων στα ενοίκια. Φαινόταν ότι γεννιέται ένα «κύμα» αλλαγών, ενάντια στο κατεστημένο. Τι συνέβη αυτά τα τέσσερα χρόνια; Στη Μαδρίτη, η δήμαρχος Μανουέλα Καρμένα, χαρακτηρίστηκε ακροαριστερή. Κατηγορήθηκε ότι δεν παρακολουθεί θρησκευτικές εκδηλώσεις, και άλλαξε ονόματα δρόμων από πρόσωπα που συνδέονταν με τη δικτατορία Φράνκο. Αλλά τι έγινε στο «πραγματικό πεδίο σύγκρουσης»; Στη Μαδρίτη, η Καρμένα έκανε μια σειρά υποχωρήσεων, μεταξύ των οποίων η αποδοχή περικοπών 400 εκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό του 2017. Στη Βαρκελώνη, τα πράγματα ήταν κάπως πιο εύκολα για την Άντα Κολάου, πρωταγωνίστρια στο κίνημα κατά των εξώσεων, αφενός λόγω της μεγαλύτερης οργανωτικής δύναμης, και αφετέρου λόγω του μικρότερου δημόσιου χρέους, που επέτρεψε να ληφθούν κάποια μέτρα ανακούφισης των φτωχότερων και αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης. Ωστόσο, το 2017 έγιναν 2.500 εξώσεις, κυρίως σε ενοικιαστές. Οι μέσες τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 49% από το 2013, ενώ οι μισθοί έμειναν «παγωμένοι». Το 2017, ο συνδυασμός της Κολάου ανακοίνωσε ότι δε μπορεί να προχωρήσει η επαναφορά στο δημόσιο του δικτύου ύδρευσης και του προγράμματος για τη βοήθεια στο σπίτι -αυτό που έκανε ήταν να βελτιώσει τις συνθήκες για τους συμβασιούχους φροντιστές. Επίσης, ανακοίνωσε ότι δε θα επιδιώξει να επαναφέρει στο δημόσιο τις υπηρεσίες αποκομιδής σκουπιδιών και καθαριότητας των δρόμων. Στη Μαδρίτη, η προοπτική να κάνει κάτι ανάλογο το δημοτικό συμβούλιο, οδήγησε σε καμπάνια από μέσα ενημέρωσης, που καλλιεργούσαν εμφανώς εχθρικό κλίμα επί έναν ολόκληρο χρόνο. Τελικά, η δήμαρχος Καρμένα υπέγραψε τετραετή συμβόλαια 700 εκατομμυρίων ευρώ με εταιρίες.

Τι πήγε λάθος; Οι συνδυασμοί των «δήμων της αλλαγής» είχαν γεννηθεί μέσα από το κίνημα των Αγανακτισμένων. Έχοντας, όμως, να αντιμετωπίσουν ένα εδραιωμένο σύστημα εξουσίας πιο ισχυρό, αυτό που είχαν ανάγκη ήταν ένα οργανωμένο κοινωνικό κίνημα. Έκαναν το αντίθετο -περιορίστηκαν στη θεσμική συμμετοχή, και εφάρμοσαν πολιτικές αντίθετες με το πρόγραμμά τους. Τα δημοτικά αυτά σχήματα είχαν προγράμματα για αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων, για σύγκρουση με τη λιτότητα, για εναλλακτικές στην ανάπτυξη κερδοσκοπικών κτηματομεσιτικών εταιριών. Η έλλειψη κοινωνικού ριζώματος τα άφησε να αγωνίζονται εν μέσω συνεχών επιθέσεων από τις οικονομικές ελίτ, μια εχθρική κεντρική κυβέρνηση, τεχνοκράτες και τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό που έγινε, είναι ότι είχαν υποχωρήσει.

Στη Γερμανία, το κόμμα της Αριστεράς, η Die Linke συμμετέχει σε κυβέρνηση συνασπισμού στη Θουριγγία, μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Μία πτέρυγα του κόμματος είχε δει αυτή τη συνεργασία ως δοκιμή για έναν αντίστοιχο ομοσπονδιακό συνασπισμό. Αποδείχτηκε ότι το να διαχειριστεί «ανθρώπινα» νεοφιλελεύθερες πολιτικές, είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Στη συγκεκριμένη περιοχή το κόμμα της Αριστεράς έχασε σχεδόν εννέα μονάδες.

Όπου η αριστερά κυβέρνησε προσπαθώντας να διαχειριστεί το οικονομικό σύστημα και να διαχειριστεί «περιορισμένους προϋπολογισμούς», αποδοκιμάστηκε και καταψηφίστηκε, ή δεν κατάφερε να εμπνεύσει ένα «κύμα αλλαγής».

Όσον αφορά την αντισυστημική, αντικαπιταλιστική αριστερά, επίσης, δεν κερδίζει κομμάτι της αγανάκτησης των κοινωνιών. Έχει, βέβαια, να αντιμετωπίσει την απόλυτη έλλειψη προβολής της -ο αντισυστημικός πολιτικός λόγος είναι κυριολεκτικά αποκλεισμένος από την κεντρική δημόσια σφαίρα και τα μέσα ενημέρωσης. Από την άλλη, στον χώρο αυτό υπάρχουν συνεχείς διασπάσεις και περιχαρακώσεις. Προβληματισμό προκαλεί συχνά η επιφυλακτική στάση της απέναντι σε κινήματα που γεννιούνται «χωρίς κηδεμόνα» και εκφράζουν το πνεύμα της εποχής. Και, ακόμα, οι άνθρωποι ζητούν από αυτή ένα εναλλακτικό όραμα συγκεκριμένο -θέλουν να τους δώσει την εικόνα του πώς θα είναι διαμορφωμένη η ζωή και η καθημερινότητά τους αν συγκρουστούν με όλο το κατεστημένο.

Τι συμβαίνει στους δρόμους της Ευρώπης

Αν τα όσα συμβαίνουν στο εκλογικό πεδίο μία φορά στα τέσσερα χρόνια, τυχαίνουν τεράστιας προβολής και ενδιαφέροντος, στο πεδίο της πραγματικής ζωής συμβαίνουν άλλα -αλλά αυτά μάλλον δεν κρίνονται το ίδιο ενδιαφέροντα. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, «ξεπήδησαν» κινήματα, με διαφορετικό ειδικό βάρος, αλλά το καθένα με τη σημασία του.

Στη Γαλλία, ο Εμανουέλ Μακρόν, προβεβλημένος αρχικά ως «σωτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», βρέθηκε αντιμέτωπος με τα «Κίτρινα Γιλέκα», ένα κίνημα που γεννήθηκε χωρίς στήριξη από κόμματα και συνδικάτα, θέτοντας αρχικά οικονομικά αιτήματα -πολύ γρήγορα και θεσμικά. Οι πυρπολήσεις πολυτελών καταστημάτων στη λεωφόρο των Ηλυσίων έγιναν πρωτοσέλιδο σε όλο τον κόσμο. Και αν τα μέσα ενημέρωσης σταμάτησαν πολύ σύντομα να ασχολούνται μαζί τους, εκείνοι δε σταμάτησαν να κινητοποιούνται. Στην «καρδιά της δημοκρατικής Ευρώπης», αντιμετωπίστηκαν με εκτοξευτήρες σφαιρών καουτσούκ. Χιλιάδες διαδηλωτές τραυματίστηκαν. Πολλοί άνθρωποι έχασαν το ένα τους μάτι από τις σφαίρες -οι εικόνες, όμως, με τα πρόσωπα αυτά, δεν προβλήθηκαν ιδιαίτερα. Ήταν τέτοια η βία της καταστολής, ώστε αναγκάστηκε να παρέμβει ακόμα και ο ΟΗΕ, που ζήτησε διερεύνηση της βίας. Και είναι ακόμα εδώ, το βίντεο με τους αστυνομικούς που έχουν βάλει μαθητές να κάθονται στα γόνατα με τα χέρια πίσω από το κεφάλι να κοιτούν τον τοίχο, στο πλαίσιο επιχειρήσεων καταστολής μετά από ημέρες διαδηλώσεων ενάντια στις εκπαιδευτικές αλλαγές στο σύστημα των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο από την κυβέρνηση Μακρόν.

Στη Γερμανία, τον περασμένο Οκτώβριο, 250.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βερολίνο σε μια μαζική αντιφασιστική πορεία, συνδέοντας αιτήματα. «Αλληλεγγύη όχι περιθωριοποίηση», ήταν το σύνθημα. «Ο ρατσισμός και οι διακρίσεις γίνονται κοινωνικά αποδεκτές. Η ανθρωπιά και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η θρησκευτική ελευθερία δέχονται επίθεση. Εκατομμύρια υποφέρουν από τις συνέπειες της υποεπένδυσης σε βασική φροντίδα, υγεία, φροντίδα παιδιών και εκπαίδευση», έγραφε η διακήρυξη.

Στην Ισπανία, στις 8 Μαρτίου, έγινε μια τεράστια κινητοποίηση την Ημέρα της Γυναίκας. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες -και άντρες- βγήκαν στους δρόμους. «Πιστεύουμε ότι ο φεμινισμός πηγαίνει παραπέρα από τον αγώνα των γυναικών -είναι ταξικός αγώνας», έλεγαν διαδηλωτές. Χαρακτηριστικό της κινητοποίησης, η πολύ μεγάλη παρουσία νέων γυναικών, αλλά και η μεγάλη, άνω του 60%, συμμετοχή στην απεργία στην εκπαίδευση, κατά την εφημερίδα Ελ Παΐς,.

Στη Σουηδία, γεννήθηκε ένα νέο κίνημα: οι διαδηλώσεις των νέων για την κλιματική αλλαγή. Μεγάλες πορείες έγιναν στη Γερμανία, και σταδιακά απλώθηκαν στις ευρωπαϊκές χώρες -και όχι μόνο-με μαθητές να δίνουν «κινηματικό ραντεβού» τις Παρασκευές. «Μα απογοητεύσατε στο παρελθόν. Αλλά οι νέοι αυτού του κόσμου έχουν αρχίσει να κινούνται, και δε θα σταματήσουμε πια», έγραφαν στην επιστολή τους στον Guardian την 1η Μαρτίου.

Στην Πολωνία, ένα από τα νεότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τις μεγαλύτερες χώρες, είναι σε εξέλιξη μια κοινωνική διεργασία με πολλές απολήξεις. Στις 8 Απριλίου, οι εκπαιδευτικοί της χώρας άρχισαν επ΄αόριστο απεργία, «τη μεγαλύτερη στην εκπαίδευση από το 1993». Ζητούν αύξηση κατά μέσο όρο πάνω από 25%, με την κυβέρνηση να δίνει 15%. Ζητούν, επίσης, ποιοτική δημόσια εκπαίδευση. Η κινητοποίηση άρχισε λίγο πριν τις εξετάσεις των μαθητών, και κράτησε τρεις εβδομάδες, με προσανατολισμό να επαναληφθεί από Σεπτέμβρη. Μετά από μακρά λιτότητα που επιβλήθηκε και στα σχολεία, μικρές αυτόνομες ομάδες εκπαιδευτικών συγκρότησαν έναν δημόσιο χώρο συζήτησης και ανάλυσης. Οι ενέργειές τους οδήγησαν στην κινητοποίηση του συνδικάτου. Οι εκπαιδευτικοί άρχισαν να εμφανίζονται στις άδειες αίθουσες με θαυμαστικά σε κίτρινες ή πορτοκαλί μπλούζες, για να εκφράσουν την αδικία στις ζωές τους, αλλά και τη θέλησή τους να φανταστούν τα δημόσια σχολεία πέρα από το παρόν σύστημα. Η απεργία συνδέθηκε με το φεμινιστικό ζήτημα, με την πλειονότητα των εκπαιδευτικών να είναι γυναίκες και να θέτουν τα ζητήματα της διπλής εκμετάλλευσης. Πλησίασαν και νέοι που άρχισαν να οργανώνονται με πρωτοβουλίες όπως οι Νέοι για το Κλίμα.

Αν αυτά ήταν τα «μεγάλα γεγονότα», υπήρξαν πολλά ακόμα, μικρότερης έκτασης, σε πολλές χώρες.

Τι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Το 2017, 112,8 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη των 400 εκατομμυρίων ζούσαν σε νοικοκυριά με τον κίνδυνο της φτώχιας ή του κοινωνικού αποκλεισμού -πάνω από το 22% του συνολικού πληθυσμού. Το ποσοστό φτάνει το 25% στα παιδιά, και σε πολλές χώρες ξεπερνά το 30%. «Το να είναι σχεδόν ένα στα δύο παιδιά φτωχό στη Βρετανία, δεν είναι απλά ντροπή, είναι κοινωνική συμφορά και οικονομική καταστροφή, όλα σε ένα», έγραφε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο απεσταλμένος του ΟΗΕ Φίλιπ Άλστον στην αναφορά του για τη φτώχια στη Βρετανία. Μετά από επισκέψεις σε μικρές και μεγάλες πόλεις, προειδοποιούσε ότι η λιτότητα έχει προκαλέσει «οξεία αύξηση στις τράπεζες τροφίμων και τις ουρές έξω από αυτές, ανθρώπους να κοιμούνται στους δρόμους, την αύξηση των άστεγων, την αίσθηση της βαθιάς απελπισίας που αναγκάζει ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση να διορίζει υπουργό για την πρόληψη των αυτοκτονιών, και την κοινωνία των πολιτών να αναφέρει το βάθεμα σε ανήκουστα επίπεδα της μοναξιάς και της απομόνωσης». Αυτά δε συμβαίνουν μόνο στη Βρετανία.

Σε έρευνες που γίνονται, πολίτες απαντούν ότι είναι δυσαρεστημένοι με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ταυτόχρονα δε θέλουν να φύγουν από αυτή. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 50% των ευρωπαίων που ρωτήθηκαν είπαν ότι τα πράγματα δεν κινούνται στη σωστή κατεύθυνση είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε στη χώρα τους. Αλλά θα ψήφιζαν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. αν γινόταν δημοψήφισμα. Είναι μια αντίφαση. Πού πηγαίνεις όταν δε σου αρέσει αυτό στο οποίο ζεις; «Φεύγεις», είναι μία απάντηση -αλλά συνήθως οι άνθρωποι φεύγουν όταν έχουν κάτι καλύτερο στον ορίζοντα. Η ένωση της Ευρώπης συνδέθηκε με την παύση των πολέμων μεταξύ των χωρών της. Συνδέθηκε, ακόμα, με την αίσθηση του ανήκειν σε ένα σύνολο, σε μία ομάδα. Είναι μια αίσθηση που, σε μεγάλο ποσοστό, κοινωνίες δε θέλουν να χάσουν -και ειδικά οι νέοι, που γεννήθηκαν εντός αυτού του οικοδομήματος, με μια κουλτούρα χωρίς σύνορα. Οπότε, αν δε φύγεις από εκεί όπου δεν περνάς καλά, η άλλη λύση, είναι να μείνεις, με την πρόθεση να το αλλάξεις. «Να αλλάξουμε την Ευρώπη». Να επιστρέψει η Ευρώπη στις ιδρυτικές της αξίες». «Να εκδημοκρατιστεί η Ευρώπη», ακούγεται όλο και πιο συχνά. Πάνω σε ποιες αξίες χτίστηκε, αλήθεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση; Χτίστηκε ως ένωση λαών, κοινωνιών και εργαζόμενων, στη βάση της ισότητας και της αλληλεγγύης;

Δυστυχώς για όσους δεν τους αρέσουν οι αναδρομές στο παρελθόν, μάλλον στην περίπτωση αυτή είναι απαραίτητες. Γεγονός, λοιπόν, είναι ότι από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, νικητές βγήκαν δύο υπερδυνάμεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση. Το 1947, το δόγμα Τρούμαν «εγκαινίαζε» τον Ψυχρό Πόλεμο, με τη διακήρυξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποστηρίξουν «τους ελεύθερους ανθρώπους που αντιστέκονται στην προσπάθεια υποταγής τους σε ένοπλες μειοψηφίες ή εξωτερικές πιέσεις». Η «ανησυχία» της εξάπλωσης του κομμουνισμού στην Ευρώπη ήταν παραπάνω από υπαρκτή. Έναν χρόνο μετά, ήρθε το «σχέδιο Μάρσαλ», για την «υποστήριξη της ανοικοδόμησης της Ευρώπης». Την ίδια χρονιά, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο, προχωρούσαν σε τελωνειακή, οικονομική και εμπορική συνεργασία, για αδασμολόγητη κίνηση εμπορευμάτων μεταξύ τους. Το 1951 ιδρύουν μαζί με τη δυτική Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, για να θέσουν σε κοινή διαχείριση τις δύο βασικές πρώτες ύλες της πολεμικής βιομηχανίας. Το 1958 ιδρύεται η ΕΟΚ, για μια κοινή αγορά, που θα επιτρέπει τη χωρίς περιορισμούς διακίνηση εμπορευμάτων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων. Από τη γέννησή της, η Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ουσιαστικά για τη διασφάλιση οικονομικών συμφερόντων.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70, το σύστημα λειτουργούσε με εργαλείο το οικονομικό μοντέλο του Κέυνς. Αλλά οι εργατικές διεκδικήσεις και η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού, άρα η μείωση των κερδών, προκάλεσαν την αντίδραση των καπιταλιστών. Επειδή το ζήτημα δεν ήταν πια μόνο οικονομικό: μια όλο και πιο μαχητική εργατική τάξη άρχιζε να συνδέεται με τα ριζοσπαστικά κινήματα του τέλους του ΄60, ζητώντας ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό της κοινωνίας και της οικονομίας, σημειωνόταν σε άρθρο στην ιστοσελίδα Brave New Europe στ ις αρχές του περασμένου χρόνου. «Ο πολωνός οικονομολόγος Μίχαλ Καλέτσκι είχε πει 30 χρόνια πριν, ότι η πλήρης απασχόληση δεν ήταν πια μόνο οικονομική απειλή για τις άρχουσες τάξεις, αλλά ήταν και πολιτική απειλή: δεν έπρεπε μόνο να μειωθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσης του εργατικού κόσμου, έπρεπε να καλλιεργηθεί η απάθεια. Έπρεπε να μεταφερθεί δύναμη από τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις στις αυτονομημένες πια τράπεζες. Έτσι ‘λύθηκαν και τα χέρια’ των κυβερνήσεων που μπορούσαν να μειώσουν το πολιτικό κόστος της μετάβασης στον νεοφιλελευθερισμό, κατηγορώντας διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, καθώς και πολυεθνικούς οργανισμούς. Και οι νέες πολιτικές παρουσιάζονταν πια ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της νέας, σκληρής πραγματικότητας της παγκοσμιοποίησης, από το οποίο ‘κανείς δε μπορεί να ξεφύγει’.»

Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύουν οποιαδήποτε κυβερνητική ανάμιξη στην οικονομία που «θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο ανάμεσα στα κράτη-μέλη». Υπαγορεύουν να λαμβάνονται πειθαρχικά μέτρα σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Απαγορεύουν την κρατική ενίσχυση σε στρατηγικής σημασίας εθνικές βιομηχανίες. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, θεωρούμενη και «θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», προετοίμασε την έλευση του ευρώ. Και, βέβαια, το κοινό νόμισμα εκ των πραγμάτων απαγορεύει σε ένα κράτος-μέλος να εκδίδει δικό του χρήμα.

Ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του για την Ευρωπαϊκή Ένωση -να πιστεύει ότι δεν υπάρχει ή υπάρχει ζωή έξω από αυτή. Όμως, δε μπορεί να αμφισβητηθεί το αντικειμενικό γεγονός: η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι χτισμένη με συγκεκριμένη αρχιτεκτονική -η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι Συνθήκες της. Αυτές οι Συνθήκες λειτουργούν ως καταστατική επιταγή. Θα μπορούσαν, ίσως, να τροποποιηθούν μόνο με ομοφωνία στο πλαίσιο μιας διεθνούς συμφωνίας -δηλαδή, πρακτικά, δε μπορούν: το μόνο που μπορούν στην πραγματικότητα να κάνουν τα κράτη είναι να αποκηρύξουν όλη τη δομή. Ή αλλιώς, όπως είχε δηλώσει χωρίς προσχήματα τον Ιανουάριο του 2015 στην εφημερίδα Le Figaro ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, «δε μπορεί να υπάρξει δημοκρατική επιλογή ενάντια στις ευρωπαϊκές Συνθήκες».

Όμως, η σκέψη της απόρριψης αυτού που υπάρχει, φέρνει φόβο για το τι θα το αντικαταστήσει. Στο μεταξύ, η φτώχια αγριεύει, το ίδιο και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών. Η οργή και η απογοήτευση των ανθρώπων συσσωρεύονται, και είναι φανερό ότι ψάχνουν να βρουν έκφραση. Το τέλος το παραδοσιακού δικομματισμού, αυτό ακριβώς δείχνει. «Οι ψηφοφόροι δεν κατανοούν τι ψηφίζουν», «οι ψηφοφόροι συντηρητικοποιούνται», ακούγεται πολλές φορές. Αλλά οι άνθρωποι μοιάζουν να ψάχνουν κάποιον να τους δώσει μια διέξοδο. Αναζητούν κάποιον να εκπληρώσει τις ελπίδες τους για κάτι καλύτερο από αυτό που ζουν. Και όταν απογοητεύονται, το αναζητούν αλλού. Μοιάζει σαν οι από κάτω να κινούνται πέρα-δώθε, ενώ οι από πάνω κινούνται συστηματικά προς μία κατεύθυνση. Δεν κινούνται παράλληλα -μια κρίση εκπροσώπησης που είναι φανερό ότι όλο και βαθαίνει.

Στο μεταξύ, η συζήτηση για το τι σημαίνει συμμετοχή στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι εξοβελισμένη από το προσκήνιο. Τα κράτη-μέλη πηγαίνουν κάθε φορά σε ευρωεκλογές, χωρίς να γίνεται καμία απολύτως ουσιαστική, βαθιά και σοβαρή συζήτηση-αντιπαράθεση, με στοιχεία και επιχειρήματα για το τι έχει προσφέρει και τι έχει πάρει η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την κοινωνία, και για το πώς έχει επηρεάσει τον κάθε τομέα της ζωής των απλών ανθρώπων, από την εργασία και τη γεωργία, μέχρι τις μεταφορές και την υγεία. Και έτσι, δε μπορούν να τεθούν ερωτήματα κρίσιμα: Μπορεί κανείς να αλλάξει «το σύστημα από μέσα»; Μπορεί μια χώρα “να τα καταφέρει μόνη της”; Με ποιο σκοπό θα έφευγε -να απομονωθεί σε ένα εθνικιστικό πλαίσιο, ή να χτίσει μια ανθρώπινη κοινωνία; Μπορεί κάτι που χτίστηκε λάθος να βελτιωθεί, ή πρέπει πρώτα να γκρεμιστεί για να οικοδομηθεί από την αρχή, από άλλα υποκείμενα, με άλλο σκοπό; Οι ευρωεκλογές τελείωσαν. Αλλά στην πραγματικότητα, όλα τα ζητήματα είναι εδώ. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω, δείχνει καθαρά ότι είναι ανάγκη, μεγαλύτερη παρά ποτέ, να ανοίξει η κουβέντα.

Μοιράσου το άρθρο: