της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες, ανακοινώθηκαν αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων σε πολλά μουσεία της χώρας, οι οποίες σχεδιάζεται να τεθούν σε ισχύ τον επόμενο χρόνο. «Τα ελληνικά μουσεία είναι από τα πιο φθηνά της Ευρώπης», ακούγεται πολλές φορές -και οι μισθοί, όμως, είναι από τους μικρότερους της Ευρώπης. Και το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο από το τι πληρώνει κάποιος για να μπαίνει στους χώρους όπου «ζει» κομμάτι της ιστορίας -το ζήτημα είναι τι πρέπει να πληρώσει κάποιος για να έχει πρόσβαση στον πολιτισμό.

Οι αυξήσεις σχεδιάζονται για το 2020, σε 24 αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, ανάμεσά τους και κάποια από τα μουσεία με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα, όπως το Εθνικό Αρχαιολογικό και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, όπου το ολόκληρο εισιτήριο θα γίνει από 10, 12 ευρώ, και το μειωμένο, από 5 θα γίνει 6 ευρώ. Αυξήσεις προβλέπονται και για αρχαιολογικούς χώρους όπως αυτός της Αρχαίας Αγοράς και το Μουσείο Στοάς Αττάλου, καθώς και στον αρχαιολογικό χώρο Σουνίου. Στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης σχεδιάζεται να γίνει η μεγαλύτερη αύξηση, από 2 ευρώ στα 6 ευρώ -αύξηση 200%. Σε πέντε αρχαιολογικούς χώρους θα υπάρξει μείωση. Με ποια κριτήρια έγιναν οι τιμολογιακές προτάσεις; Με βάση «στατιστικά στοιχεία και έσοδα από εισιτήρια, την κατάσταση των χώρων, την περιοχή όπου βρίσκονται -αν δηλαδή προσελκύουν κόσµο ή όχι- την ολοκλήρωση έργων ΕΣΠΑ, και την επισκεψιμότητά τους».

Το 11μηνο του περασμένου χρόνου καταγράφηκε αύξηση σχεδόν 10% στους επισκέπτες των μουσείων, και πάνω από 13% ήταν η αντίστοιχη αύξηση των επισκεπτών στους αρχαιολογικούς χώρους. Πόσοι από τους επισκέπτες είναι κάτοικοι, και πόσοι τουρίστες; Ακριβή στοιχεία δεν υπάρχουν. Με δεδομένη, πάντως, τη μεγάλη αύξηση του τουρισμού, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι αυξάνονται και οι επισκέψεις από τουρίστες σε αυτούς τους χώρους, κάτι που θεωρείται δυνάμει πηγή μεγαλύτερων εσόδων για το κράτος. Στα μουσεία, όμως, δε μπαίνουν μόνο τουρίστες, αλλά και κάτοικοι της χώρας -ή τουλάχιστον, αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος της πολιτείας. «Θα μπορούσε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε όσους ζουν εδώ», είναι μία σκέψη -σε μια κατεύθυνση κοινωνικού και όχι εθνικού προστατευτισμού. Αυτό, όμως, δε μπορεί να γίνει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω ευρωπαϊκής οδηγίας του 2010, που θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε «την αρχή της ισότητας» και θα αποτελούσε «πλεονέκτημα για τους κατοίκους έναντι πολιτών της υπόλοιπης Ε.Ε.».

Αυτό που σίγουρα ισχύει -και έχει χρησιμοποιηθεί και ως επιχείρημα υπέρ των αυξήσεων- είναι ότι μεγάλες κατηγορίες πολιτών έχουν διευκολύνσεις εισόδου σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους που ανήκουν στο Δημόσιο. Ελεύθερη πρόσβαση δικαιούνται, μεταξύ άλλων, όπως προβλέπεται σε απόφαση του 2017, οι νέοι μέχρι 18 ετών, κάτοχοι ενεργού κάρτας ανεργίας, πολύτεκνοι, μονογονεϊκές οικογένειες -ο γονιός που έχει την επιμέλεια- και κάτοχοι κάρτας αλληλεγγύης. Αυτές οι προβλέψεις σίγουρα καλύπτουν μεγάλο μέρος των οικονομικά αδύναμων, όχι, όμως, όλους, και ούτε παντού: η ελεύθερη είσοδος κατόχων κάρτας αλληλεγγύης και μονογονεϊκών οικογενειών -δύο από τις πιο ευάλωτες ομάδες, που αριθμούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους- ισχύει, για παράδειγμα, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά δεν ισχύει στο πιο προβεβλημένο μουσείο της Ελλάδας: στο μουσείο της Ακρόπολης.

Και η συνολική εικόνα γίνεται καλύτερα αντιληπτή, αν ανοίξει η συζήτηση για την πρόσβαση στο θέατρο και τη μουσική.

«Η τέχνη απελευθερώνει»

Το Μέγαρο Μουσικής άνοιξε το 1991. Το 2016 κρατικοποιήθηκε με τροπολογία που κατατέθηκε στη βουλή -και νωρίτερα, βέβαια, το κράτος υπήρξε εγγυητής των δανείων του φορέα. Με τον τρόπο αυτό, κρατήθηκε «στη ζωή» από το Δημόσιο ένας χώρος πολλών δυνατοτήτων -αλλά για ποιους;

Ρίχνοντας κανείς μια γρήγορη ματιά στις παραστάσεις που φιλοξενούνται στο Μέγαρο Μουσικής και στο κόστος των εισιτηρίων, βλέπει, για παράδειγμα, ότι για να παρακολουθήσει τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις αρχές Μαρτίου, θα έπρεπε να διαθέσει τουλάχιστον ποσό 10 ευρώ για την Γ΄ Ζώνη. Για μια παράσταση-«hi tech θέαμα», το κόστος είναι το λιγότερο 11 ευρώ -για την Ε΄ Ζώνη- ενώ οι τιμές ανεβαίνουν ανάλογα με το σημείο των θέσεων, φτάνοντας τα 40 ευρώ για τη «Διακεκριμένη Ζώνη». Διευκολύνσεις υπάρχουν για φοιτητές, νέους μέχρι 25 ετών, άνεργους, άτομα με αναπηρίες, ανθρώπους άνω των 65, και πολύτεκνους, οι οποίοι θα πρέπει να πληρώσουν 8 ευρώ -και να «χωρέσουν»  στην Ε΄ Ζώνη όπου «κατατάσσονται». Δηλαδή, μια οικογένεια χαμηλά αμειβόμενων με δύο παιδιά, θα πρέπει να πληρώσει 38 ευρώ -στην Ε΄ Ζώνη πάντα- στα οποία θα πρέπει να προστεθεί και το κόστος μετακίνησης με το μετρό, για παράδειγμα. 45 ευρώ, όμως, δεν είναι μικρό ποσό για μια τέτοια οικογένεια.

«Το θέατρο καλλιεργεί την ψυχή», ακούγεται συχνά. Το αναφέρει, άλλωστε στις αρχές του το Εθνικό Θέατρο: «Σκοπός του Εθνικού Θεάτρου είναι η μέσω της θεατρικής τέχνης προαγωγή της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και η διαφύλαξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας. Για τον σκοπό αυτό αναπτύσσει, προάγει και διαδίδει τη θεατρική τέχνη ως πολιτιστικό, παιδαγωγικό μορφωτικό και ψυχαγωγικό παράγοντα της κοινωνικής ζωής της χώρας.» Με μια, τυχαία και πάλι, ματιά σε μια παράσταση που έκανε πρόσφατα πρεμιέρα, διαπιστώνει κανείς ότι το Σάββατο και την Κυριακή το εισιτήριο κοστίζει 18 ευρώ στην πλατεία, και 15 ευρώ στα θεωρεία και τον Α΄ Εξώστη. Στο Μικρό Εθνικό, για μια παράσταση στην Εφηβική Σκηνή, το οικογενειακό πακέτο -που ισχύει μόνο τις Κυριακές- κοστίζει 32 ευρώ για δύο γονείς/συνοδούς και δύο παιδιά -συν το κόστος μετακίνησης. Ειδικές τιμές ισχύουν για όλες τις σκηνές, για άνεργους, άτομα με αναπηρίες, πολύτεκνους και φοιτητές -για συγκεκριμένες, όμως, μέρες και ζώνες.

Το «Ολύμπια-Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας», το νέο δημοτικό μουσικό θέατρο της Αθήνας, εγκαινιάστηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Για μια μουσική οπερέτα στα μέσα Φεβρουαρίου, το κανονικό εισιτήριο είχε τιμή εκκίνησης τα 15 ευρώ. Οι άνεργοι, οι φοιτητές, και οι άνθρωποι άνω των 65 έπρεπε να πληρώσουν 10 ευρώ, ενώ οι «θέσεις περιορισμένης ορατότητας» κόστιζαν 5 ευρώ. Άρα, μια μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας που αμείβεται με έναν μισθό 700 ευρώ, για να παρακολουθήσει μια παράσταση όπερας με τα δύο της παιδιά, πρέπει να δαπανήσει 45 ευρώ, συν το κόστος μετακίνησης με αστικά μέσα, ή, αν προλάβει να βρει φθηνά εισιτήρια, το κόστος θα είναι 15 ευρώ, για να παρακολουθούν με «περιορισμένη ορατότητα».

«Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι ο κορυφαίος δημόσιος πολιτιστικός οργανισμός της χώρας», αναφέρεται στην ιστοσελίδα του φορέα. Τον περασμένο Ιούλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ, σε συναυλία διάσημου βιολονίστα στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, οι τιμές των εισιτηρίων ξεκινούσαν από τα 28 ευρώ για το Άνω Διάζωμα, και έφταναν μέχρι τα 90 ευρώ, για τις θέσεις «VIP» -για όποιον αναρωτιέται για τα αρχικά, σημαίνουν «Πολύ Σημαντικά Πρόσωπα». Οι τιμές για σπουδαστές και άνεργους ξεκινούσαν από τα 22 ευρώ. Δηλαδή, για να παρακολουθήσει μια οικογένεια με δύο παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, χρειαζόταν να δαπανήσει τουλάχιστον 112 ευρώ. Ενώ για μια παράσταση που παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, υπήρξαν προσφορές στα εισιτήρια, με τιμές από 16 έως 26 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς και της παρουσίασης του έργου από θεατρολόγους. Άρα, το κόστος δύο σχετικά καλών θέσεων για ένα ζευγάρι, έφτανε τα 52 ευρώ.

Από τους δημόσιους φορείς πολιτισμού οργανώνονται και δωρεάν πολιτιστικές δράσεις, όπως κάποιες μέρες ελεύθερης εισόδου σε μουσεία, δωρεάν εισιτήρια για γενικές πρόβες παραστάσεων, ελεύθερες συναυλίες, και ορισμένες ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες «ανοίγματος» στην κοινωνία. Όμως, η «μεγάλη εικόνα» δεν είναι αυτή.

Οι φραγμοί στην επαφή με την τέχνη

«Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά δικαίωμα όλων», λένε συνήθως οι υπουργοί Πολιτισμού. Δε φαίνεται να ισχύει στην πράξη, και όχι μόνο για έναν λόγο.

Στη Βρετανία, περίπου 20 χρόνια πριν, η κυβέρνηση των Εργατικών εφάρμοσε τη δωρεάν είσοδο σε όλα τα μουσεία -που συνέχισαν, πάντως, να χρεώνουν είσοδο για ειδικές εκθέσεις. Όλα τα μουσεία τα οποία απελευθέρωσαν την είσοδο, είδαν εντυπωσιακή αύξηση επισκεπτών. Τον πρώτο χρόνο, στο μουσείο Βικτόρια και Άλμπερτ καταγράφηκε αύξηση 111%, από 1,1 σε 2,3 εκατομμύρια επισκέπτες. Το 2009, διαπιστώθηκε ότι οι επισκέψεις διπλασιάστηκαν, από 7,2 στα 16 εκατομμύρια το 2008. Το μέτρο «τράβηξε» πολύ περισσότερο κόσμο στα μουσεία. Προέκυψε, ωστόσο, ένα άλλο ζήτημα: το προφίλ των επισκεπτών δεν άλλαξε σημαντικά, αφού, όπως συζητήθηκε και συζητείται ακόμα στη Βρετανία, παρά  την κατάργηση των εισιτηρίων, παραμένουν άλλα εμπόδια που εμποδίζουν τους ανθρώπους από το να επισκέπτονται γκαλερί και μουσεία. Η έλλειψη γνώσης για την τέχνη της έκθεσης και μια αίσθηση φόβου για τα ίδια τα κτίρια, έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι δεν έχουν τα προσόντα να εκτιμήσουν «την τέχνη που κατέχει το έθνος». Η προσέλευση εκτοξεύτηκε, αλλά δεν υπήρξε η αναμενόμενη κοινωνική συμμετοχή. Άρα, η ελεύθερη είσοδος ήταν συνθήκη αναγκαία, αλλά όχι ικανή, για την προσέλκυση κόσμου που δε συνήθιζε να πηγαίνει σε τέτοιους χώρους. Οι επισκέψεις σχολείων είναι σίγουρα ένας τρόπος να έρθουν σε επαφή με την ιστορία και τον πολιτισμό μαθητές που αλλιώς δε θα είχαν τη δυνατότητα, αλλά δεν αρκούν για την δημιουργία μιας «ζωντανής», συνεχούς σχέσης του παιδιού με τον πολιτισμό σε αυτή του τη μορφή.

«10 ευρώ εισιτήριο δεν είναι πολλά χρήματα για μια όπερα» θα έλεγε ίσως κάποιος. Το άθροισμα, όμως, που προκύπτει για τα μέλη μιας οικογένειας είναι μεγάλο. «Για μια φορά δεν είναι τόσο δυσβάσταχτο», ίσως να ήταν ένα αντεπιχείρημα που θα ακολουθούσε. Ας υποτεθεί ότι αυτό ισχύει. Έχει αξία, όμως, να πηγαίνει μια οικογένεια μια φορά τον χρόνο σε μια παράσταση -ή η καλλιέργεια απαιτεί μια συστηματική σχέση με τον πολιτισμό; Αλλά πόσα χρήματα μπορούν να δαπανώνται ιδιωτικά για  μια σταθερή σχέση με την τέχνη, σε μια χώρα όπου πάνω από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους επαρκεί κατά μέσο όρο για 19 μέρες, και πάνω από το 60% λέει ότι πρέπει να κάνει περικοπές για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ;

Η παρεμβολή του χρήματος στη σχέση του ανθρώπου με την ιστορία και τον πολιτισμό, γεννά και έναν άλλο προβληματισμό: μήπως μετατρέπει τον πολιτισμό σε εμπόρευμα; Και αν ναι, βοηθά αυτή η οπτική να γίνει πιο ελκυστικός σε μια κοινωνία που, για διάφορους λόγους, «κρατιέται» μακριά του;

Και υπάρχουν και άλλοι φραγμοί. Το Μέγαρο Μουσικής είναι ένας χώρος που αποπνέει πολυτέλεια και, σε συνδυασμό με μια μυθολογία που το έχει περιβάλλει, ίσως δημιουργεί σε κάποιον την αίσθηση ότι απαιτούνται ειδικοί κώδικες συμπεριφοράς εκεί. Είναι εύκολο να νιώσει ένας απλός άνθρωπος παράταιρος, αν όχι παρείσακτος. Του το θυμίζουν εξάλλου: οι θέσεις που προβλέπονται για οικονομικά ευάλωτους, άνεργους, πολύτεκνους, φοιτητές, «ειδικά εισιτήρια», είναι αυτές με τη χειρότερη ορατότητα στη σκηνή. Περίεργο, το αντίθετο δε θα ήταν λογικό να συμβαίνει; -αυτός που αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες στην καθημερινότητά του, να παίρνει τις καλύτερες θέσεις στα δημόσια θεάματα; Να κάθονται, για παράδειγμα, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι στο κεντρικό θεωρείο, με την καλύτερη θέα, και οι «επίσημοι προσκεκλημένοι», στις λιγότερο προνομιακές θέσεις, αφού η ζωή τους είναι, ούτως ή άλλως, «προνομιακή»; Φυσικά, δεν περιμένει κανείς να ανατρέψει κάτι τέτοιο τους πραγματικούς όρους της ζωής ενός ανθρώπου, και ούτε θα μπορούσε να συμβεί στη σημερινή πραγματικότητα αυτή η ανακατανομή θέσεων -η κατανομή των οποίων γίνεται ακριβώς με βάση το πορτοφόλι και το κοινωνικό στάτους του καθένα, σε μια κοινωνία γεμάτη «ταξικούς μικρόκοσμους». Είναι, πάντως, μια ωραία νοερή εικόνα.

Αντίστοιχη, αλλά με άλλο περιεχόμενο, η επιφυλακτικότητα για την παρουσία κάποιου στην Επίδαυρο ή το Ηρώδειο. Είναι αυτή η ιδέα που «αιωρείται», ότι πρέπει κάποιος να γνωρίζει, για παράδειγμα, για το αρχαίο δράμα, να είναι καταρτισμένος και καλλιεργημένος για να «πατήσει το πόδι του» σε τέτοιους χώρους -και η απαίτηση να γνωρίζει και ποιο είναι το σωστό παπούτσι για την προστασία του αρχαίου χώρου. Ο ελιτισμός -αυθεντικός είτε «απομίμηση»- που κρύβει η άποψη ότι τα παραπάνω «οφείλει» να τα γνωρίζει ένας απλός άνθρωπος, καταλήγει να τον αποθαρρύνει αν τον κάνει να σκέφτεται αν «χωρά» στο Μέγαρο Μουσικής ή την Επίδαυρο. Ενώ, στην πραγματικότητα, ο καθένας έχει το δικαίωμα να βρίσκεται σε χώρους που ανήκουν σε όλους -χωρίς ιδιοκτήτες και «έλεγχο στην πόρτα».

Και αυτό, όχι μόνο επειδή ο πολιτισμός και οι χώροι του είναι «δημόσιο κτήμα». Αλλά και επειδή η τέχνη έχει αυτή την ικανότητα να γεννά πρωτόλεια συναισθήματα ακόμα και στον μη μυημένο. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι χρειάζεται καλλιέργεια και εξοικείωση για να κατανοεί κανείς περισσότερα -και να λαχταρά και περισσότερα. Αλλά πώς θα συμβεί η εξοικείωση της κοινωνίας με την τέχνη, αν δεν υπάρχει συστηματική επαφή από μικρή ηλικία; Αν έχει γεννηθεί ένα παιδί σε ένα σπίτι όπου ο κόπος για την επιβίωση δεν αφήνει χώρο, χρόνο και χρήμα για άλλες αναζητήσεις; Πώς θα αποκτήσει πρόσβαση και σχέση με τον πολιτισμό;

Στην πραγματικότητα, η πολιτική «εισόδου» σε χώρους τέχνης και πολιτισμού, είναι φορτισμένη με νόημα. Αποκαλύπτει δομικές αξίες μιας πολιτείας, συμπυκνώνει τον τρόπο που σκέφτεται. Βλέπει η πολιτεία τους χώρους πολιτισμού ως εταιρίες με σκοπό το κέρδος, ή ως καταφύγια γνώσης για όλους αδιακρίτως; Τα μουσεία δεν ιδρύθηκαν με σκοπό το κέρδος -περισσότερο μοιάζουν με σχολεία, με σκοπό την απόκτηση γνώσεων. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις βιβλιοθήκες να κόβουν εισιτήρια για να μπει κανείς μέσα; Τα έργα τέχνης δεν είναι «δρόμοι» μέσα από τους οποίους ο άνθρωπος ανακαλύπτει πράγματα για τον κόσμο και τον εαυτό του; Πόσο θα άλλαζε άραγε η εικόνα των μουσείων στο κοινό της χώρας αν καταργούσαν τα εισιτήρια, στέλνοντας το μήνυμα ότι πρώτος τους στόχος είναι η επαφή των ανθρώπων με την τέχνη, η κατανόηση της διαφορετικότητας αλλά και αυτών που ενώνουν τους ανθρώπους;

Αντίστοιχα, αν φεστιβάλ και θέατρα επιλέγουν να φιλοξενούν παραστάσεις και συναυλίες ωραίες, αλλά ακριβές ως παραγωγές, δεν είναι κοινωνικά δίκαιο, ως δημόσιοι πολιτιστικοί φορείς, να έχουν κρατική επιδότηση τέτοια ώστε να μπορεί ο καθένας να τις παρακολουθήσει, από τον «πρώτο» ως τον «τελευταίο» πολίτη; «Φεστιβάλ», φιέστα, γιορτή, δηλαδή, δημόσια χαρά -αυτό δε θα έπρεπε να είναι, χαρά που μπορεί να ζήσει ο καθένας;

Μπορεί η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο; Δε μπορεί να τον αλλάξει. Μπορεί, όμως, να ενισχύσει στους ανθρώπους την επιθυμία να τον κάνουν καλύτερο. Επειδή, κοιτώντας «έξω», βλέπει ταυτόχρονα και  «μέσα». Λέει μια φράση, «η ομορφιά είναι στα μάτια του θεατή». Τι διαμορφώνει την άποψη του ανθρώπου για το τι είναι ωραίο; Οι εμπειρίες, είναι μία απάντηση. Η επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό, χωρίς εμπόδια και φραγμούς, είναι μια τέτοια εμπειρία. Αν ήταν ελεύθερα προσβάσιμη; Αν οι πολίτες έμπαιναν δωρεάν σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους; Αν το ίδιο συνέβαινε με τις παραστάσεις και τις συναυλίες όλων των χώρων πολιτισμού που ανήκουν στο Δημόσιο; Αν η αγάπη στην τέχνη καλλιεργούνταν από νωρίς; Αν οι σχολικές ώρες για αυτά τα μαθήματα αυξάνονταν, συνοδεύονταν από καλλιτεχνικά εργαστήρια, αίθουσες με μουσικά όργανα και θεατρικά εργαστήρια, και αποσυνδέονταν από τους βαθμούς; Αν έμπαιναν οι «Καλοτεχνίτες» στα σχολεία; Στους χώρους εργασίας; Αν οι τοίχοι γέμιζαν εικόνες; Αν ακουγόταν μουσική; Αν λειτουργούσαν εργαστήρια μουσικής, κινηματογράφου, φωτογραφίας, θεάτρου σε κάθε περιοχή, για να μην αποκλείεται κανείς; Αν το μετρό και οι δρόμοι γέμιζαν με αφίσες που θα καλούν τον κάθε άνθρωπο να μπει στους πολιτιστικούς χώρους; Αν το μήνυμα ήταν «είσαι ευπρόσδεκτος, όποιος κι αν είσαι»;

Αλλά για να συμβούν όλα αυτά, χρειάζεται πρώτα να γίνει μια βασική επιλογή: στόχος είναι «να μην επιβαρύνει ο πολιτισμός τον προϋπολογισμό», ή να προστατεύει ο προϋπολογισμός τον πολιτισμό, για όλους; Και, αν ισχύει το δεύτερο, «πού θα βρεθούν τα χρήματα;» Κι αυτό επιλογή είναι. Θα σκεφτούν πολλοί, και δίκαια, «δεν προηγούνται άλλες ανάγκες;» Φυσικά και η ικανοποίηση των υλικών, βασικών αναγκών, είναι απαραίτητος όρος για να υπάρξουν όλα τα άλλα. Αλλά, διεκδικώντας ταυτόχρονα και «όλα τα άλλα», γίνεται ακόμα πιο φανερό πόσο όλες οι ανάγκες του ανθρώπου τελικά συνδέονται -και πως, αν η διεκδίκησή τους συνδεθεί, ίσως, δε θα χρειάζεται πια να μπουν προτεραιότητες.

 

Πηγή φωτογραφίας: Μέγαρο Μουσικής – Στέφανος Καραμανιάν

Μοιράσου το άρθρο: