Η απόφαση Τραμπ να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή δημιούργησε πλήθος αντιδράσεων σε πολλές από τις 197 χώρες που την έχουν συνυπογράψει και βέβαια την οργή των περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Οι ΗΠΑ, με συμμετοχή 13,9% στις παγκόσμιες εκπομπές CO2 είναι o δεύτερος μεγαλύτερος ρυπαντής της ατμόσφαιρας, μετά την Κίνα, που μετέχει με 29,7%. Οι επόμενες χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά ρύπων είναι η Ινδία με 9.1%, η Ρωσία με 4,6%, η Ιαπωνία με 3,1% και η Γερμανία με 2%. Επομένως, η Αμερική, αφενός αποτελεί ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος∙  αφετέρου, λόγω ισχύος, μπορεί να επηρεάσει κι άλλα κράτη, θέτοντας σε κίνδυνο μια συμφωνία που επιτεύχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 2015, μετά από μακρές διαβουλεύσεις, εντάσεις και συμβιβασμούς.

TΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

Η Συμφωνία αποτελεί σχέδιο δράσης για συγκράτηση της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από τους 2°C σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή και με ορίζοντα τα μέσα αυτού του αιώνα.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως εάν φτάσουμε -κι ακόμη χειρότερα αν ξεπεράσουμε- αυτά τα όρια, τίθενται σε λειτουργία στην ατμόσφαιρα μηχανισμοί που οδηγούν όχι απλώς σε ακραία φαινόμενα, αλλά σε ανεξέλεγκτες κλιματικές αλλαγές.

Και το ζήτημα είναι πως, όταν εκλύεται διοξείδιο του άνθρακα, χρειάζονται περίπου 20-30 χρόνια για να αντιδράσει η ατμόσφαιρα. Δηλαδή αν με κάποιο μαγικό τρόπο σταματούσαμε σήμερα όλες τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η πλανητική θερμοκρασία θα συνέχιζε να ανεβαίνει για περίπου 20 χρόνια εξαιτίας  των εκπομπών που έχουμε ήδη εκλύσει.

Επομένως, σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για τις Κλιματικές Αλλαγές, προκειμένου να μην ξεπεράσουμε τους 2 βαθμούς, οι παγκόσμιες εκπομπές θα πρέπει να κορυφωθούν μέσα στην επόμενη δεκαετία και στη συνέχεια να μειώνονται ταχύτατα, για να μηδενιστούν το διάστημα 2050-2070. Αυτό βέβαια προϋποθέτει εγκατάλειψη των όποιων νέων επενδύσεων σε πετρέλαιο, λιγνίτη, άνθρακα, φυσικό αέριο, προώθηση των ανανεώσιμων πηγών,  αλλά και μεγάλη εξοικονόμηση ενέργειας. Σημαίνει επίσης αλλαγή συνηθειών που αφορούν όλους μας, όπως μείωση της κατανάλωσης κρέατος και μεγαλύτερη χρήση φυτικών τροφών, προστασία των δασών που έχουν απομείνει, αποφυγή της περιττής αυτοκίνησης, αλλά και των πολλών αεροπορικών ταξιδιών, όταν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι.

Όλα αυτά βέβαια βασίζονται, όπως το τοποθετεί η Συμφωνία, όχι σε υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά ουσιαστικά σε εθελοντικές δεσμεύσεις των χωρών που μετέχουν. Ετσι, τα κράτη μέλη της Συμφωνίας αναλαμβάνουν να εκπονούν μόνα τους και να υλοποιούν εθνικά σχέδια δράσης για το κλίμα με στόχο τη μείωση των εκπομπών τους. Δεσμεύονται, επίσης, να γνωστοποιούν ανά 5ετία τις συνεισφορές τους, ώστε να υπάρχει μια μορφή ελέγχου και διαφάνειας,  αλλά προκειμένου και να επανακαθορίζονται οι στόχοι. Επίσης, βάση της Συμφωνίας, η ΕΕ και οι άλλες ανεπτυγμένες χώρες και περιοχές θα πρέπει να παρέχουν  χρηματοδότηση προς τα αναπτυσσόμενα κράτη για να μειώσουν τις δικές τους εκπομπές, να προστατέψουν τα τροπικά δάση, αλλά  και να θωρακιστούν έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Κι εδώ ωστόσο το πλαίσιο εφαρμογής είναι πολύ ευρύ και τελικά όχι υποχρεωτικό.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΡΑΜΠ ΓΙΑ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η απόφαση Τραμπ δεν προκάλεσε, τουλάχιστον προς το παρόν, ντόμινο με χώρες επίφοβες, όπως π.χ. η Αυστραλία και η Βραζιλία. Έτσι, προς ώρας, η Συμφωνία δείχνει να αντέχει και μάλιστα να ενισχύεται. Κι αυτό γιατί την υποστηρίζουν ενθέρμως η ΕΕ και η Κίνα, τον Σεπτέμβριο την υπέγραψε και η Ρωσία, ενώ την ενδυνάμωσαν ηθικά οι κινητοποιήσεις των νέων για το Κλίμα σε πολλά σημεία του Πλανήτη.

Σε ό,τι αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα με την απόφαση Τραμπ, 25 πολιτείες των ΗΠΑ με Δημοκρατικούς κυβερνήτες και πολλές αμερικανικές πόλεις και επιχειρήσεις έχουν δεσμευθεί για ουδετερότητα διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2050. Έτσι, τέτοιες πρωτοβουλίες  αντισταθμίζουν σε κάποιο  βαθμό την στάση της Ουάσιγκτον. Επιπλέον, το σύνολο των υποψήφιων των Δημοκρατικών για τις επόμενες προεδρικές εκλογές έχουν δεσμευτεί για τήρηση των Συμφωνιών του Παρισιού. Ολοι αυτοί οι παράγοντες θεωρούν πως είναι μία ξεπερασμένη ιδέα του 20ου αιώνα η αντίληψη  που προωθεί ο Αμερικανός Πρόεδρος και οι υποστηρικτές του ότι η κλιματική κινητοποίηση δημιουργεί μόνον κόστος και όχι και οικονομικά οφέλη και πως καταστρέφει θέσεις εργασίας, ενώ δημιουργεί και νέες.

Ωστόσο, μια τυχόν επανάληψη της προεδρικής νίκης Τραμπ το ’20 θα δημιουργήσει οριστικά άλλα πολιτικά δεδομένα για τις ΗΠΑ και διεθνώς. Επιπλέον, η ρητορική πολλών από τους ένθερμους υποστηρικτές της Συμφωνίας του Παρισιού δεν ακολουθείται απαραιτήτως από συγκεκριμένα επιτεύγματα για την προστασία της κλιματικής ισορροπίας.

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΛΟΓΩΝ, ΠΕΙΝΙΑ ΕΡΓΩΝ   

Παρά τον πολλαπλασιασμό των ανησυχούντων για την κλιματική αλλαγή πολιτικών ηγετών, επικεφαλής διεθνών οργανισμών, επιχειρηματικών παραγόντων κλπ.  και των βαρύγδουπων δηλώσεων στις οποίες προβαίνουν ολοένα και συχνότερα, στην  πράξη παραμένουν ακόμη λίγα εκείνα που υλοποιούνται, ενώ η γενική κατάσταση χειροτερεύει.

Την εκτίμηση αυτή κάνουν 11.200 επιστήμονες από 153 χώρες (μεταξύ των οποίων και από την Ελλάδα) με διακήρυξη τους στο περιοδικό BioScience.  Σ’ αυτήν συγκρίνουν τα δεδομένα του 1979, όταν πριν 40 χρόνια άρχιζαν οι πρώτες συζητήσεις για το κλίμα, με τα σημερινά ισχύοντα και διαπιστώνουν διαρκή επιδείνωση όλων των δεικτών, παρά τη υποτιθέμενη εγρήγορση των τελευταίων χρόνων και την έστω μερική εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο από το 2008.

Έτσι, οι εκπομπές του θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνονται με γοργό ρυθμό, όπως επίσης και οι παγκόσμιες θερμοκρασίες σε ξηρά και θάλασσα, η στάθμη των ωκεανών υψώνεται, τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται πιο συχνά, η τήξη των πάγων σε Ανταρκτική, Αρκτική και Γροιλανδία μεγαλώνει, η ανά κεφαλή παραγωγή κρέατος διογκώνεται, η σπατάλη των τροφίμων δεν μειώνεται (σήμερα τουλάχιστον το 1/3 όλων των παραγόμενων τροφών καταλήγει στα σκουπίδια χωρίς να καταναλωθεί), η απώλεια δέντρων συνεχίζεται παγκοσμίως (και ιδίως στις περιοχές των τροπικών δασών), ο δε αριθμός των επιβατών που διακινούνται με αεροπλάνα μεγεθύνεται ασύστολα.

Επίσης, με βάση την ευρωπαϊκή υπηρεσία Copernicus, ο περασμένος Οκτώβριος ήταν ο ζεστότερος που έχει ποτέ καταγραφεί. Συγκεκριμένα, ο φετινός Οκτώβριος ήταν 0,63 βαθμούς Κελσίου πάνω από τη μέση θερμοκρασία της περιόδου αναφοράς 1981-2000, καταρρίπτοντας με πολύ μικρή διαφορά (0,01 βαθμό Κελσίου) το ρεκόρ του Οκτωβρίου 2015.  Κι αυτό σημαίνει πως φτάνουμε σε 1,2 βαθμό Κελσίου πάνω από τη θερμοκρασία της προβιομηχανικής περιόδου. Ακόμη, η ίδια υπηρεσία επισημαίνει ότι πρόκειται για τον πέμπτο συνεχόμενο μήνα που καταρρίπτει ή προσεγγίζει ένα ρεκόρ. Απ΄ την άλλη, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας εκτιμά ότι το 2019 θα βρεθεί μεταξύ των 5 ετών με τις υψηλότερες θερμοκρασίες ιστορικά, κάτι που το συνδυάζει με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Επομένως, είναι πολλά και επείγοντα εκείνα που πρέπει να γίνουν από κράτη, επιχειρήσεις, αλλά και εμάς όλους. Γιατί η αλλαγή Κλίματος δεν θα πέσει από τον ουρανό…

Μοιράσου το άρθρο: