Άρθρο του ανταποκριτή μας Αλέξανδρου Μόρντουντακ

Ο Πορφίριο Ντίαζ, ο οποίος στιγμάτισε την πολιτική ζωή του Μεξικό κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, είχε πει για τη χώρα του την περίφημη φράση: «Κακόμοιρο Μεξικό! Τόσο μακριά από τον Θεό, τόσο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες! (¡Pobre México! ¡Tan lejos de Dios y tan cerca de los Estados Unidos!)». Καθώς τα θύματα της πανδημίας του κορονοϊού στις Ηνωμένες Πολιτείες υπερέβησαν τις 100.000, η αγωνία για την δημόσια υγεία και την οικονομία μπλέκεται με την προεκλογική εκστρατεία, και το απόφθεγμα του Ντίαζ ίσως σηκώνει μια διασκευή για την κακόμοιρη Αμερική, η οποία μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί τόσο κοντά στον ιό, και τόσο μακριά από τις εκλογές.

Δεν είναι βέβαιο πως οι εκλογές θα λύσουν τα προβλήματα. Για την ακρίβεια, βέβαιο είναι μάλλον το αντίθετο. Η πόλωση ανάμεσα στα δύο κόμματα έχει αυξηθεί σε βαθμό ο οποίος επιτρέπει με ευκολία σε κάποιον να υποστηρίζει πως, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, θα δημιουργήσει τουλάχιστον πικρία και εμπάθεια. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δύο αμέσως αιρετοί κλάδοι της κυβέρνησης, η προεδρία και το Κογκρέσο, θα παραμείνουν μοιρασμένοι ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς. Μεγάλο μέρος της νομοθετικής λειτουργίας θα παραμείνει υπό την ομηρία ιδεολογικών διαφορών και διαπραγματεύσεων. Το ένα πρόβλημα επί της παρούσης είναι πως εντός της προεκλογικής περιόδου, αυτές οι διαφορές εντείνουν τη ρητορική των διαπραγματεύσεων, παγιδεύοντας τους διαπραγματευτές σε ακραίες θέσεις. Το άλλο πρόβλημα είναι πως η παρούσα προεκλογική περίοδος εξελίσσεται συγχρόνως με την πανδημία, η οποία δεν προσφέρεται για την εξυπηρέτηση ακραίων θέσεων, και αδιαφορεί για ιδεολογικές θέσεις.

Τόσο κοντά στον ιό

Κάποια στιγμή σήμερα όλος ο κόσμος της ενημέρωσης θα ασχοληθεί με το τραγικό ορόσημο των 100.000 θυμάτων του κορονοϊού στην Αμερική. Σε μια ευφυέστατη πράξη δημοσιογραφικής συνείδησης και ανθρωπισμού, λοιπόν, οι New York Times αφιέρωσαν ένα τους πρωτοσέλιδο στα θύματα της covid-19 λίγες ημέρες πριν την συμπλήρωση αυτού του συνταρακτικού πλήθους. Δεν είναι πως η εφημερίδα, σε αντίθεση με κάθε αρχάριο μαθητή στατιστικής, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πότε τα θύματα θα έφταναν τις 100.000, ούτε πως δεν ήθελε να χάσει τα πρωτεία του σχολιασμού, περιμένοντας να βγάλει το αφιέρωμά της μετά την συμπλήρωση του αριθμού. Το πρωτοσέλιδο των New York Times προηγήθηκε της μαθηματικής είδησης επειδή στόχος ήταν να μην χρησιμοποιηθεί η αριθμητική της τραγωδίας ως ένα απλό ορόσημο, επειδή ως ορόσημο αφαιρεί την ανθρώπινη διάσταση του γεγονότος. Το θέμα δεν είναι πως συμπληρώθηκε ένας φριχτός αριθμός, το θέμα είναι η ίδια η φρίκη μιας εκ των πλέον ανεπτυγμένων χωρών, παγκοσμίως, η οποία θρηνεί 100.000 θύματα εντός περίπου 4 μηνών, χωρίς να έχει πείσει τους πολίτες της πως διαθέτει προστασία, θεραπεία, ή πρόληψη.

Walter Budz stands in front of his mother Jozefa’s grave after leaving flowers there and tidying it up on Mother’s Day, at Calvary Cemetery on Sunday, May 10, 2020, in New York. The cemetery has been closed due to concerns over the spread of coronavirus, but opened its gates for several hours Sunday to allow families to visit the graves of loved ones. (AP Photo/Kathy Willens)

Ο πρώτος θάνατος λόγω κορονοϊού στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε στις 6 Φεβρουαρίου. Την Τετάρτη, 27 Μαΐου, συμπληρώθηκαν 100.000 θύματα στην Αμερική, συμπληρώθηκαν όμως και 100.000 κρούσματα στην Καλιφόρνια, η οποία έγινε η 4η πολιτεία με τόσα πολλά διεγνωσμένα κρούσματα, ακολουθώντας την Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρζι, και το Ιλινόι. Η Καλιφόρνια, όμως, η οποία ήταν η πρώτη πολιτεία που επέβαλλε στους πολίτες της περιορισμό κατ’οίκον, έχει την καλή τύχη να παρατηρεί μειωμένο ποσοστό θανάτων επί του συνολικού της πληθυσμού, συγκριτικώς προς άλλες πολιτείες, οι οποίες έχουν πληγεί σε τόσο μεγάλο βαθμό από την πανδημία. Την ίδια ώρα, το Ινστιτούτο Κόστους Παροχής Υγείας, το οποίο εδρεύει στην Ουάσινγκτον, υπολόγισε πως η θνησιμότητα των Αμερικανών κατά τον Απρίλιο ήταν αυξημένη κατά 10% έναντι της αντίστοιχης περιόδου των προηγουμένων 6 ετών, ενώ στην πόλη της Νέας Υόρκης και για το ίδιο χρονικό διάστημα αναφέρονταν ημερησίως διπλάσιοι θάνατοι έναντι των προηγουμένων ετών.

A patient is transferred from Elmhurst Hospital Center to a waiting ambulance during the current coronavirus outbreak, Tuesday, April 7, 2020, in New York. New York Gov. Andrew Cuomo said last week that the city’s overtaxed hospitals could move patients to other medical facilities to ease the burden on local hospitals. (AP Photo/Kathy Willens)

Τα ημερησίως διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία εξακολουθούν να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις στις διάφορες πολιτείες. Μουδιασμένη από το βιολογικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος της πανδημίας, η πολιτεία της Νέας Υόρκης βλέπει τα ημερησίως αναφερόμενα πλήθη των νοσοκομειακών εισαγωγών, των διασωληνώσεων, και των θυμάτων να μειώνονται. Τις προηγούμενες ημέρες, τα θύματα της πανδημίας υποχώρησαν σε διψήφιο αριθμό, ενώ και στην πόλη της Νέας Υόρκης, το ποσοστό των δημοτών που έχουν βρεθεί θετικοί στον ιό έχει περιοριστεί στο 8%. Οι συνθήκες, όμως, δεν είναι παντού ίδιες, ενώ καινούριες έρευνες τονίζουν συνεχώς την πιθανώς διαφορετική επίδραση του ιού σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό του Lancet επί των Αναπνευστικών Ασθενειών παρατηρεί πως οι πνεύμονες Αφρο-Αμερικανών θυμάτων βαρύνονταν από θρόμβους και συγγενείς αιμορραγίες, παράγοντες, οι οποίοι δύνανται να εξηγήσουν την δυσανάλογη επίδραση του ιού στην συγκεκριμένη κοινότητα. Την ίδια ώρα, μιλώντας σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία πραγματοποίησε ακροάσεις την Τετάρτη, ο Δρ. Τόμας Ντιν Σέκουιστ ανέφερε πως οι γηγενείς Αμερικανοί αντιμετωπίζουν αυξημένες ελλείψεις διαγνωστικών ελέγχων, και αυξημένο κίνδυνο ψυχολογικών νόσων στο πλαίσιο της πανδημίας.

Συγχρόνως, τα νέα για την ρεμδεσιβίρη εξακολουθούν να είναι θετικά, αν και η κλινική έρευνα της χορήγησής της συνεχίζεται, και πολλά από τα δεδομένα χρειάζονται περαιτέρω επεξεργασία. Πρόσφατο επιστημονικό άρθρο επανέλαβε την αρχική εκτίμηση πως πενθήμερη χορήγηση ρεμδεσιβίρης σε μη διασωληνωμένους ασθενείς είναι εξ ίσου αποτελεσματική με δεκαήμερη χορήγηση. Τα συγκεκριμένα στοιχεία, όμως, προκύπτουν από έρευνα χωρίς δείγμα ελέγχου, δηλαδή χωρίς να συγκρίνονται προς ασθενείς, στους οποίους χορηγήθηκε ψευδοφάρμακο. Η αξιολόγηση της έρευνας, λοιπόν, αφορά στις δύο χρονικές εκδοχές των ερευνώμενων θεραπευτικών πρωτοκόλλων, και όχι στην ίδια την θεραπευτική δράση της ρεμδεσιβίρης, η οποία, παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζεται από άλλα τμήματα της έρευνας ως συντείνουσα στον περιορισμό του χρόνου αποθεραπείας. Σε αυτό το επίπεδο αποδοτικότητας, η επιβεβαίωση της δράσης της ρεμδεσιβίρης εντός 5 αντί 10 ημερών, σημαίνει πως οι υπάρχουσες δόσεις του φαρμάκου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της θεραπείας περισσοτέρων ασθενών.

Dr. Anthony Fauci, director of the National Institute of Allergy and Infectious Diseases, speaks remotely during a virtual Senate Committee for Health, Education, Labor, and Pensions hearing, (Win McNamee/Pool via AP)

Σε πρακτικό επίπεδο, τα πλέον αισιόδοξα νέα εξακολουθούν να αφορούν στην συνεπή τήρηση των όρων ασφαλείας και φυσικής αποστασιοποίησης για την αποφυγή μόλυνσης. Η πρόληψη παραμένει η βασική ιατρική συμβουλή, ειδικώς καθώς όλες οι πολιτείες της χώρας έχουν προχωρήσει σε τουλάχιστον μερική άρση των απαγορεύσεων κίνησης και εργασίας. Ο Δρ. Άντονι Φάουτσι, βασικό μέλος της ομοσπονδιακής ομάδας αντιμετώπισης του κορονοϊού και επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων, επανέλαβε την εκτίμησή του πως ένα εμβόλιο κατά του ιού θα είναι διαθέσιμο μέχρι τον ερχόμενο Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο, περαιτέρω τονίζοντας, όμως, την αξία της προσοχής, με την οποία η χώρα επιστρέφει σε περισσότερο συνηθισμένους ρυθμούς. Ο ειδικός λοιμωξιολόγος, ο οποίος έχει γίνει αρκετές φορές στόχος έντονης κριτικής για την διστακτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει την οικονομική επανέναρξη των Η.Π.Α., σχολίασε πως ένα δεύτερο κύμα διασποράς του ιού είναι πιθανό, αλλά μπορεί να αποφευχθεί με την κατάλληλη πρόληψη, και την επισταμένη προσοχή του κράτους για την διενέργεια διαγνωστικών ελέγχων και την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων τους. Επιπλέον, τόνισε πως ενδεχόμενη αύξηση των κρουσμάτων εν μέσω της πρώιμης φάσης επανέναρξης, στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή η Αμερική, δεν θα είναι αμέσως αντιληπτή. «Μην έχετε υπέρμετρη αυτοπεποίθηση», συμβούλευσε τους Αμερικανούς, υπενθυμίζοντας πως η έκταση της διασποράς γίνεται αντιληπτή μετά από «δύο, τρεις, ή και περισσότερες εβδομάδες, και εκείνη την ώρα μπορεί να υπάρξει αύξηση». Σε συνέντευξή του στο CNN, ο Δρ. Φάουτσι τοποθετήθηκε και επί δύο ιατρικών θεμάτων, τα οποία έχουν σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, αφ’ ενός υποστηρίζοντας πως «τα επιστημονικά δεδομένα είναι πλέον προφανή» περί της απουσίας ωφελειών από την χορήγηση υδροξυχλωροκίνης, την οποία υποστηρίζει ο πρόεδρος Τραμπ εναντίον του κορονοϊού, και, αφ’ ετέρου, σχολιάζοντας πως ο ίδιος φοράει ιατρική μάσκα όταν βρίσκεται σε δημοσίους χώρους, επειδή θέλει να προστατεύσει τον εαυτό του και τους άλλους, και επειδή θέλει να καταστήσει τη χρήση τους «ένα σύμβολο για να βλέπουν οι άνθρωποι πως αυτό θα πρέπει να κάνουν». Τις προηγούμενες μέρες, η ούτως ή άλλως πολιτικοποιημένη χρήση μασκών βρέθηκε στο επίκεντρο και άμεσης κόντρας ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο και τον αντίπαλό του στις προσεχείς εκλογές, Τζο Μπάιντεν.

President Donald Trump speaks as he tours Ford’s Rawsonville Components Plant that has been converted to making personal protection and medical equipment, Thursday, May 21, 2020, in Ypsilanti, Mich. (AP Photo/Alex Brandon)

Και τόσο μακριά από τις εκλογές

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναλάβει πολλές φορές πως δεν φοράει μάσκα για διάφορους λόγους: Επειδή είναι υγιής, επειδή ελέγχεται καθημερινώς και προστατεύεται (όπως είναι αναμενόμενο για τον πρόεδρο της χώρας), και επειδή αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ως εμψυχωτή του έθνους, προφανώς αντιπαραβάλλοντας την επιλογή του με την εικόνα ενός ανθρώπου που φοράει μάσκα επειδή φοβάται. Η αλήθεια είναι πως οι απλοί Αμερικανοί δεν απολαμβάνουν καθημερινούς ελέγχους, και δεν προστατεύονται όσο ο πρόεδρος Τραμπ. Η αλήθεια είναι επίσης πως πολλοί Αμερικανοί φοβούνται. Και φορούν μάσκα. Βεβαίως, πολλοί άλλοι δεν φοβούνται. Στις σχετικές στατιστικές έρευνες, η χώρα εμφανίζεται διχασμένη. Όταν, όμως, ο Τζο Μπάιντεν βρέθηκε με μάσκα σε ανοιχτό χώρο, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου χαρακτήρισε «περίεργο» το γεγονός πως ο πρώην αντιπρόεδρος δεν φορά μάσκα και στο σπίτι του, όπου μένει με την σύζυγό του. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ αναπαρήγαγε ανάρτηση στο twitter, η οποία περιείχε φωτογραφία του Τζο Μπάιντεν με μάσκα και το σχόλιο «ίσως αυτό να εξηγεί γιατί ο Τραμπ δεν φοράει μάσκα δημοσίως». Αντιδρώντας, ο Δημοκρατικός υποψήφιος πρόεδρος σχολίασε πως ο πρόεδρος της χώρας λειτουργεί υπό κάποια αντίληψη «εσφαλμένης αρρενωπότητας», ερμηνεύοντας τον ιδεολογικό διαχωρισμό περί της χρήσης μάσκας ως διάκριση των θαρραλέων ηγετών από τους φοβισμένους. Η πολιτικοποίηση της προστασίας εναντίον του ιού είναι χαρακτηριστική της προεκλογικής περιόδου, η οποία είναι αναγκασμένη, άλλοτε εκ της φύσεως της καθημερινότητας και άλλοτε εξ επιλογής, να πολιτικοποιεί το πρωτόγνωρο για την παρούσα σύνθεση της ανθρωπότητας φαινόμενο μιας πανδημίας. Εξ άλλου, η «τόλμη» απέναντι στον ιό δεν μαρτυρά μόνο την πεποίθηση πως η απειλή έχει υπερεκτιμηθεί. Βασικό της στοιχείο είναι και ότι καθιστά φυσιολογικές τις ανθρώπινες απώλειες, διότι η αποδοχή του ιού ως δεδομένου τμήματος της καθημερινότητας ακυρώνει το ειδικό τους βάρος: Δεν μπορεί να υπάρχουν εξαιρετικές ευθύνες για θύματα της απλής καθημερινότητας.

Βεβαίως, η μάσκα είναι, όπως είπε και ο Δρ. Φάουτσι, ένα σύμβολο. Η απτή πραγματικότητα καθίσταται προφανής στα οικονομικά μεγέθη, τα οποία σαφώς και επιβάλλουν την οικονομική επανεκκίνηση της χώρας, παρά τις διαφωνίες ανάμεσα στα δύο κόμματα περί των ιδανικών συνθηκών υπό τις οποίες θα λάβει χώρα. Οι πολιτείες αναφέρουν ζημίες δισεκατομμυρίων. Oι άνεργοι φτάνουν τα 40 εκατομμύρια, και το πιθανότερο είναι πως την Πέμπτη το απόγευμα, ώρα Ελλάδας, θα τα ξεπεράσουν. Κάθε εβδομάδα εδώ και πλέον των δύο μηνών, εκατομμύρια Αμερικανοί αιτούνται επίδομα ανεργίας, αφού χιλιάδες επιχειρήσεις καταρρέουν. Οι αεροπορικές εταιρείες προσπαθούν ακόμα να βρουν τρόπο να κερδίσουν την εμπιστοσύνη ενός φοβισμένου και φτωχότερου επιβατικού κοινού, ενώ η Boeing ανακοίνωσε πως θα απολύσει περίπου 7.000 εργαζόμενους. Στο Κογκρέσο, η Δημοκρατική πλειοψηφία υπερψήφισε πρόταση νόμου, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν κάθε προγραμματική της θέση. Σε κάποιο βαθμό είναι ακριβώς αυτό, το οποίο πρεσβεύει το Δημοκρατικό κόμμα πως χρειάζεται η χώρα. Σε κάποιον άλλο, είναι μια σαφής προσπάθεια προεκλογικής συσπείρωσης γύρω από σαφή ιδεολογικά ρήγματα, καθώς το νομοσχέδιο δεν αφήνει στους Ρεπουμπλικανούς πολύ χώρο για συμβιβασμούς, ενώ και πολλοί Δημοκρατικοί το καταψήφισαν. Δεν είναι τυχαίο πως ο επικεφαλής της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς ΜακΚόνελ, δεν συζητά καν το περιεχόμενό του όταν αναφέρεται στα σχέδια των Ρεπουμπλικανών για την επόμενη δέσμη οικονομικής ενίσχυσης της χώρας, το οποίο, πάντως, τοποθετείται χρονικά στον επόμενο ή και τον μεθεπόμενο μήνα. Μετά από συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ, από τον οποίο ζήτησε την έγκριση οικονομικώς αναζωογονητικών έργων υποδομής στην πολιτεία του, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Άντριου Κουόμο, επέκρινε το Κογκρέσο για ολιγωρία στην αποδέσμευση οικονομικών πόρων προς τις πολιτείες.

Στη διασταύρωση της προεκλογικής ρητορικής με την μάχη εναντίον της πανδημίας περιλαμβάνονται ακόμα και τα προεκλογικά συνέδρια των δύο κομμάτων, με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί τη Βόρεια Καρολίνα με μετακίνηση του ρεπουμπλικανικού συνεδρίου σε άλλη πολιτεία, αν δεν επιτραπεί η πλήρωση όλων των θέσεων του σταδίου όπου θα πραγματοποιηθεί, παρά τις απόψεις υπέρ της φυσικής αποστασιοποίησης. Η Βόρεια Καρολίνα απέφυγε τις ευθύνες, ζητώντας από την οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο για την προστασία της δημόσιας υγείας σε ενδεχόμενη πραγματοποίηση του συνεδρίου εντός ενός κατάμεστου γηπέδου, προκειμένου να αποφασίσει αν θα το εγκρίνει.

(AP Photo/Marcio Jose Sanchez)

Και πάλι: Οι εκλογές δεν θα εξαφανίσουν αυτά τα προβλήματα. Η πορεία προς αυτές, όμως, τα εντείνει. Για τις εκλογές μιλούσε ο πρόεδρος Τραμπ στα tweet, τα οποία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της διαμάχης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανάρτησε σχόλιο με το οποίο χαρακτήριζε επισφαλείς τις επιστολικές ψήφους στις προσεχείς εκλογές, και το twitter, αξιολογώντας το tweet ως παρέχον παραπλανητικές πληροφορίες, επισύναψε στην ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ σύνδεσμο που οδηγούσε σε ιστοσελίδες με πληροφορίες, οι οποίες αντιτίθεντο στις απόψεις του προέδρου. Δεν επρόκειτο ακριβώς για λογοκρισία, καθώς τα tweet παρέμεναν στην θέση τους, σίγουρα, όμως, ήταν μια πρωτοφανής συντακτική επιθεώρηση, η οποία προκάλεσε την οργή του Ντόναλντ Τραμπ και πολλών ρεπουμπλικανών, οι οποίοι ζητούν την κατάργηση των προνοιών μιας υπέρ-εικοσαετούς νομοθεσίας, η οποία απαλλάσσει τις διαδικτυακές εταιρείες από νομικές ευθύνες για τις αναρτήσεις των μεμονωμένων χρηστών τους, και τους επιτρέπει να καθορίζουν τη διαθεσιμότητα και την εμφάνιση των πληροφοριών στις πλατφόρμες τους χωρίς να εκτίθενται σε πιθανές μηνύσεις και αγωγές. Προφανώς, οι διαδικτυακές εταιρείες βασίζονται σε αυτήν την ρύθμιση για εκτελεστικούς και οικονομικούς λόγους, παρ’ ότι το ιδιότυπο αυτό καθεστώς προστασίας τις έχει κατά καιρούς θέσει στο στόχαστρο και των δύο κομμάτων. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε πως σήμερα (Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020) ο πρόεδρος Τραμπ θα υπογράψει εκτελεστική διαταγή που θα αφορά στις διαδικτυακές εταιρείες, όμως το περιεχόμενό της δεν έχει γίνει γνωστό, ενώ και πολλοί ρεπουμπλικανοί, με χαρακτηριστικότερο και πλέον πρόσφατο τον υπουργό Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, έχουν εκφραστεί εναντίον κυβερνητικής λογοκρισίας στο διαδίκτυο. Το ίδιο το υφιστάμενο ομοσπονδιακό ρυθμιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών δεν δίνει στην εκτελεστική αμερικανική εξουσία πολλά περιθώρια δράσης, και ενδεχόμενος κυβερνητικός πόλεμος με την αγαπημένη πλατφόρμα επικοινωνίας του Αμερικανού προέδρου δεν θα επηρεάσει μόνο τα κοινωνικά δίκτυα ή τον χώρο ανταλλαγής απόψεων επί των εκλογών, αλλά θα αποτελέσει βασικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας, με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταπνίγουν τις συντηρητικές απόψεις. Από την μεριά των ίδιων των εταιρειών, στην κόντρα βρίσκονται ήδη ο επικεφαλής του twitter, Τζακ Ντόρσι, και ο επικεφαλής του Facebook, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο οποίος έχει βρεθεί πολύ περισσότερες φορές αντιμέτωπος με κατηγορίες για την κυκλοφορία παραπλανητικών πληροφοριών στην πλατφόρμα που ανέπτυξε, και ο οποίος εν προκειμένω υποστήριξε πως τα κοινωνικά δίκτυα δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως «δικαστές αληθείας». Ο Ντόρσι υπερασπίστηκε τις ενέργειες του twitter και ανέλαβε την ευθύνη για αυτές, ζητώντας να σταματήσει η συζήτηση για τον Γιοέλ Ροθ, επικεφαλής «Ακεραιότητας» του twitter, υπό τις αρμοδιότητες του τμήματος του οποίου βρίσκεται και η απόφαση για την επισήμανση του προεδρικών tweets ως παραπλανητικών. Ο Ροθ, ο οποίος είναι διδάκτορας της φημισμένης σχολής επικοινωνίας Άνεμπεργκ, στο πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, κατηγορείται για μεροληπτική συμπεριφορά, καθώς στο παρελθόν είχε αναρτήσει tweets στον προσωπικό του λογαριασμό, τα οποία αναφέρονταν στην κυβέρνηση Τραμπ με τον χαρακτηρισμό «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΝΑΖΙΣΤΕΣ ΣΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΟΙΚΟ», και αποκαλούσαν τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο ως «ρατσιστικό μανταρίνι».

Police officers move forward to clear the streets during a protest of the death of George Floyd, a black man who was in police custody in Minneapolis, in downtown Los Angeles, Wednesday, May 27, 2020. (AP Photo/Ringo H.W. Chiu)

Βεβαίως, όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε κενό. Στη Μινεσότα, εκατοντάδες άνθρωποι διαμαρτύρονται και διαδηλώνουν για τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, ενός Αφρο-Αμερικανού 46 ετών που δεν πέθανε από τον κορωνοϊό, ούτε επειδή μπλέχτηκε σε κάποια προεκλογική διαμάχη. Η αστυνομία της Μινεάπολις συνέλαβε τον Φλόιντ στο πλαίσιο διερεύνησης καταγγελίας για εν εξελίξει πλαστογραφία. Σε βίντεο που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, ένας λευκός αστυνομικός φαίνεται να πιέζει με το γόνατό του τον λαιμό του Αφρο-Αμερικανού, ο οποίος παρακαλούσε να τον αφήσουν να αναπνεύσει, και ζητούσε λίγο νερό. Οι αστυνομικοί που εμπλέκονται στη σύλληψη απολύθηκαν, και ο δήμαρχος της Μινεάπολις τόνισε πως ο αστυνομικός που πίεζε με το γόνατό του τον λαιμό του Τζορτζ Φλόιντ στο οδόστρωμα πρέπει να αντιμετωπίσει κατηγορίες ενώπιον του νόμου. Το βράδυ της Τετάρτης, ώρα Αμερικής, ο κυβερνήτης της Μινεσότα χαρακτήρισε τις διαδηλώσεις επικίνδυνες, και ζήτησε από τους συμμετέχοντες να επιτρέψουν στα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά πρόσβαση στους δρόμους. Ασφαλώς, η φυλετική βία στην Αμερική δεν είναι πρόσφατο πρόβλημα. Απλώς είναι μέρος κι αυτό της παρούσας κατάστασης. Και η Αμερική περιμένει τη λύση του. Όπως περιμένει ένα εμβόλιο. Όπως περιμένει τις κάλπες.

 

Μοιράσου το άρθρο: