της Μάχης Μαργαρίτη

Το γεγονός είναι γνωστό: για πρώτη φορά μετά το τέλος του Τρίτου Ράιχ στη Γερμανία, ένας πρωθυπουργός κρατιδίου εκλέγεται με τις ψήφους ενός ακροδεξιού κόμματος, μετά από μια αμφιλεγόμενη -αλλά όχι παράτυπη- διαδικασία. Τι ακολουθεί; Διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, παραίτηση της νέας επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών, αβεβαιότητα για την επόμενη μέρα. «Σοκ» χαρακτηρίζουν μέσα ενημέρωσης τα γεγονότα. Πολιτικοί δηλώνουν άγνοια. Ήταν τόσο απρόβλεπτα όσα συνέβησαν στο μικρό κρατίδιο της Θουριγγίας -ή μήπως όχι; Και, είτε ήταν απρόβλεπτα είτε όχι, τι σημαίνουν όλα αυτά για τη Γερμανία, την Ευρώπη, και τον υπόλοιπο κόσμο;

Η Θουριγγία είναι ένα μικρό κρατίδιο της Γερμανίας, κομμάτι άλλοτε της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έχει δύο εκατομμύρια κατοίκους, και από το 2014, την πρώτη κυβέρνηση της Γερμανίας από την επανένωση του 1990 με πρωθυπουργό από την Αριστερά, και εταίρους τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους –η λεγόμενη «κόκκινη-κόκκινη-πράσινη» κυβέρνηση, κι αυτή πρώτη στην ιστορία της χώρας. Ο συνασπισμός κυβερνούσε επί πέντε χρόνια με πλειοψηφία μιας έδρας στη βουλή. Τον Οκτώβριο του 2019 έγιναν προγραμματισμένες εκλογές. Το τοπικό Κόμμα της Αριστεράς, προερχόμενο από την εθνική Die Linke, παρέμεινε πρώτη δύναμη, με ελαφρά αύξηση των ψήφων. Έχασαν, όμως, ποσοστά κυρίως οι Σοσιαλδημοκράτες, και λιγότερο οι Πράσινοι σύμμαχοί του. Τέσσερις έδρες έλειπαν τώρα από τον συνασπισμό για να ξανακάνει κυβέρνηση. Ούτε η «συμβατική» αντιπολίτευση, όμως, μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση, αφού οι Χριστιανοδημοκράτες του κόμματος της Άγκελα Μέρκελ είχαν τεράστιες απώλειες, ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες μετά βίας κατάφεραν να μπουν στη βουλή. Ποιος είχε εκρηκτική άνοδο; Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία»-AfD, που βρέθηκε με πάνω από 23% να είναι δεύτερη δύναμη στη βουλή μετά την Αριστερά με λίγο πάνω από το 30%.

Την περασμένη εβδομάδα έγιναν τρεις ψηφοφορίες -μυστικές- για να εκλεγεί πρωθυπουργός. Υποψήφιος ήταν ο απερχόμενος πρωθυπουργός Μπόντο Ράμελοου από την Αριστερά, και απέναντί του είχε τον υποψήφιο της ακροδεξιάς. Στον τρίτο γύρο, ο ακροδεξιός υποψήφιος αποσύρθηκε, και έθεσε ξαφνικά υποψηφιότητα στέλεχος των Φιλελεύθερων, του φιλοεπιχειρηματικού κόμματος FDP. Στην τελευταία ψηφοφορία, με απλή πλέον πλειοψηφία, τον ψήφισαν οι Χριστιανοδημοκράτες, και η ακροδεξιά. Έτσι, πρωθυπουργός εκλέχτηκε ο Τόμας Κέμεριχ. Και «έσπασε» μια πολιτική παράδοση στη Γερμανία: να μη συμμετέχει ποτέ στην κυβέρνηση με οποιονδήποτε τρόπο η ακροδεξιά. Και άνοιξε ο ασκός.

«Οργανωμένο» ή «τυχαίο» γεγονός;

Μόλις έγινε γνωστό το αποτέλεσμα, χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τη στάση Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελεύθερων. Η Άγκελα Μέρκελ -που βρισκόταν πολύ μακριά, στην Αφρική- ζήτησε να αναστραφεί το αποτέλεσμα με νέα προσφυγή στις κάλπες. Ο νεοκλεγείς πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι παραιτείται. Η ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών εμφανίστηκε να μη γνωρίζει όσα επρόκειτο να συμβούν, καθώς η γερμανίδα καγκελάριος είχε αποκλείσει μια συνεργασία του κόμματός της με την ακροδεξιά. Οι τοπικοί βουλευτές του κόμματος έδρασαν «ενάντια στις συστάσεις και απαιτήσεις» της ηγεσίας στο Βερολίνο, είπε η νέα ηγέτης του CDU Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ.

Συνεργάστηκαν ή όχι τα τρία τοπικά κόμματα -Χριστιανοδημοκράτες, Φιλελεύθεροι και ακροδεξιά; Υπήρχε προσυνεννόηση; Είτε υπήρξε είτε όχι συνεργασία τη συγκεκριμένη στιγμή, το σίγουρο είναι ότι το «κλίμα» καλλιεργούνταν το τελευταίο διάστημα -κυρίως καθώς αναμενόταν η εκλογική προέλαση του AfD στις εκλογές του Σεπτεμβρίου σε άλλα δύο κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας, τη Σαξονία και το Βραδεμβούργο.

«Δε θα έπρεπε να αποκλείσουμε μια συμμαχία» με το AfD έλεγε τον Ιούνιο ο Ούλριχ Τόμας, ένας από τους τοπικούς ηγέτες των Χριστιανοδημοκρατών στη Σαξονία. «Δεν είναι δυνατό τώρα, αλλά δεν ξέρουμε πώς θα είναι η κατάσταση σε δύο ή πέντε χρόνια από τώρα». Μαζί με έναν άλλο τοπικό ηγέτη του CDU, τον Λαρς Ζίμερ, σημείωναν σε εσωτερικό έγγραφο ότι ψηφοφόροι του κόμματός τους και του AfD έχουν στην πραγματικότητα παρόμοιους σκοπούς. Το CDU απέτυχε, σημείωναν να αντιμετωπίσει ορθά «τα πολυπολιτισμικά ρεύματα των αριστερών κομμάτων και ομάδων». Σχεδόν ταυτόχρονα, ο πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών και μέλος της δεξιάς πτέρυγας του CDU Χανς-Γκέοργκ Μέισεν επίσης αρνούνταν να αποκλείσει μια συνεργασία σε εθνικό επίπεδο: «Ποτέ δεν ξέρεις», έλεγε χαρακτηριστικά.

Στο κόμμα του CDU  στη Θουριγγία διαφαινόταν ότι πολλοί θεωρούσαν πως κάποιας μορφής συνεργασία με το AfD θα ήταν προτιμότερη από το να στηρίξουν σοσιαλιστή υποψήφιο. Κι αυτό παρότι είναι γνωστό πως ο ηγέτης της ακροδεξιάς στη Θουριγγία Μπιορν Χέκε θεωρείται η πιο ακραία μορφή της και η πιο διχαστική φιγούρα στη χώρα -έχει, μάλιστα, ιδρύσει κίνηση, τη λεγόμενη «Πτέρυγα», συγκεντρώνοντας τα πιο ακραία στοιχεία. Δικαστήριο έκρινε τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι είναι νομικά αποδεκτό να αποκαλείται ο Χέκε «φασίστας», ενώ ο ερευνητής Άξελ Σαλχάιζερ έλεγε στη Ντόιτσε Βέλε ότι οι ομιλίες του Χέκε και άλλων μελών του AfD είναι γεμάτες λέξεις και φράσεις που παραπέμπουν στον λόγο των ναζί.

Η ηγεσία του κόμματος μπορεί να προειδοποιούσε κατά ενεργειών για συνεργασία με το AfD, όμως, πολιτικοί των Χριστιανοδημοκρατών μιλούσαν ανοιχτά για το θέμα. Η πραγματικότητα είναι, ότι το ζήτημα είχε πια ανοίξει.

Η «κανονικοποίηση» της ακροδεξιάς

Λίγο πριν τις ψηφοφορίες για την ανάδειξη πρωθυπουργού, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός σταθμός MDR της Θουριγγίας οργάνωσε μια συζήτηση με εκπροσώπους των κομμάτων. O εκπρόσωπος της ακροδεξιάς εμφανίστηκε διατεθειμένος για προγραμματικές συνεργασίες, λέγοντας ότι υπάρχουν «σίγουρα πολλές θέσεις στις οποίες θα είμαστε απέναντι», αλλά έχουν ήδη καταγραφεί περιπτώσεις στην τελευταία νομοθετική περίοδο όπου «το AfD υπήρξε ξεκάθαρα στην πλευρά του κόκκινου-κόκκινου-πράσινου στρατοπέδου». Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του AfD έφερε ως παράδειγμα την κατάργηση ενός φόρου για την κατασκευή δρόμων. Το κόμμα θα αποφασίζει με αντικειμενικά κριτήρια, είπε. Είναι προφανές ότι το AfD επιδιώκει να καταγραφεί στα μάτια και τα μυαλά των πολιτών ως «ένα ακόμα κόμμα», που μετέχει με «φυσιολογικό τρόπο» στην κοινοβουλευτική ζωή της χώρας. Κατανοητή και αναμενόμενη τακτική.

Πώς απάντησε ο εκπρόσωπoς του κόμματος της Αριστεράς και επικεφαλής της καγκελαρίας στη Θουριγγία; «Οπωσδήποτε δε θα φτιάξω κανέναν νόμο με τον κ. Χέκε στον οποίο το μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο θα αναφέρεται ως μνημείο ντροπής», τόνισε, θέλοντας να βάλει τις διαχωριστικές γραμμές. Αλλά, ζητήματα που αφορούν τα οικονομικά των δήμων μπορούν να συζητηθούν με τοπικούς πολιτικούς από το AfD, πρόσθεσε. Όταν, όμως, όλα τα κόμματα, και η αριστερά, εμφανίζονται διατεθειμένα να συζητούν με την ακροδεξιά, έστω για επιμέρους ζητήματα, ποιο είναι το μήνυμα που καταγράφεται στο μυαλό όσων ακούνε; Ότι αυτή μπορεί και να είναι ισότιμος συνομιλητής. Όπως όλοι οι άλλοι. Η κοινωνία παίρνει ένα λεγόμενο «διπλό», αντιφατικό μήνυμα: από τη μια ακούει όλα τα πολιτικά κόμματα να λένε ότι αποκλείουν κάθε μετεκλογική συνεργασία με την ακροδεξιά, και από την άλλη τα βλέπει να συνομιλούν μαζί της για επιμέρους συνεργασίες. Και εφόσον η ακροδεξιά «φυσιολογικοποιείται» -άρα είναι από όλους αποδεκτά κάποια από αυτά που κάνει- γιατί να μην είναι αποδεκτά και άλλα που λέει ή κάνει; Αν οι ψήφοι της για επιμέρους νομοσχέδια είναι ζητούμενες και αποδεκτές προκειμένου να επιτευχθεί κάτι, γιατί να μη μπορεί και να συμμετέχει σε κυβερνήσεις, σήμερα, αύριο, ή σε λίγα χρόνια; Το μήνυμα που φτάνει στο μυαλό των ανθρώπων πιθανά προκαλεί σύγχυση.

Από την άλλη, οι Σοσιαλδημοκράτες έκαναν και στις τελευταίες εκλογές -του 2017- την επιλογή να συμμετέχουν στον «μεγάλο συνασπισμό» στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας, μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες. Άφησαν, έτσι, τη θέση του επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην ακροδεξιά, αφού το AfD ήταν τρίτο κόμμα στη Γερμανία στις τελευταίες εκλογές.

Η αλήθεια είναι, επίσης, ότι υπήρξαν ακόμα και προτροπές στους Χριστιανοδημοκράτες της Θουριγγίας, να εξετάσουν το ενδεχόμενο συνεργασίας με την αριστερά ώστε να αποκλείσουν την ακροδεξιά. Όλες αυτές οι διεργασίες, όμως, «θολώνουν» τα νερά. Η θεωρούμενη ως μια «εναλλακτική στο σύστημα» αριστερά εμφανίζεται και αυτή ως συστημική παρουσία. Και η ακροδεξιά πετυχαίνει έτσι να παρουσιάσει όλους τους υπόλοιπους ως ένα στρατόπεδο, το «δημοκρατικό μέτωπο», βάζοντας τον εαυτό της στο άλλο στρατόπεδο, να εκπροσωπεί «τους απλούς ανθρώπους ενάντια στο κατεστημένο». Και ακόμα, ένα «δημοκρατικό μέτωπο» στο οποίο δε γίνονται σαφείς οι διαφορές των κομμάτων όσον αφορά θέματα που έχουν να κάνουν με την υλική επιβίωση των ανθρώπων, ενέχει έναν κίνδυνο: να τους κάνει όλους να φαίνονται ίδιοι. Και αν οι άνθρωποι γίνονται φτωχότεροι, δεν έχουν δουλειές, και δεν έχουν μέλλον, τους βάζουν όλους στο ίδιο «τσουβάλι» -τους θεωρούν εξίσου υπεύθυνους.

Την απογοήτευση στην ανατολική Γερμανία, την ανασφάλεια για το μέλλον, φαίνεται ότι σε έναν βαθμό τα κεφαλαιοποιεί η ακροδεξιά. Που μπορεί να προβάλλει ως η «δύναμη ενάντια στο κατεστημένο», αλλά δεν κρύβει αυτό που πάνω από όλα την απασχολεί. «Ο λαός της Θουριγγίας ψήφισε για τη Wende 2.0», έλεγε ο αρχηγός του AfD στη Θουριγγία μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου. Η  «πρώτη Wende», ή «αλλαγή», είναι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου -και ο πολιτικός συμβολισμός του- πριν από τρεις δεκαετίες.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην ανατολική Γερμανία

Η εκλογική βάση του AfD μεγάλωσε πολύ και γρήγορα σε τρεις αλλεπάλληλες εκλογές στην ανατολική Γερμανία. Στις εκλογές σε Σαξονία και Βραδεμβούργο τον Σεπτέμβριο, και στη Θουριγγία τον Οκτώβριο, το AfD ήρθε δεύτερο. Το κόμμα κινητοποιεί ψηφοφόρους που δεν ψήφιζαν μέχρι τώρα, και αυτό έχει τη σημασία του. Είναι το μεταναστευτικό η αιτία; Στη δυτική Γερμανία, όμως, που έχει δεχτεί μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών, η ακροδεξιά παίρνει το μισό των ψήφων από ό,τι στην ανατολική, σύμφωνα με ερευνητές από το LSE και το πανεπιστήμιο Άνγκλια Ράσκιν που έγραφαν σχετικά στον Guardian τον περασμένο Σεπτέμβριο. Γιατί, λοιπόν, αυτή η ρητορική βρήκε πιο γόνιμο έδαφος στα ανατολικά της χώρας;

Πρώτα πρέπει να δει κανείς την κατάσταση σε ανατολικές περιοχές που έχουν ζήσει μεγάλα κύματα εξωτερικής μετανάστευσης μετά την επανένωση. Νέοι κυρίως φεύγουν προς τα δυτικά, περιοχές μένουν με γηράσκοντες πληθυσμούς και οικονομική στασιμότητα. Πάνω από το ένα τρίτο των ανατολικογερμανών περιγράφουν τους εαυτούς τους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Εκατομμύρια άνθρωποι μετά την επανένωση βρέθηκαν στην ανεργία, ή αναγκάστηκαν να κάνουν δουλειές πολύ κατώτερες των προσόντων τους. Άλλη μια πηγή απογοήτευσης ήταν η ξαφνική απόσυρση των κρατικών και δημόσιων υπηρεσιών σε μια περιοχή όπου το κράτος φρόντιζε για όλα. Σχολεία έκλεισαν, γραμμές τρένων καταργήθηκαν, το σύστημα υγείας άλλαξε. Η αίσθηση ότι έχουν εγκαταλειφθεί μόνοι, και ότι κανείς δε νοιάζεται για αυτούς, έγινε έντονη. Τη μαζική άφιξη μεταναστών το 2015-16 χρησιμοποίησε στη ρητορική της η ακροδεξιά, βρίσκοντας τον «αποδιοπομπαίο τράγο».

Το να διαβαστούν λάθος οι λόγοι για την άνοδο του AfD κρύβει τεράστιους κινδύνους, σημειώνεται στο άρθρο. «Έχοντας χάσει ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους προς το AfD, το κόμμα της Άγκελα Μέρκελ απάντησε με μια δεξιά στροφή στο μεταναστευτικό, κόβοντας επιδόματα και διευκολύνοντας την κράτηση, την απέλαση και την ποινικοποίηση των μεταναστών και των ακτιβιστών υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Αυτή η πολιτική δε φαίνεται να αποδίδει. Αντίθετα, στρέφει ακόμα μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας στην Ακροδεξιά, αφού κάνει τη ρητορική της να φαίνεται σωστή.»

Είναι γεγονός ότι τρεις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους, στην ανατολική Γερμανία συσσωρεύεται απογοήτευση και οργή. Δεν τη «διαβάζουν» όλοι με τον ίδιο τρόπο. «Μην αφήσετε τον Καρλ Μαρξ να ξαναρθεί στο γραφείο του πρωθυπουργού», προειδοποιούσε η Άγκελα Μέρκελ τους ψηφοφόρους της Θουριγγίας πριν από τις εκλογές του 2014 -που έφεραν τελικά την αριστερά στην κυβέρνηση. «Ο συνασπισμός μας δε θα κάνει τα πάντα διαφορετικά, αλλά θα τα κάνει καλύτερα», έλεγε λίγο μετά από τον σχηματισμό κυβέρνησης η εκπρόσωπος της αριστεράς. Πράγματι, έγινε μια διαχείριση της κατάστασης. Η κυβέρνηση Ράμελοου άσκησε μια μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατική διοίκηση. Έδωσε χρήματα σε δήμους, αλλά πολλοί είπαν «πολύ λίγα, πολύ αργά». Μειώθηκε η ανεργία, αλλά παρέμειναν οι χαμηλοί μισθοί, ενώ ο πληθυσμός έτσι κι αλλιώς μειωνόταν λόγω μετανάστευσης. Αρνήθηκε να συναινέσει σε σκληρότερα μέτρα για τους μετανάστες, αλλά συνέχισε να συμμετέχει σε απελάσεις. Στα πέντε χρόνια διακυβέρνησης, φάνηκε ότι ο Καρλ Μαρξ δεν πέρασε από τη Θουριγγία.

Βέβαια, το κόμμα της Αριστεράς ξαναβγήκε πρώτο -ενώ στα άλλα δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια που είχαν εκλογές τον Σεπτέμβριο ήταν κοντά στο 10%- αυξάνοντας κατά τρεις μονάδες τα ποσοστά του στις εκλογές του 2019. Το κόμμα πήρε τη θέση των Σοσιαλδημοκρατών, τουλάχιστον σε ποσοστά. Ο πρωθυπουργός Μπόντο Ράμελοου, γιος πάστορα και θρησκευόμενος ο ίδιος -από τους λίγους στο κόμμα του- κράτησε αποστάσεις από ιδεολογικές διαμάχες στην αριστερά. Χαρακτηρίστηκε «πραγματιστής», προσγειωμένος, και επικέντρωσε την προεκλογική καμπάνια στα τοπικά επιτεύγματά του –σε κάποιες αφίσες δεν αναφερόταν καν η «Die Linke», το όνομα του κόμματός του. Η τακτική απέδωσε -εκλογικούς- καρπούς για το κόμμα, αλλά πώς; Το κόμμα της Αριστεράς βγήκε πρώτο στους άνω των 60. Στους νέους κάτω των 30 ετών και στην ηλικιακή ομάδα 30-60, πρώτο ήρθε το AfD.

Τι σημαίνει αυτό; Καταρχάς, οι μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες θυμούνται τι σημαίνει πόλεμος και τι φασισμός, αλλά έχουν και μνήμες της ζωής στην ανατολική Γερμανία. Πιθανά είναι πιο φυσικό για αυτούς να κρατούν απόσταση από την ακροδεξιά, και να πιστεύουν στην αριστερά ως πολιτική δύναμη, ακόμα και για λόγους νοσταλγίας. Εξίσου πιθανό είναι να επιζητούν περισσότερο μια σχετικά «ασφαλή» διακυβέρνηση-διαχείριση, που δε θα κάνει μεγαλύτερο κακό αλλά ούτε θα φέρει κάποια ανατροπή.

Αντίθετα, οι δυναμικές και παραγωγικές ηλικίες στράφηκαν στην ακροδεξιά. Άρα, αυτή βλέπουν ως δύναμη που μπορεί να «ταράξει τα νερά»; Την εμπιστεύονται, ή στέλνουν μήνυμα προς όλους τους άλλους; Στις εκλογές το AfD πήρε το 23% των ψήφων, αλλά σε δημοσκόπηση μόλις το 8% όσων την ψήφισαν είπαν ότι θα ήθελαν ακροδεξιό πρωθυπουργό. Πώς συμβαίνει να εμφανίζεται ως δύναμη σύγκρουσης με το κατεστημένο η ακροδεξιά –όχι μόνο στη Θουριγγία, όχι μόνο στη Γερμανία, όχι μόνο στην Ευρώπη;

Η επόμενη μέρα      

Τι ακολουθεί; Στη Θουριγγία, δημοσκόπηση μετά τα τελευταία γεγονότα την οποία δημοσιεύει η Ντόιτσε Βέλε δείχνει το κόμμα της Αριστεράς να εκτοξεύεται σχεδόν στο 40%, τους Χριστιανοδημοκράτες να «βυθίζονται», τους Φιλελεύθερους να μην αγγίζουν καν το όριο εισόδου στην τοπική βουλή –αλλά το AfD να κρατά σταθερή, και μάλιστα να αυξάνει ελαφρά, την εκλογική του δύναμη, παρά την κατακραυγή. Είναι αυτό «φωτογραφία στιγμής», ή αποτυπώνει κάτι βαθύτερο;

Τι μπορεί να σημαίνουν όσα συμβαίνουν στο κρατίδιο της Θουριγγίας για την κεντρική πολιτική σκηνή της Γερμανίας; Πυροδοτούν σίγουρα εξελίξεις στο κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών. Ήδη, η επικεφαλής του Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, «διάδοχος» της Άγκελα Μέρκελ στο κόμμα εδώ και έναν χρόνο, ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί και δε θα είναι υποψήφια για την καγκελαρία. Στο εσωτερικό του κόμματος, είναι πιθανό να κλιμακωθεί η σύγκρουση ανάμεσα στις πτέρυγες για το πώς θα κινηθεί. Ακόμα πιο σκληρή γραμμή, για παράδειγμα στο μεταναστευτικό, με στόχο να πάρουν πίσω ψηφοφόρους που φεύγουν προς την ακροδεξιά, ή όχι, εφόσον κρίνουν ότι πληρώνουν βαρύ τίμημα εκλογικά; Προσέγγιση της ακροδεξιάς για να αποτρέψουν συμμετοχή αριστερών κομμάτων στη διοίκηση, ή όχι, εφόσον αυτό «γυρνάει μπούμερανγκ»;

Πώς θα αντιδράσουν οι Σοσιαλδημοκράτες, που συμμετέχουν στην κυβέρνηση; Με νέο δεδομένο την -τυχαία ή μη- ταύτιση Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελεύθερων με την ακροδεξιά για την πρωθυπουργία της Θουριγγίας, θα παραμείνουν σε έναν εθνικό «μεγάλο συνασπισμό» μαζί τους; Με τι τακτική θα κινηθεί πλέον το AfD στα 16 κοινοβούλια της Γερμανίας; Θα επιλέξει να στηρίζει υποψήφιους άλλων κομμάτων, προσπαθώντας να τα «εγκλωβίσει», και αν ναι, πώς θα αντιδράσουν αυτά; Το Κόμμα της Αριστεράς θα σταθεί μόνο στις θετικές για αυτό δημοσκοπήσεις που έρχονται τώρα στη δημοσιότητα, ή θα προσπαθήσει να αναλύσει τον δικό του ρόλο στο «πώς έφτασαν τα πράγματα εδώ»;

Με ποιους τρόπους θα επηρεάσει αυτό που συνέβη στη Θουριγγία τους πολίτες; Οι κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν πολύ γρήγορα, δείχνουν ότι σε μέρος του κόσμου παραμένουν ζωντανά πολιτικά αντανακλαστικά. Αυτό που συνέβη στέλνει μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις, με διαφορετικό τρόπο, να βρουν ποιες είναι οι πολιτικές τους -ή η έλλειψη πολιτικών τους- που κάνουν όλο και περισσότερο κόσμο να βρίσκει διέξοδο στη ρητορική της ακροδεξιάς. Το μικρό γερμανικό κρατίδιο που το λένε Θουριγγία, ήταν ένα ακόμα -πολύ ηχηρό- μήνυμα.

Μοιράσου το άρθρο: