της Μάχης Μαργαρίτη

Στο τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, «Μέση Αγγλία», υπάρχει αυτή η σκηνή: ο ηλικιωμένος, χήρος πατέρας του κεντρικού ήρωα, του ζητά να τον πάει στο παλιό εργοστάσιο όπου δούλευε, στο Λόνγκμπριτζ, στην ενδοχώρα της Αγγλίας. Όταν τον πηγαίνει εκεί, στέκεται χαμένος, ψάχνοντας όλα αυτά που ήξερε -και δεν υπάρχουν πια. Και ο άνθρωπος αυτός, που εδώ και καιρό επικοινωνεί μόνο με, συχνά κυνικούς, αφορισμούς, αρχίζει να μιλά, με έναν χείμαρρο λέξεων, σε μια από τις πιο φορτισμένες ίσως σκηνές του βιβλίου. Η ενδοχώρα της Αγγλίας, τα Μίντλαντς, μαζί με τον βορρά, πρωταγωνίστησε και σε ένα άλλο σενάριο -αυτή τη φορά αληθινό: τις βρετανικές εκλογές.

Το Ντόνκαστερ είναι μια πόλη πρώην ανθρακωρύχων, στο Γιορκσάιρ. Ανήκει στο λεγόμενο «Κόκκινο Τείχος», όπως αποκαλούνται τα προπύργια των Εργατικών. Έχει τρεις εκλογικές περιφέρειες. Και οι τρεις αντιπροσωπεύονταν μέχρι σήμερα στη βουλή από τους Εργατικούς -εκεί εκλέγεται και ο πρώην ηγέτης του κόμματος Εντ Μίλιμπαντ. Από τους Εργατικούς προέρχεται και ο δήμαρχος. Μετά το κλείσιμο των εργοστασίων, μετατράπηκε σε μια από τις πιο φτωχές, «κοινωνικά στερημένες» περιοχές της Βρετανίας. Το 2016, στο δημοψήφισμα για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ντόνκαστερ ψήφισε την έξοδο σε ποσοστό 69%. Και στις εκλογές της 12ης Δεκεμβρίου, η μία περιφέρειά του πέρασε στους Συντηρητικούς, ενώ στην έδρα του Εντ Μίλιμπαντ το κόμμα είχε πολύ μεγάλες απώλειες.

Η περίπτωση του Ντόνκαστερ είναι ένα κομμάτι του παζλ αυτών των εκλογών. Έληξαν με τους Συντηρητικούς να κερδίζουν με ποσοστό 43,6%, και τους Εργατικούς να συγκεντρώνουν λίγο πάνω από το 32%. Η διαφορά ανάμεσα στα  δύο κόμματα είναι μεγάλη. Αλλά, «δεν υπήρξε εντυπωσιακή νίκη για τον Τζόνσον: αύξησε το μερίδιο ψήφων του κατά λιγότερο από 2%, χάνοντας πάνω από 1 εκατομμύριο οπαδούς του Remain αλλά κερδίζοντας οπαδούς του Leave, κυρίως λόγω της απόφασης του κόμματος του Brexit να μην κατεβεί σε όλες τις έδρες που ανήκαν στους Τόρις», σημείωνε η εταιρία ερευνών Datapraxis.

Και ίσως είναι λογικό να πει κανείς, ότι αυτές τις εκλογές, τις έχασαν οι Εργατικοί.

Το σύνθημα που «διαπέρασε» τις εκλογές: «Get Brexit done!»

Αυτό ήταν το μήνυμα του κόμματος των Συντηρητικών με νέο αρχηγό τον Μπόρις Τζόνσον. Και αυτό ήταν το μήνυμα που κέρδισε έναν ικανό αριθμό ψηφοφόρων των Εργατικών οι οποίοι είχαν ψηφίσει υπέρ της εξόδου στο δημοψήφισμα του 2016. Κυρίως στην ενδοχώρα και τον βορρά της Αγγλίας.

Για τη σημασία που έφτασε να έχει στη σκέψη των ψηφοφόρων το Brexit έγραφε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Τζον Κέρτις στο δίκτυο BBC. Αναφέροντας ότι σε τρεις δημοσκοπήσεις, τις οποίες παρέθετε, πρώτο ζήτημα που απασχολούσε είναι η υγεία, με ποσοστό πάνω από 60%, και δεύτερο με πάνω από 50% το Brexit. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα έπονταν με μεγάλη διαφορά, δηλαδή συγκέντρωναν κάτω από 25% -μεταξύ αυτών η εγκληματικότητα και το μεταναστευτικό ζήτημα.

Στις περιοχές που ήταν υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση -δηλαδή, είχαν ψηφίσει Brexit σε ποσοστό πάνω από 60% στο δημοψήφισμα- υπήρξε μεγάλη στροφή από τους Εργατικούς στους Τόρηδες. Σημείωνε το βρετανικό δίκτυο λίγες ώρες αφότου έγινε γνωστό το αποτέλεσμα ότι «σε αυτές τις περιοχές, η αύξηση στην ψήφο για τους Τόρηδες ήταν περίπου 6%. Ενώ σε αυτές που ήταν κατά 55% υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Τόρηδες έπεσαν κατά τρεις μονάδες». Συμπέρασμα, η επιμονή στην τήρηση του Brexit περισσότερο ωφέλησε παρά έβλαψε τους Συντηρητικούς.

«Αντίθετα, στις περισσότερες περιοχές υπέρ της εξόδου, οι Εργατικοί έπεσαν κατά 11 μονάδες, ενώ 5 μονάδες έχασαν σε αυτές υπέρ της παραμονής. Οι Εργατικοί υπέστησαν μεγάλο πλήγμα στις παραδοσιακές περιοχές της εργατικής τάξης-προπύργιά τους». Το σύνθημα απέδωσε, επειδή ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων είχε βαρεθεί τις κωλυσιεργίες και τις καθυστερήσεις, και ήθελε να «τελειώσει αυτή η ιστορία».

Η αμφίθυμη στάση των Εργατικών στο ζήτημα του Brexit

Μία εξήγηση που δίνεται για τη μεγάλη πτώση των Εργατικών είναι η στάση τους στο ζήτημα της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δημοψήφισμα αποφασίστηκε από την κυβέρνηση των Συντηρητικών του Ντέιβιντ Κάμερον και πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2016. Με ποσοστό σχεδόν 52%, οι βρετανοί ψηφοφόροι επέλεξαν -παρά τις προβλέψεις πολλών- την έξοδο. Ακολούθησαν τρία χρόνια συνέχισης της διακυβέρνησης από τους Συντηρητικούς, όχι χωρίς αναταράξεις στο εσωτερικό τους: τη θέση του Ντέιβιντ Κάμερον πήρε η Τερέζα Μέι, και τη δική της πολύ πρόσφατα ο Μπόρις Τζόνσον. Κανένας δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη διαδικασία της εξόδου. Κι όμως, το σύνθημά τους «Ολοκληρώστε το Brexit» -στο οποίο οι ίδιοι είχαν αποτύχει- είναι αυτό που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη τους. Παράδοξο; Όχι και τόσο, αν μελετήσει κανείς τη στάση των αντιπάλων τους.

Το 2017, στις γενικές εκλογές που έγιναν στη χώρα, οι Εργατικοί, με νέο αρχηγό τον Τζέρεμι Κόρμπιν, κατέγραψαν τη μεγαλύτερη νίκη τους από το 2001. Ο βετεράνος πολιτικός είχε εκλεγεί στην ηγεσία του κόμματος με τις ψήφους της βάσης, χωρίς ποτέ να γίνει πραγματικά αποδεκτός από την πιο συντηρητική πτέρυγα των Εργατικών. Στις εκλογές του 2017, κατέβηκε με μια σοσιαλδημοκρατική ατζέντα, και με μια σαφή «γραμμή» για σεβασμό στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος: «Το ζήτημα έχει διευθετηθεί. Το ζήτημα τώρα είναι, τι είδους Brexit θέλουμε -και τι είδους χώρα θέλουμε να είναι η Βρετανία μετά  το Brexit; Οι Εργατικοί θέλουν ένα Brexit με κέντρο τις δουλειές πάνω από όλα, που διαφυλάσσει το μέλλον των ζωτικών βιομηχανιών, που ανοίγει τον δρόμο σε μια αυθεντικά δικαιότερη κοινωνία και μια αναβαθμισμένη οικονομία». Και ξανά, έλεγε: «Το δημοψήφισμα έγινε, ας σεβαστούμε το αποτέλεσμα.»

Αλλά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν ικανοποίησε μια μεγάλη μερίδα των Εργατικών, που ήθελαν παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν θέμα χρόνου -καθώς, μάλιστα, η κυβέρνηση των Συντηρητικών δεν ολοκλήρωνε τις διαπραγματεύσεις- να αρχίσουν οι πιέσεις για αλλαγή στάσης. Η πλατφόρμα Peoples’ Vote άρχισε εκστρατεία υπέρ της διεξαγωγής δεύτερου δημοψηφίσματος. Είναι αλήθεια ότι υπέρ ενός τέτοιου αιτήματος ήταν πρόσωπα προσκείμενα στους Εργατικούς, και ένα συντηρητικότερο τμήμα του κόμματος -των οποίων τα κίνητρα είναι και συζητήσιμα. Αλλά είναι, επίσης, αλήθεια ότι το υποστήριξαν και κάποια μέλη του Momentum, της οργάνωσης βάσης που είχε στηρίξει τον Τζέρεμι Κόρμπιν, γιγαντώνοντας τους Εργατικούς και φέρνοντας νέα πνοή στο κόμμα.

Έτσι, στις εκλογές της 12ης Δεκεμβρίου, οι Εργατικοί κατέβηκαν μετά από έναν «συμβιβασμό» στο εσωτερικό τους, και μια στάση ουδετερότητας γύρω από το Brexit. Η στάση αυτή φαίνεται από τα αριθμητικά δεδομένα ότι τους έφερε και ψήφους από οπαδούς του Bremain. Όμως, τους πήρε και εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους. Η απώλεια ήταν πιο σημαντική από τα κέρδη, επειδή ήταν ποιοτική -αφορούσε το DNA του κόμματος: οι ψήφοι που χάθηκαν προέρχονταν από τα «μπλε κολάρα», τους παραδοσιακούς τους ψηφοφόρους στις εργατικές περιοχές.

Η επιλογή της ουδετερότητας διέρρηξε κι άλλο τη σχέση τους με τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Επειδή, όλοι αυτοί οι άνθρωποι είδαν να μη γίνεται σεβαστή η επιλογή τους να πουν «όχι» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είδαν να μη γίνεται σεβαστό το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που οι ίδιοι θεώρησαν ως «δική τους στιγμή να μιλήσουν». Το αίσθημα αυτό, δείχνει η ιστορία, είναι πάντα συντριπτικό -και οι χειρότερες συνέπειες δεν είναι αριθμητικές.

Ποιοι ήταν, τελικά, αυτοί οι «ξεχασμένοι» ψηφοφόροι;

Είναι τα σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια ψηφοφόροι των Εργατικών που ψήφισαν υπέρ της εξόδου στο δημοψήφισμα του 2016. Μια «μυθική» ομάδα -και ταυτόχρονα, η πιο επιφανειακά ειδωμένη. Η παραδοσιακή εργατική τάξη, βουλιαγμένη στη λιτότητα.

Για ένα μέρος της, καθημερινότητα είναι οι τράπεζες τροφίμων και οι ουρές στα συσσίτια. Για άλλους, η ζωή μετά την αποβιομηχάνιση. Το Πόντιπουλ είναι μια πόλη της νότιας Ουαλίας. Κάποτε, ζούσε. Τώρα, έλεγε ένας κάτοικος πριν από το δημοψήφισμα του 2016 σε δημοσιογράφο του Guardian, «έχει πεθάνει επειδή πήραν αυτό που ήθελαν. Η Θάτσερ διέλυσε τα συνδικάτα. Υπήρχαν εδώ ανθρακωρυχεία. Καπνός! ‘Φύγαμε από εδώ’. Και προχώρησαν παρακάτω.» Και από τότε, κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί τους.

Μαζί με την αποβιομηχάνιση, ήρθαν οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αλιεία, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι κανονισμοί. «Η ΚΑΠ δέχεται τις περισσότερες επιθέσεις από κάθε άλλη ευρωπαϊκή πολιτική. Κατηγορείται από πολιτικούς όλων των χρωμάτων ως πολύ ακριβή, πολύ περιοριστική, στοχευμένη στους λάθος ανθρώπους και ότι αποτυγχάνει να προστατέψει το περιβάλλον», σημειωνόταν το 2017 σε άρθρο στην ιστοσελίδα The Conversation. Πολλές γνωστές μη-κυβερνητικές οργανώσεις έγραφαν σε κοινή ανακοίνωσή τους ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει «μια ευκαιρία χωρίς προηγούμενο να αναζωογονήσουμε την ύπαιθρό μας με τρόπο που να ισορροπεί τις ανάγκες όλων, για τις γενιές που ακολουθούν».

Μπορεί οι περισσότεροι να έκαναν ότι δεν το βλέπουν, αλλά εργαζόμενοι ψηφοφόροι των Εργατικών δεν πίστευαν πια και τόσο σε αυτά που τόσο καιρό τους έλεγαν για την Ευρώπη-προστάτη των εργατικών δικαιωμάτων. H εφημερίδα Guardian έχει δημοσιεύσει πολλά κείμενα αρθρογράφων υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο οικονομικός της συντάκτης, Άρθουρ Έλιοτ, έχει διαφορετική άποψη. Και την έγραψε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές. «Μην ξεγελιέστε -η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι υπερασπιστής των δικαιωμάτων των εργαζόμενων. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα πάντα έκανε τη ζωή πιο εύκολη για το κεφάλαιο. Ακριβώς γι΄αυτό αρέσει τόσο πολύ στις πολυεθνικές», ήταν ο τίτλος του άρθρου του. Και συνέχιζε, αποδομώντας την κυρίαρχη άποψη, και κρίνοντας τη στάση της αριστεράς: «Ο Άντι Χαλντέιν, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, είπε αυτή την εβδομάδα ότι έχει γίνει πρόοδος στο ζήτημα της ισότητας των αμοιβών των φύλων αλλά χρειάζονται περισσότερα. Αυτό που δεν είπε είναι ότι όλη η πρόοδος που έχει γίνει μέχρι τώρα υπήρξε αποτέλεσμα της πίεσης στο εσωτερικό και απεργιακών δράσεων που φτάνουν πίσω στην απεργία το 1968 εργατριών στο εργοστάσιο Φορντ Ντάγκενχαμ. Ούτε ήταν οι Βρυξέλλες που οδήγησαν στην έγκριση του Νόμου για ίσες Αμοιβές ή την Πράξη κατά των Διακρίσεων Φύλου. Ούτε ήταν οι Βρυξέλλες που οδήγησαν στην έγκριση του Νόμου για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία ή τον Νόμο Προστασίας της Εργασίας. Όλοι αυτοί οι νόμοι πέρασαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄70, και δεν είναι σύμπτωση ότι αυτή ήταν η περίοδος που τα συνδικάτα ήταν ισχυρότερα και η διαπραγμάτευση για συλλογικές συμβάσεις ήταν πιο εκτεταμένη… Η άποψη ότι μόνο οι Βρυξέλλες στέκονται εμπόδιο σε ένα μπαράζ απορρυθμίσεων, φανερώνει όχι μόνο μια λανθασμένη αντίληψη του τρόπου που λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επίσης μια βαθιά και παράλογη απαισιοδοξία από την αριστερά, μια πίστη ότι οι Συντηρητικοί θα είναι στην εξουσία για πάντα ανεξάρτητα από  το τι θα κάνουν. Η αριστερά δε χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση να δώσει τις μάχες της. Αυτό που χρειάζεται είναι να στηρίξει τη διεκδίκηση για καλύτερες συνθήκες εργασίας και να κερδίσει έναν κόσμο αηδιασμένο με μια αγορά εργασίας οπλισμένη υπέρ των εργοδοτών. Με λίγη αυτοπεποίθηση, δε θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολο.»

Έχασαν οι «αριστερές πολιτικές» του Κόρμπιν;

Μία εξήγηση που επιχειρείται να διαμορφωθεί για την ήττα των Εργατικών -και από μερίδα του Τύπου- είναι ότι οι προτάσεις τους ήταν «πολύ ριζοσπαστικές». Φυσικά, ο καθένας μπορεί να λέει ό, τι θέλει αναλύοντας ένα αποτέλεσμα. Αλλά υπάρχουν και τα στοιχεία.

Στις αρχές του 2019, το eurotrack ερευνούσε την απήχηση των προτάσεων Κόρμπιν. Έγραφε ο επικεφαλής δημοσιογράφος-αναλυτής δεδομένων του eurotrack Μάθιου Σμιθ στην ιστοσελίδα του YouGov, ότι οι πολιτικές αυτές είναι δημοφιλείς όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες -Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία, και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η δέσμευση Κόρμπιν για δωρεάν πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα για όλους, είχε παντού την πλειοψηφία. Η δέσμευση να αυξηθεί ο φόρος εισοδήματος για το 5% των υψηλότερων εισοδημάτων ήταν αποδεκτή σε ποσοστό 68% στη Βρετανία. Η δέσμευση να μπει πλαφόν στις τιμές των ενοικίων ώστε να συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό υποστηριζόταν από το 74% των ερωτηθέντων στη Βρετανία. Η πρόταση/διερεύνηση για εργάσιμη εβδομάδα τεσσάρων ημερών, από το 63% των βρετανών. Η απαίτηση να δίνουν οι επιχειρήσεις αριθμό θέσεων στα διοικητικά συμβούλια στους εργαζόμενους ήταν αποδεκτή από το 63% στη χώρα. Και, η δέσμευση να ανήκουν στο Δημόσιο οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας έβρισκε σύμφωνους σχεδόν 6 στους 10 -όπως και η επιστροφή του σιδηρόδρομου στο Δημόσιο. Και σημείωνε ο Μάθιου Σμιθ: «Η δημοφιλία αυτών των πολιτικών σημαίνει ότι αν ο Κόρμπιν δεν καταφέρει να πάρει τα κλειδιά της Ντάουνινγκ Στριτ, παραμένει κάθε πιθανότητα να μπορέσει κάποιος άλλος να τις υλοποιήσει.»

Τον Οκτώβριο έγραφε άρθρο στο Bloomberg ότι «το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών δείχνει πως για πρώτη φορά από το 2002, οι περισσότεροι ψηφοφόροι θέλουν να αυξηθούν οι φόροι ώστε να αυξηθεί η δημόσια δαπάνη για νοσοκομεία, σχολεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες».

Όλα αυτά τα στοιχεία συνηγορούν στο ότι το Μανιφέστο 2019 του Εργατικού Κόμματος υπό τον Τζέρεμι Κόρμπιν είχε αποδοχή, με βάση τις έρευνες. Ήταν η πρόταση που απορρίφθηκε στις εκλογές, ή συνέβη κάτι άλλο;

Η οργή για το πολιτικό σύστημα

Ένα προβληματικό ενδεχόμενο είναι να στοχοποιηθούν ως «ανόητοι» οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι των Εργατικών που ήταν οπαδοί του Brexit και στράφηκαν στους Συντηρητικούς ή δεν πήγαν να ψηφίσουν. Αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει. «Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ανθρακωρύχοι μας, από ήρωες της εργατικής τάξης έχουν μετατραπεί σε ‘γαλοπούλες που ψηφίζουν να έρθουν τα Χριστούγεννα’. Αποκαλούνται ‘προδότες’ και ‘ηλίθιοι’», έλεγε κάτοικος του Ντόνκαστερ μετά τα αποτελέσματα.

Οι Εργατικοί του Κόρμπιν κατέβηκαν στις εκλογές με μια δημοφιλή πολιτική πρόταση, δεχόμενοι ποικίλων ειδών επιθέσεις, φανερές και λιγότερο φανερές, από το πολιτικό σύστημα, αλλά και από μεγάλη μερίδα του Τύπου -με στόχο κυρίως τον ίδιο τον Τζέρεμι Κόρμπιν και την πολιτική του ταυτότητα. Υποχώρησαν στο ζήτημα του Brexit, και προκάλεσαν ένα αίσθημα «προδοσίας» στους απλούς ανθρώπους. Αλλά μια άλλη -ή ακόμα μία- εξήγηση για την επίδοσή τους φαίνεται ότι είναι το μήνυμα που έστειλαν, και αυτό που δεν έστειλαν.

Έγραφε μετά τις εκλογές στο open democracy ο Άνταμ Ράμσεϊ για τη στάση των βρετανών ψηφοφόρων. «Οι Συντηρητικοί τους είπαν ότι με το Brexit ‘θα πάρουν πίσω τον έλεγχο’.» Η απάντηση από τους Εργατικούς «θα έπρεπε να είναι να τους προσφέρει μια γνήσια αυτενέργεια, μέσω μιας πολιτικής επανάστασης». Αντί για αυτό, τους είπαν, «θα χρησιμοποιήσουμε την πολιτική για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή σας». Το πρόβλημα είναι ότι ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, δεν εμπιστεύονται την πολιτική, δεν πιστεύουν στο πολιτικό σύστημα. «Έχω μιλήσει σε άγνωστους για πολιτική σε δρόμους στη Βρετανία αρκετά συχνά από το 2003. Είμαι συνηθισμένος στην έλλειψη εμπιστοσύνης, τον κυνισμό και την οργή. Στο ‘όλοι το ίδιο είναι’. Αλλά δεν έχω συναντήσει ποτέ τόσους πολλούς ανθρώπους να λένε ‘όλοι είναι ψεύτες’, μια τόσο οργισμένη, ενεργητική αποχή. Μοιάζει σαν κάτι νέο», γράφει ο Ράμσεϊ. Ο ίδιος ο Τζέρεμι Κόρμπιν το επιβεβαίωνε με άρθρο του στον Guardian την επομένη των εκλογών. «Ταξίδεψα σε όλα τα σημεία της χώρας μας και άκουσα τους ανθρώπους, και ήμουν συνεχώς εντυπωσιασμένος από το πόσο βαθιά έχει διαρραγεί η εμπιστοσύνη στην πολιτική.» Και την απογοήτευση είναι εύκολο να διαδεχτεί ο κυνισμός.

«Γιατί να μην απαιτήσεις οι κανόνες της δημοκρατίας να γράφονται από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους, δίνοντας δύναμη στους ανθρώπους; Γιατί να μην ανακοινώσεις ότι τα νησιά Κέιμεν και τα Βritish Virgin Islands και το Γιβραλτάρ θα πρέπει να επιβάλλουν τους βρετανικούς φόρους ή να ανακηρύξουν ανεξαρτησία και να απαρνηθούν την προστασία του Βασιλικού Ναυτικού; Γιατί να μην υποσχεθείς να τελειώσεις τη συνταγματική προστασία του Σίτι του Λονδίνου; Γιατί να μη φωνάξεις για συμμετοχικό προϋπολογισμό, για τοπικό έλεγχο και δίκαιο εκλογικό σύστημα; Η κλιματική κρίση και η οικονομική καταστροφή είναι σοβαρά ζητήματα. Αν όμως δεν πείσεις τους ανθρώπους ότι η δημοκρατία είναι ικανή να εφαρμόσει πολιτικές, όλα διαλύονται», έγραφε ο Άνταμ Ράμσεϊ.

Οι πολιτικές που υποσχέθηκε ο Τζέρεμι Κόρμπιν ήταν δημοφιλείς. Αλλά μεγάλος μέρος του κόσμου, μάλλον δεν πίστεψε ότι θα τις εφαρμόσει. Και, ακόμα, κόμμα, συνδικάτα και πολλοί ακτιβιστές «πόνταραν» τα πάντα στην εκλογική επιτυχία των Εργατικών. Εργάστηκαν για αυτό, αλλά ο δρόμος «έμεινε άδειος». Την προεκλογική εκστρατεία δε συνόδεψαν μεγάλες διαδηλώσεις, ούτε απεργιακές δράσεις. Το μήνυμα ήταν ότι η λύση θα έρθει με τις εκλογές, από την κάλπη και το πολιτικό σύστημα -αυτό ακριβώς που όλο και περισσότεροι θεωρούν ότι είναι το πρόβλημα. Το μήνυμα ήταν «για τους πολλούς, όχι για τους λίγους» -αλλά δεν ήταν «από τους πολλούς, για τους πολλούς». Και αυτό που συνέβη στη Βρετανία, συμβαίνει παντού.

Και τώρα τι; Η κυβέρνηση Τζόνσον πιθανά θα κινήσει γρήγορα τη διαδικασία για να αποχωρήσει η Βρετανία, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου το αργότερο. Και μετά θα αρχίσει η πιο περίπλοκη διαδικασία της σύναψης εμπορικής συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρητικά θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2020, εκτός αν δοθεί νέα παράταση. Θα γίνει κάτι τέτοιο, ή ο Μπόρις Τζόνσον  θα προχωρήσει ενισχυμένος από τη μεγάλη πλειοψηφία που έχει στη βουλή;

«Μετά από κανέναν χρόνο και τη διευθέτηση του brexit, η οικονομία θα ανεβεί βραχυπρόθεσμα. Με την ‘αβεβαιότητα’ να έχει λήξει, ίσως επιστρέψουν ξένες επενδύσεις, ανακάμψουν οι τιμές των σπιτιών, και ίσως ο Τζόνσον κλέψει ακόμα και προτάσεις των Εργατικών και αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για μια μικρή περίοδο. Μακροπρόθεσμα, τα πράγματα είναι ασαφή. Μένει να φανούν οι επιπτώσεις στο Σίτι και τις οικονομικές υπηρεσίες -χωρίς να διαφαίνεται κάτι συνταρακτικό στον ρυθμό ανάπτυξης. Αλλά μετά υπάρχει και ο ‘τζόκερ’: η παγκόσμια οικονομία. Οι μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες έχουν τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τη Μεγάλη Ύφεση. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας ίσως παγώσει, αλλά μάλλον θα ξαναρχίσει. Και σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία, τα εταιρικά κέρδη μειώνονται, καθώς αυξάνεται το χρέος τους. Ο κίνδυνος μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης είναι εδώ. Κανείς δε γνωρίζει πώς θα αντιδράσει  το βρετανικό εκλογικό σώμα, και η ‘φούσκα του Brexit’ του κόμματος του Τζόνσον θα ‘σκάσει’», γράφει στο μπλογκ The Next Recession ο οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς.

Μένει να φανεί τι από όλα αυτά θα -ή δε θα- συμβεί. Προς  το παρόν, οι Συντηρητικοί πανηγυρίζουν την ξεκάθαρη νίκη τους, και οι Εργατικοί, έχοντας να διαχειριστούν και να αναλύσουν μια ξεκάθαρη ήττα, μπαίνουν σε μια πορεία εσωτερικών διεργασιών με άγνωστη, πιθανά και απρόβλεπτη, κατάληξη.

Αλλά, μετά, υπάρχει και η εμπειρία. Όπως αυτή της Γαλλίας. Εκεί όπου οι υποψήφιοι σοσιαλιστών και αριστεράς αποκλείστηκαν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, και η μάχη κρίθηκε ανάμεσα σε Μακρόν και Λεπέν, με τον πρώτο να εκλέγεται πανηγυρικά πρόεδρος. Σε 18 μήνες τα Κίτρινα Γιλέκα σάρωναν τη χώρα, και έναν χρόνο μετά, ξεσπούν μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις.

«Αντί Παλιά Αγγλία, αντίο… Τώρα είμαι σε μια φυλακή, μια φυλακή τόσο σκληρή, δίχως να ξέρω πού να στραφώ», λένε οι στίχοι του βρετανικού φολκ τραγουδιού που ακούει ο ήρωας στο βιβλίο του Κόου. Γνωρίζοντας, ή καλύτερα, μαθαίνοντας, ότι το τραγούδι τραγουδάει αυτό που, όλο και πιο πολύ, άνθρωποι παντού αισθάνονται.

 

 

Μοιράσου το άρθρο: