Του Πιέρρου. Ι. Τζανετάκου 

Όλες οι κινήσεις του Ταγίπ Ερντογάν μετά την εκλογή του στην Προεδρία της Τουρκίας την άνοιξη του 2017 ορίζονται από μια κοινή συνισταμένη: την επιθυμία του να είναι ο ίδιος επικεφαλής του έθνους όταν στις 29 Οκτωβρίου του 2023 ο λαός θα γιορτάζει τα εκατοντάχρονα από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Και μάλιστα, είναι βέβαιο ότι στο διάστημα που μεσολαβεί ο Τούρκος πρόεδρος θα συνεχίσει να επιδιώκει συστηματικά την υλοποίηση του αναθεωρητικού ονείρου του: να επεκτείνει την τουρκική επικράτεια -ή έστω την άμεση επιρροή της Άγκυρας- προς την κατεύθυνση αυτού που παραστατικά η τουρκική διπλωματία ονόμασε «Γαλάζια Πατρίδα». Δι’ αυτής της οδού, πιστεύει ο ίδιος, θα μπορέσει να τοποθετήσει το όνομά του δίπλα σε αυτό του Κεμάλ, του «πατέρα των Τούρκων». 

Presidential Press Service via AP

Ήδη από το 2015 ο Ερντογάν είχε αντιληφθεί ότι για την υλοποίηση του οράματός του δεν αρκούσε η λατρεία των ισλαμιστών στο πρόσωπό του. Έπρεπε να φιλοτεχνήσει ένα υπερβατικό και σε μεγάλο βαθμό διαπαραταξιακό προφίλ, προκειμένου να διευρύνει κατά το δυνατό τα λαϊκά ερείσματά του. Άλλωστε, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, για την εκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας απαιτείται το 50%+1, το οποίο δεν ήταν -και δεν είναι- καθόλου βέβαιο ότι διαθέτει, ειδικά μετά την εμφάνιση των πρώτων σημαδιών κάμψης της τουρκικής οικονομίας. Στράφηκε, λοιπόν, στους εθνικιστές, οι οποίοι πράγματι αποτελούν γι’ αυτόν πιο δεκτικό ακροατήριο σε σχέση με τον σκληρό πυρήνα της ρεπουμπλικανικής αντιπολίτευσης. Έκτοτε έως και σήμερα, η ρητορική του ισχυρού άνδρα της γείτονος αφίσταται όλο και περισσότερο από τα ισλαμικά ιδανικά και λαμβάνει σαφώς εθνικιστικά χαρακτηριστικά, ενώ οι επικλήσεις στον Κεμάλ αποτελούν πλέον σύνηθες φαινόμενο στις δημόσιες παρουσίες του. Έχοντας ήδη ν’ αντιμετωπίσει σωρεία προβλημάτων, με κορυφαία -πλην της πτωτικής πορείας των δεικτών ανάπτυξης- την ανάσχεση των βλέψεων επί του συριακού εδάφους και την πίεση από το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, η πανδημία του κορονοϊού ήρθε για να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την εξίσωση. Η απάντηση του Ερντογάν στις εξελίξεις είναι «ακόμα περισσότερος εθνικισμός – ακόμα μεγαλύτερη επίθεση εναντίον των εχθρών του έθνους». Ό,τι δηλαδή θα έκανε και ο Κεμάλ αν βρισκόταν σήμερα στη θέση του. 

Ο Ερντογάν στρουθοκαμηλίζει σχεδόν από την αρχή του ξεσπάσματος της υγειονομικής κρίσης, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις για τη χώρα του. Η Τουρκία άργησε πολύ ν’ ανακοινώσει το πρώτο κρούσμα της ασθένειας, ενώ κανείς δεν εμπιστεύεται τους κρατικούς αξιωματούχους που παραθέτουν καθημερινά τους αριθμούς των νεκρών από τον κορονοϊό. Όποιος τολμήσει να καταγγείλει μέσω των κοινωνικών δικτύων την κυβέρνηση για απόκρυψη των στοιχείων διώκεται πάραυτα. Ακόμα κι έτσι, οι νοσούντες ξεπερνούν του 90.000 και οι θάνατοι είναι περισσότεροι από 2.200. Το τουρκικό σύστημα υγείας βρίσκεται ήδη στα όριά του. 

Από τις πρώτες μέρες της πανδημίας ο Τούρκος πρόεδρος έχει αφήσει τη διαχείριση των φανατικών ισλαμιστών σε άλλους. Οι ιμάμηδες λένε στα κηρύγματά τους ότι ο ιός είναι αποτέλεσμα της τιμωρίας του Αλλάχ για τον έκλυτο βίο των απίστων, εννοώντας τους κοσμικούς ρεπουμπλικανούς. Ο ίδιος επιμένει κεμαλικά: Κυρίαρχο επιχείρημα στους λόγους του είναι ότι σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν στη δύση, η Τουρκία αντιμετωπίζει τον κορονοϊό με επιτυχία και η επόμενη μέρα θα βρει την Άγκυρα πολύ πιο ισχυρή, έτοιμη να διεκδικήσει μια ακόμα καλύτερη θέση στον νέο -και βαθιά κλονισμένο- κόσμο. Όπως ο Κεμάλ κατηγορούσε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα τις Μεγάλες Δυνάμεις για τον διαμελισμό της Αυτοκρατορίας, έτσι και ο Ερντογάν εμφανίζεται σήμερα πιο αντιδυτικός από ποτέ, φορτώνοντας όλα τα δεινά του έθνους σε σκοτεινούς μηχανισμούς που επιβουλεύονται όχι απλώς την εξουσία του, αλλά την ευημερία του λαού. 

Όταν, πριν ακόμα αρχίσει ν’ αυξάνεται ο αριθμός των θυμάτων από τον ιό, οι κεμαλιστές δήμαρχοι των μεγάλων πόλων πήραν πρωτοβουλία και πραγματοποιήσαν εράνους για τη δημιουργία ταμείων αντιμετώπισης της επερχόμενης πανδημίας, κατηγορήθηκαν από τον Ερντογάν ως αμφισβητίες της αποτελεσματικότητας του τουρκικού κράτους. Οι έρανοι απαγορεύθηκαν και η κυβέρνηση κατάθεσε αγωγές εναντίον των δημάρχων, οι οποίοι υποδείχθηκαν ως άλλοι πραξικοπηματίες. Ακόμα και το προφανές, δηλαδή η παράλληλη με το κράτος αρωγή από ιδιώτες και φορείς με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων του κορονοϊού, αποκαλείται από τον Τούρκο πρόεδρο «προδοσία». Η συζήτηση περί αδυναμίας των επίσημων αρχών να προστατεύσουν τους πολίτες κηλιδώνει την εικόνα του Ερντογάν ως του δυνάμει νέου πατέρα του έθνους

AP Photo/Emrah Gurel

Εν μέσω αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης και με τα σενάρια για νέα προσφυγή της Άγκυρας στο ΔΝΤ, ο Ερντογάν ανοίγει και πάλι την ατζέντα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και κινείται δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Γιαβούζ πλέει και πάλι εντός της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ η τουρκική παρουσία στη Λιβύη καθίσταται όλο και εντονότερη, τόσο σε ναυτικό επίπεδο, όσο και στο εμφυλιοπολεμικό πεδίο, με τις συνεχείς προσπάθειες εξοπλισμού των δυνάμεων του Σάρατζ στην Τρίπολη. Είναι φανερό ότι η Τουρκία επιδιώκει συστηματικά να δημιουργήσει τον δικό της χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο, επιλογή που έχει σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά και στοχεύει κυρίως στο εσωτερικό, εθνικιστικό ακροατήριο: Μετά την αποτυχία στη Συρία, όπου το διπλωματικό πόκερ με τους Ρώσους, τον Άσαντ και τους Ιρανούς είναι ριψοκίνδυνο, η Ανατολική Μεσόγειος φαντάζει ως το μόνο πιθανό πεδίο ανάπτυξης της «Μεγάλης Τουρκίας» και είναι το διαβατήριο του Ερντογάν για το ταξίδι έως το 2023. 

Ως συνήθως, η τουρκική διπλωματία βάζει πολλά θέματα στο τραπέζι, χωρίς όμως να χαράσσει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Το γεγονός αυτό καθιστά την Άγκυρα απρόβλεπτη και νευρική, κάτι που, όπως είναι λογικό, ανησυχεί την Αθήνα. Στο πλαίσιο των κινήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, πλην της Κύπρου, η Ελλάδα βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση για ν’ αποτρέψει πιθανή παρουσία τουρκικού ερευνητικού σκάφους νοτιοανατολικά της Κρήτης. Πέραν αυτού, μένει να δούμε αν η Τουρκία θα συνεχίσει να παρενοχλεί τόσο τη χώρα μας, όσο και την Ευρώπη, απειλώντας με αποστολή νέου κύματος προσφύγων και μεταναστών σε ελληνικό έδαφος. Το πρόβλημα δεν είναι, όπως άστοχα διακινήθηκε τις προηγούμενες μέρες, αν ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που ενδεχομένως να επιχειρήσουν να περάσουν στα νησιά θα υπάρχουν φορείς του κορονοϊού. Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία εμμένει να χρησιμοποιεί το προσφυγικό ζήτημα ως μοχλό πίεσης και αποσταθεροποίησης της Ελλάδας και μάλιστα εις το διηνεκές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα εκατομμύρια των προσφύγων και μεταναστών που ζουν στην Τουρκία αποτελούν και μείζον εσωτερικό ζήτημα για τη χώρα, με σημαντικές μάλιστα επιπτώσεις τόσο σε δημοσιονομικό επίπεδο, όσο κυρίως στην αγορά εργασίας και δη αυτή των λαϊκών στρωμάτων. Ειδικά αν η οικονομική κρίση βαθύνει ακόμα περισσότερο, ο Ερντογάν δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τους ανθρώπους αυτούς ως αποδιοπομπαίους τράγους, καλώντας τους να φύγουν από την Τουρκία. Και ο μόνος δρόμος προς την Ευρώπη είναι γνωστό ότι περνά μέσα από την Ελλάδα.

Μοιράσου το άρθρο: