του Νάσου Μπράτσου

Πέρασαν κατακτητές και κατακτητές, από τους Ιωαννίτες Ιππότες το 1309 έως τους Οθωμανούς Τούρκους το 1522 και τους Ιταλούς το 1912, έως το στρατό της ναζιστικής Γερμανίας, ακολούθησε ένα διάστημα που η Βρετανία είχε τον έλεγχο των Δωδεκανήσων, μέχρι τελικά να γίνουν τμήμα του ελληνικού κράτους το 1948.

Είχε προηγηθεί στις 10 Φεβρουαρίου 1947 η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία με την οποία τα Δωδεκάνησα αποδίδονταν στην Ελλάδα, ενώ η Ιταλία υποχρεωνόταν σε αποζημίωση προς τη χώρα μας, ύψους 105 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η τελετή παράδοσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από τις βρετανικές αρχές έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 στη Ρόδο, ενώ η επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948 και το 1955 τα Δωδεκάνησα έγιναν νομός με πρωτεύουσα τη Ρόδο. Πρέπει να τονίσουμε ότι μετά τις μαύρες μέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στα Δωδεκάνησα δεν ξημέρωσαν «άσπρες μέρες», αλλά «γκρίζες». Αυτό γιατί οι Βρετανοί προωθούσαν σχέδια «αυτονομίας » τους, στην ουσία έλεγχό τους προς το συμφέρον τους.

Η επιλογή αυτή έκανε αρνητική αίσθηση σε όσους Δωδεκανήσιους είχαν στρατευτεί στο πλευρό των Βρετανών στη διάρκεια του Β’ ΠΠ, με την ελπίδα να απελευθερωθούν τα Δωδεκάνησα και να ενωθούν με την Ελλάδα. Οι ίδιοι οι Βρετανοί εξέφραζαν τη συμφωνία τους στις προσδοκίες αυτές.

Μόλις όμως τελείωσε ο πόλεμος για να θέσουν σε εφαρμογή τα «αυτονομιστικά» σχέδια τους (μην ξεχνάμε ότι η Βρετανία ήταν χώρα που μέχρι τότε είχε υπό τον έλεγχό της αποικίες και συμπεριφέρονταν ανάλογα στην εξωτερική της πολιτική), δημιούργησαν στα Δωδεκάνησα ένα σώμα τους «Μπιεμέδες», όπως τους αποκαλούσαν οι Έλληνες νησιώτες.

Η λαϊκή ονομασία βγαίνει είτε από το british military authority, είτε από το  british military administration, αλλά και από το αντίστοιχο νόμισμα που κυκλοφορούσαν οι βρετανικές αρχές.

Οι Βρετανοί κρατούν τους νόμους ιταλικής κατοχής καταργώντας μόνο αυτούς που αφορούν το φασιστικό κόμμα, αλλά και διακρίσεις για λόγους φύλων και θρησκειών. Ο ελληνικός τύπος περνάει από λογοκρισία.

Οι Μπιεμέδες ήταν αυτοί που με το βούρδουλα θα επέβαλαν να μην υπάρχουν διαμαρτυρίες για τη μη ένωση με την Ελλάδα. Μεταξύ αυτών Κύπριοι και Ινδοί. Είναι στην ουσία ένα είδος στρατοχωροφυλακής – Βritish Military Police.

Σε συνέντευξη που μας είχε δώσει ο κάτοικος Λειψών Τάσος Χήρας, μας είχε πει:
«Μετά τον πόλεμο και μέχρι την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα, στο νησί υπήρχε ένα αστυνομικό σώμα από Έλληνες και Κύπριους, εμείς τους λέγαμε Μπιεμέδες και γενικά μας χτυπούσαν πολύ, έπεφτε πολύ ξύλο, κρατούσαν και γκλομπ. Πληρώνονταν από εγγλέζικο κονδύλι.

Μία νύχτα τους στριμώξαμε σε ένα καφενείο και έφαγαν πολύ ξύλο. Θυμάμαι και ονόματα χωροφυλάκων Τσίφτης και Λουλουργάς. Την άλλη μέρα με έπιασαν δύο από αυτούς και με χτύπησαν μέχρι που μάτωσα. Τους είπα άνανδρους και αν τολμούσαν ας μου άφηναν έστω το ένα χέρι ελεύθερο.Ένας από αυτούς ο Διαμαντούρος, μετά τον πόλεμο έγινε χτίστης. Μία μέρα τον πήρε ο εργολάβος Σαράντης Πουλής (μου είχε χτίσει το φούρνο) και ήρθαν στους Λειψούς για να χτίσουν σπίτια των αδελφών μου. Μόλις έμαθε σε ποιανού σπίτια θα δούλευε έφυγε τρέχοντας, ίσως και με το ίδιο καΐκι. Στη μεταπολεμική περίοδο έφυγα για 47 χρόνια στην Αυστραλία και συγκεκριμένα στην Τασμανία».

Στο βιβλίο των εκδόσεων «Αλφειός», «Κομμάντος του Αιγαίου – Οι θρυλικοί Δρύδες», ο συγγραφέας και σαμποτέρ στον πόλεμο στο πλευρό των Βρετανών, Πανορμίτης Κουμνιανός, αναφέρει:
«Όταν ο πόλεμος τελείωνε οι Εγγλέζοι άρχισαν να υλοποιούν τα σχέδιά τους για να μην ενωθούν τα Δωδεκάνησα με την Ελλάδα, αλλά να είναι «αυτόνομα» και συνδεδεμένα με τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Επόμενο ήταν όσοι Έλληνες σαν τους «Δρύδες», πολεμούσαν για την αποτίναξη των κατακτητών και την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, να θεωρούνται πια εχθροί, επικίνδυνοι και περιττοί για τους μηχανισμούς των Εγγλέζων. «Αναλώσιμοι» και «ανακυκλώσιμοι» για να χρησιμοποιήσουμε όρους της εποχής μας.

Ο Πανορμίτης αρνήθηκε να υλοποιήσει αποστολή μεταφοράς ποσότητας πολεμοφοδίων που θα μοιραζόντουσαν τα μισά στον ΕΛΑΣ και τα μισά στον ΕΔΕΣ με διακηρυγμένο στόχο των Εγγλέζων να σκοτωθούν οι Έλληνες μεταξύ τους, διότι το διαίρει και βασίλευε τους εξυπηρετούσε, όπως τόνιζαν.

Την ίδια στιγμή της άρνησης, ο Πανορμίτης έμπαινε στο στόχαστρο των μέχρι τότε «συμμάχων», όπως και αρκετοί με παραπλήσια στάση.

Άλλοι στάλθηκαν σε αποστολές «χτισμένες» για να αποτύχουν και να σκοτωθούν, άλλους τους δολοφόνησαν οι ίδιο οι «σύμμαχοι» σε ερήμους και απόμερες περιοχές, αλλά οι «Δρύδες» με διάφορους τρόπους που αναφέρονται στο βιβλίο, κατάφεραν να διασωθούν.

Και εκεί αρχίζει το επόμενο στάδιο, η σπίλωσή τους με ποινικές κατηγορίες και προβοκάτσιες, οι φυλακίσεις και η χρήση των ίδιων μεθόδων που είχαν νοιώσει οι ήρωές μας στο πετσί τους από τους Ιταλούς. Την τελευταία στιγμή ο Πανορμίτης φυλακισμένος στην Κύπρο, γλιτώνει την εκτέλεση.

Γυρνώντας στην πατρίδα τους, βρήκαν όλους τους δοσίλογους υπηρέτες των Ιταλών και των Γερμανών να υπηρετούν πιστά τους Εγγλέζους και να ευθυγραμμίζονται με τις επιλογές τους για μη ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.

Η ένωση όμως έγινε, οι Κουμνιανοί δεν δείλιασαν ούτε στιγμή μπροστά στο νέο υποψήφιο δυνάστη και εργάστηκαν ενάντια στα σχέδια της «αυτονομίας» – προτεκτοράτου».

Στο βιβλίο «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» (εκδόσεις Νότιος Άνεμος, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος), η αναφορά στους «Μπιεμέδες» ήταν η ακόλουθη:

«Έγινε με πλοία σε διάφορα νησιά και ακολούθως με μετεπιβιβάσεις σε καΐκια, τα οποία τους πήγαιναν στον τελικό προορισμό τους, όπου δεν υπήρχαν λιμάνια, όπως στην Ικαρία, ικανά να υποδεχτούν μεγάλα πλοία. Πρέπει, πάντως, να σημειωθούν ο ρόλος των Εγγλέζων και το πλιάτσικο, τουλάχιστον στους Καστελοριζιούς, οι οποίοι βρήκαν περιουσιακά τους στοιχεία να πωλούνται στα παζάρια της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής. Επίσης, για περίπου μία διετία, μέχρι να ενσωματωθούν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, πιπίλιζαν το μυαλό των Δωδεκανήσιων για ειδικά καθεστώτα «αυτονομίας» και συνεργασίας μαζί τους, διώκοντας όσους προπαγάνδιζαν την ένωση. Στην Ιστορία έμειναν οι «μπιεμέδες», ένα σώμα αστυνομικό, επανδρωμένο και με πολλούς Κύπριους και στρατολογημένα στοιχεία λούμπεν και υπόκοσμο, που κακοποιούσε και έστηνε συνεχείς προβοκάτσιες σε βάρος των Δωδεκανήσιων.

Όπως αναφέρει ο, μεταπολεμικά διωχθείς από τους Εγγλέζους, κορυφαίος Δωδεκανήσιος κομάντο – σαμποτέρ Πανορμίτης Κουμνιανός στο βιβλίο του «Κομάντος του Αιγαίου», το σώμα αυτό «αποτελείτο από κλέφτες, διαρρήκτες, δωσίλογους, σωματέμπορους, μαστροπούς και κάθε είδους κυπριακό κάθαρμα, το οποίο εκκινείτο ανάλογα με την ειδικότητα την οποία είχε εκ κληρονομίας και ετρομοκράτησαν τον πληθυσμό του νησιού (Κάλυμνος) και δεν ηκούετο ούτε ένας ψίθυρος περί της ενώσεως της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, παρά μόνο μερικοί ψίθυροι περί αυτονομίας της Δωδεκανήσου από ορισμένους καιροσκόπους γλείφτες».

Νωρίτερα, μέσα στη δίνη του πολέμου, οι Εγγλέζοι παζάρευαν με την Τουρκία τα ελληνικά νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου.

Η απελευθέρωση της Καρπάθου

Στο ίδιο βιβλίο σημειώναμε ότι: «Και όμως η Κάρπαθος δεν περίμενε άλλους αλλά απελευθερώθηκε μόνη της.
Κάρπαθος, το πρώτο στρατόπεδο Ελλήνων προσφύγων στη διαδικασία του επαναπατρισμού Με τα όπλα έδιωξαν τον κατακτητή οι Καρπάθιοι το 1944 και ακολούθως στο ελεύθερο πια έδαφός της φιλοξενήθηκαν χιλιάδες πρόσφυγες από τα Δωδεκάνησα. Μπορεί τυπικά η ελευθερία να άργησε λίγο ακόμα, μέχρι την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, αλλά το χώμα που πατούσαν οι Καρπάθιοι το είχαν ελευθερώσει οι ίδιοι και αυτό έδινε μία δυναμική στις εξελίξεις. Ιταλοκρατούμενο το νησί, όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε και Ιταλούς και Γερμανούς. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας αρκετοί Ιταλοί αιχμαλωτίζονται από τους Γερμανούς και στέλνονται σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στον δρόμο χάνονται αρκετοί από ναυάγια ή άλλες αιτίες.

Τελικά, έμειναν 300 φασίστες Ιταλοί στην Κάρπαθο, που μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας πήγαν με τους 800 Γερμανούς που πάτησαν στο νησί τον Σεπτέμβρη του 1943. Θυμίζουμε ότι στις 8/9/1943 συνθηκολόγησε η Ιταλία. Οι Γερμανοί, σαφώς πιο σκληροί, χτυπούν, βασανίζουν, εκτελούν, ειδικά όταν αντελήφθησαν ότι όπλα των Ιταλών είχαν πέσει στα χέρια Ελλήνων. Σύμφωνα με μαρτυρίες, αρκετοί Καρπάθιοι δεν είχαν φύγει στην προσφυγιά και είχαν μείνει στο νησί, με αποτέλεσμα να υπάρχει το «έμψυχο υλικό» που μπορούσε να πάρει τα όπλα και να είναι υπολογίσιμο το μέγεθός του.

Με την αποχώρηση των Γερμανών, στις αρχές Οκτωβρίου 1944, οι Καρπάθιοι παίρνουν και άλλα όπλα και πυρομαχικά. Να σημειωθεί ότι μικρός αριθμός Γερμανών αντιναζιστών, που λιποτάκτησαν, βοήθησαν τους Καρπάθιους. Το πρόβλημα μετά την αποχώρηση των Γερμανών είναι ότι οι 300 Ιταλοί, που ήταν φασίστες και είχαν ταχθεί στο πλευρό των Γερμανών μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, θέλουν με θρασύτητα να κρατήσουν υπό την κατοχή τους το νησί. Μπροστά στην πίεση της μαζικής ένοπλης παρουσίας των Καρπάθιων, που εξεγέρθηκαν, οι Ιταλοί συνθηκολογούν.

Τότε το μήνυμα της απελευθέρωσης του νησιού προς τις ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής αναλαμβάνει να το μεταφέρει μία ομάδα με πλοίαρχο τον Μανώλη Πατσουράκη και πλήρωμα τους Σοφοκλή Οικονομίδη, Λάζαρο Κοσμά, Μιχάλη Πίττα, Κώστα Λαμπρίδη, Γιώργο Χριστοδούλου και Νικόλαο Σταματάκη. Το όνομα του σκάφους ήταν «Immacolata» και προορισμός η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Όσο ταξίδευε το σκάφος, είχαν παραδοθεί οι Ιταλοί. Μετά από πενθήμερο ταξίδι, που ξεκίνησε στις 8 Οκτωβρίου, φτάνει και το αποτέλεσμα είναι μερικές μέρες μετά να αποβιβαστούν στο νησί δυνάμεις των Εγγλέζων και στις 28 Οκτωβρίου 1944 να προσεγγίσει το νησί εγγλέζικο πολεμικό πλοίο με δύναμη 300 στρατιωτών αλλά και τρόφιμα για την ανακούφιση του πληθυσμού, που υπέφερε από την έλλειψη τροφίμων.

H απελευθέρωση της Καρπάθου στις 17/10/1944, οκτώ μήνες νωρίτερα από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση σε αυτήν προσφύγων από τα υπόλοιπα νησιά. Με τη φροντίδα της UNRRA φτιάχνεται στρατόπεδο προσφύγων με πάνω από 3.000 Δωδεκανήσιους».

Έτσι οι «Μπιεμέδες» δεν ήταν τίποτα άλλο από τα όργανα της Βρετανικής δολοπλοκίας με στόχο να μπλοκάρουν τις αντιδράσεις των Δωδεκανήσιων για τη μη ένωση με την Ελλάδα, οι δοσίλογοι της κατοχής που έγιναν χρήσιμα εργαλεία και για τους νικητές του Β’ΠΠ, μαζί με στοιχεία από τον υπόκοσμο. Πέρασαν στη λήθη και τη χλεύη της ιστορίας, σε αντίθεση με όσους πολέμησαν ηρωικά εναντίον κάθε κατακτητή, που ακόμα και σήμερα στις τοπικές κοινωνίες των Δωδεκανήσων τα ονόματά τους δημιουργούν συγκίνηση.

 

Στην κεντρικη φωτο χρησιμοποιήθηκαν δύο φωτογραφίες του: Τrevor J. Hawkins/Imperial War Musem

H παράδοση των Δωδεκανήσων από τους Γερμανούς στους Βρετανούς στις 8 Μάη 1945 και Βρετανοί στο λιμάνι της Ρόδου στις 9 Μάη 1945.

Μοιράσου το άρθρο: