της Μάχης Μαργαρίτη

Τη δεκαετία του 1940, ο όρος ακούστηκε για πρώτη φορά. «Latchkey kid» -«Το παιδί με το κλειδί της εξώπορτας». Το παιδί που επέστρεφε από το σχολείο σε ένα άδειο σπίτι, επειδή τον πατέρα τον επιστράτευαν για να πολεμήσει, και η μητέρα έπρεπε να βρει δουλειά. Τώρα, ο πατέρας δε φεύγει για τον πόλεμο, φεύγει για τη δουλειά -όταν έχει-και η μητέρα το ίδιο. Οι μονογονεϊκές οικογένειες αυξάνονται, η μετακίνηση των γονιών με βάση το πού υπάρχει εργασία τους «στερεί» γιαγιάδες και παππούδες, και η ζωή στα αστικά κέντρα γίνεται όλο και πιο ατομικιστική. Όλο και πιο πολλά παιδιά, γυρίζουν από το σχολείο σε άδεια σπίτια. Κανένας δεν τα περιμένει. Πολλά μένουν μόνα τους επί ώρες, αφού οι γονείς αδυνατούν να πληρώνουν κάποιο άτομο για να τα φροντίζει -όλα αυτά ενώ η κουβέντα για ουσιαστική μείωση του ωραρίου εργασίας έχει σταματήσει στο μακρινό 1886.

«Τα ορφανά της μέρας», ήταν ο τίτλος ενός  ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του ΄80. Λίγο αργότερα, τη δεκαετία του ΄90, ο αμερικανός τότε πρόεδρος Κλίντον διακήρυττε ότι, «εκατομμύρια παιδιά χωρίς φροντίδα τις ώρες μετά το σχολείο είναι σε κίνδυνο». Καθώς τα χρόνια περνούσαν, άρχισε να κυκλοφορεί μια νέα, «εκσυγχρονιστική ιδέα»: ότι τα παιδιά γίνονται πιο ώριμα και πιο ανεξάρτητα όταν μένουν μόνα στο σπίτι. Με την εμπέδωση αυτής της ιδέας, οι γονείς γίνονται διαθέσιμοι για δουλειά χωρίς ενοχές για τα παιδιά που αφήνουν μόνα στο σπίτι, ή, τουλάχιστον, αρκετά «ήσυχοι» ώστε να μη αποκτήσουν συγκρουσιακή διάθεση γύρω από ένα κεντρικό για τον εργαζόμενο ζήτημα -το ωράριο εργασίας- αλλά ούτε για το ζήτημα της έλλειψης κατάλληλων κοινωνικών δομών για τη φροντίδα των παιδιών. Ο σύγχρονος, προοδευτικός γονιός μπορεί -ή/και πρέπει- να νιώθει άνετα να αφήνει το παιδί του μόνο στο σπίτι μετά το σχολείο, ειδικά μετά το δημοτικό, επειδή, «τους αρέσει να είναι μόνα», «απολαμβάνουν την ησυχία τους», «ας μη γινόμαστε υπερπροστατευτικοί», «δε μας θέλουν εκεί». Στους χώρους εργασίας, γονείς ακούν συναδέλφους να τους θεωρούν «υπερβολικούς» όταν ανησυχούν, ή έχουν να αντιμετωπίσουν την παρατήρηση-παραίνεση, «εγώ το άφηνα μόνο του και τίποτα δεν έπαθε» -θεωρώντας ως δεδομένο ότι αυτό που κάποιος έχει αποδεχτεί στη ζωή του ως «αναπόφευκτο», είναι οπωσδήποτε και το σωστό.

«Πολλή ησυχία»

Η συζήτηση συνήθως αφορά τα παιδιά του δημοτικού, για τα οποία υπάρχουν και περισσότεροι φυσικοί κίνδυνοι -ηλικίες για τις οποίες έχει, εξάλλου, δημιουργηθεί ο θεσμός του ολοήμερου σχολείου. Τι γίνεται, όμως, με τους έφηβους; Είναι μάλλον η πιο παραμελημένη ομάδα του νέου πληθυσμού, παρότι βρίσκονται σε μια πολυετή περίοδο μεγάλων αλλαγών.

Σε μελέτη των αμερικανών Μέρτενς, Φλάουερς και Μάλχολ, το 2003 -σε πολύ μεγάλο δείγμα μαθητών- αναφερόταν ότι έφηβοι που περνούν πολλές ώρες μόνοι στο σπίτι μετά το σχολείο είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, όπως χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, σε σχέση με μαθητές που δε μένουν μόνοι. Και ότι πολλά προβλήματα, από σχολικές δυσκολίες μέχρι εγκυμοσύνες στην εφηβεία, μπορούν να αποτραπούν με υψηλής ποιότητας προγράμματα για έφηβους μετά το τέλος της διδακτικής διαδικασίας.

Οι σχολικές επιδόσεις αυτών των παιδιών μπορεί να είναι χειρότερες -αν και φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο τόσο η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, όσο και το είδος της σχέσης ανάμεσα στους γονείς ή τον γονιό, και το παιδί.

Υπάρχει, όμως, κάτι πιο σημαντικό. Πώς νιώθουν τα ίδια τα παιδιά που μένουν συστηματικά μόνα στο σπίτι; «Φόβος». «Μοναξιά». «Υπήρχε πολλή ησυχία». Είναι μερικά από τα συναισθήματα που ανακαλούν φοιτητές σε μελέτη του Παιδαγωγικού Τμήματος του πανεπιστημίου  της Θεσσαλίας πριν από δύο χρόνια.

Αν και διεθνείς έρευνες δεν καταλήγουν όλες στα ίδια συμπεράσματα, κάποιες από αυτές αναφέρουν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς, κατάθλιψη και μειωμένη αυτοεκτίμηση σε μαθητές 10-15 χρόνων που έμεναν μόνοι τους για περισσότερες από τρεις ώρες τη μέρα στο σπίτι. Τα «παιδιά με τα κλειδιά», περνούν πολλή ώρα σε κάποια οθόνη. Η διατροφή τους είναι χειρότερη, καθώς τρώνε περισσότερο και συχνά χειρότερης ποιότητας φαγητό. Αναφέρουν τα ίδια ότι τους λείπει το ζεστό φαγητό. Συνήθως δεν τους αρέσει να φροντίζουν μικρότερα αδέλφια, κάτι που τα υποχρεώνει να περνούν συνεχώς από τον ρόλο του ανήλικου στον ρόλο του ενήλικα -και «πάλι πίσω» όταν έρχονται οι γονείς. Ενώ, ακόμα και αν πολλά από αυτά τα παιδιά γίνονται πιο αυτόνομα μένοντας μόνα για ώρες, το «μήνυμα» που φαίνεται ότι παίρνουν είναι ότι δεν είναι σημαντικά, και ότι δεν αξίζουν να είναι φροντισμένα.

Και οι γονείς, υποχρεωτικά απόντες, εκτός από τις ενοχές που συχνά νιώθουν, έχουν και τη νομική ευθύνη. Η νομοθεσία, σε περίπτωση που συμβεί κάτι στον ανήλικο ενώ είναι μόνος του στο σπίτι, είναι συνήθως ασαφής, αφού η «παραμέληση» μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, και ο γονιός να βρεθεί απολογούμενος στο ίδιο σύστημα που τον έχει αναγκάσει να αφήνει μόνο το παιδί του.

Ο ρόλος του σχολείου

Πώς αντιμετωπίζεται θεσμικά το ζήτημα; Ουσιαστικά, με την παράταση της παραμονής του παιδιού στο σχολείο. Αλλά για να λειτουργήσει σωστά κάτι τέτοιο, πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες συνθήκες.

Χαρακτηριστική περίπτωση, το λεγόμενο «Ενιαίο Αναμορφωμένο Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα» του 2010, στο οποίο εντάχθηκαν εκατοντάδες δημοτικά σχολεία, με το ωράριο παραμονής των παιδιών να παρατείνεται υποχρεωτικά μέχρι τις δύο το μεσημέρι. Δεν είχαν, όμως, όλα τα σχολεία τις υποδομές. Αποτέλεσμα, παιδιά έξι και επτά χρόνων να υποχρεώνονται να περνούν έξι ολόκληρες ώρες σε μια καρέκλα στην τάξη τους, επειδή οι «φιλόδοξοι στόχοι» της διδασκαλίας θεατρολογίας, πληροφορικής, μουσικής και παραπάνω ωρών γυμναστικής, μάλλον δύσκολα μπορούν να εφαρμοστούν σε σχολεία χωρίς γυμναστήριο και καμία ειδική αίθουσα. Προφανώς, η κατάσταση δεν είναι ίδια σε  όλα τα σχολεία -αλλά πρώτος στόχος μιας μεταρρύθμισης δε θα έπρεπε να είναι να μη βλάπτει αυτούς που ήδη βρίσκονται σε χειρότερη θέση; Το να είναι αναγκασμένο ένα εξάχρονο να περνά τις επιπλέον ώρες γυμναστικής κάνοντας ασκήσεις μέσα στην τάξη του επειδή είναι χειμώνας και δεν υπάρχει γυμναστήριο, να διδάσκεται θέατρο στον προθάλαμο του σχολείου του επειδή δεν υπάρχει κανένας κατάλληλος χώρος, και να βλέπει εκπαιδευτικούς ειδικοτήτων να παρελαύνουν μπροστά του στην ηλικία που χρειάζεται έναν σταθερό δάσκαλο, γεννά ένα ερώτημα: λέγεται αυτό «μεταρρύθμιση για παιδεία υψηλής ποιότητας»;

Από την άλλη, υπάρχει το ολοήμερο σχολείο. Λειτουργούν, ωστόσο, υπό προϋποθέσεις, δεν καλύπτουν όλα τα παιδιά, και, επίσης, υπάρχουν γονείς με δουλειές που δεν καλύπτονται από το ωράριο λειτουργίας του ολοήμερου σχολείου. Για να υποστηρίζει αυτός ο θεσμός πραγματικά την κοινωνία, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί κάθε παιδί. Ακόμα και αν είναι λίγα ή ελάχιστα σε ένα σχολείο τα παιδιά που δεν έχουν κανέναν να τα περιμένει στο σπίτι με τη λήξη του κανονικού ωραρίου, δηλαδή μετά τη 1 το μεσημέρι, το ολοήμερο πρέπει να υπάρχει.

Αλλά για να έχει αληθινό νόημα, χρειάζεται η δημιουργία υποδομών στα σχολεία, η κατασκευή νέων κτιριακών εγκαταστάσεων -υπάρχουν περιοχές της χώρας όπου τα σχολεία ασφυκτιούν- και προσλήψεις προσωπικού που θα καλύπτει τις ανάγκες της λειτουργίας του σχολείου μέχρι το απόγευμα.

Έτσι κι αλλιώς, το ολοήμερο αφορά μόνο τους μαθητές του δημοτικού. Από το γυμνάσιο, οι μαθητές -του δημόσιου σχολείου- «είναι μόνοι» μετά τη 1 ή τις 2 το μεσημέρι. Γιατί να μη μπορούν, όμως, να περνούν περισσότερο χρόνο στο σχολείο τους, με τους συνομήλικούς τους, και να νιώθουν το σχολείο «σπίτι τους»; Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

Τρώγοντας -και ζώντας- στο σχολείο

Η λειτουργία κυλικείων, με μικρά διαλείμματα και τους μαθητές να πρέπει να προλαβαίνουν να βγαίνουν από τις τάξεις, να περιμένουν στην ουρά, να αγοράζουν ένα σνακ και να το καταναλώνουν -όλα αυτά μέσα σε δέκα λεπτά- δεν ταιριάζει με την εικόνα της σωστής διατροφής που τόσο προβάλλεται τα τελευταία χρόνια. Και, ακόμα, η ευθύνη της διατροφής των παιδιών έχει μετακυλιστεί αποκλειστικά στους γονείς. Αλλά οι γονείς δεν έχουν όλοι την ίδια οικονομική δυνατότητα: άλλος μπορεί να παίρνει φρέσκο ψάρι δυο φορές την εβδομάδα, άλλος δε μπορεί ούτε μια φορά τον μήνα. Άλλος μπορεί να αγοράζει ακριβό κρέας υψηλής διατροφικής αξίας, άλλος δε μπορεί. Άλλος μπορεί να αγοράζει βιολογικά λαχανικά και φρούτα, άλλος όχι. Και ακριβώς εδώ, υπάρχει πεδίο κοινωνικής δράσης για το σχολείο.

Ένα παράδειγμα έρχεται από τη Φινλανδία -με το εκπαιδευτικό σύστημα της οποίας μπορεί κανείς να έχει και συμφωνίες και διαφωνίες σε σημεία. Ένα από τα στοιχεία, όμως, που το κάνουν να ξεχωρίζει, είναι ότι όλοι οι μαθητές, μέχρι την ολοκλήρωση της λυκειακής εκπαίδευσης, δικαιούνται σχολικών γευμάτων. «Ένα καλό σχολικό γεύμα θεωρείται επένδυση στο μέλλον», λέει η Εθνική Επιτροπή Παιδείας της χώρας. Μικρογεύματα υπάρχουν και για τα παιδιά που συμμετέχουν σε δραστηριότητες πριν από την έναρξη ή μετά το τέλος του σχολείου. «Τα τακτικά γεύματα συμβάλλουν σημαντικά στην ευημερία των παιδιών, την ικανότητά τους να μαθαίνουν και την υγιή ανάπτυξη. Τα διαλείμματα για γευμάτισμα θα πρέπει να επιτρέπουν στους μαθητές να απολαμβάνουν τα γεύματά τους με έναν ήρεμο, ευχάριστο και χωρίς βιασύνη τρόπο.» Πώς νοείται αυτό; «Μια καθαρή και καλοφωτισμένη καντίνα σε ένα όμορφο σημείο με μικρά τραπέζια, είναι προτιμότερη και πιο άνετη για να τρώνε και να κουβεντιάζουν. Ειδική προσοχή απαιτείται για τη γεύση και τη θερμοκρασία του φαγητού. Φρεσκοψημένο ψωμί θα έπρεπε να σερβίρεται όσο πιο συχνά γίνεται», διαβάζει κανείς σε αναφορά της Φινλανδικής Επιτροπής Παιδείας  το 2008.

Η χώρα αποφάσισε ότι η επένδυσή της θα είναι η παιδεία, τη δεκαετία του ΄50. Από την αρχή γνώριζαν ότι τα πεινασμένα παιδιά δε μπορούν να μάθουν. «Είδαν» ότι το σχολείο είναι αυτονόητα πεδίο κοινωνικής δράσης -πού αλλού υπάρχει πρόσβαση στην ολότητα ενός ευάλωτου πληθυσμού; Περιέγραφε το 2015 στο μπλογκ kultturriculture ο συντάκτης την πρώτη του εμπειρία από το γεύμα σε ένα δημοτικό σχολείο: «οι μαθητές περίμεναν στην ουρά για να πάρουν τις μερίδες τους. Οι μεγαλύτεροι μαθητές βοηθούν τους μικρότερους και βεβαιώνονται ότι δοκιμάζουν όλες τις γεύσεις. Το φαγητό σερβίρεται σε πλαστικό δίσκο με κεραμικό πιάτο, καλής ποιότητας μεταλλικό σερβίτσιο και γυάλινο ποτήρι. Τίποτα δεν προορίζεται για απορρίμματα. Τα τραπέζια έχουν συχνά λουλούδια… Τα παιδιά πρέπει να δοκιμάζουν όλες τις γεύσεις, αλλά επιλέγουν τα ίδια την ποσότητα που θέλουν. Στο τέλος πετούν τις χαρτοπετσέτες, και αλλού τα υπολείμματα του φαγητού για να γίνει κομποστοποίηση. Οι μαθητές αναλαμβάνουν ευθύνη για τη φροντίδα του χώρου. Κάθε τάξη αναλαμβάνει το καθάρισμα των τραπεζιών ανά εβδομάδα, και υπάρχουν ομάδες δραστηριότητας που φτιάχνουν τραπεζομάντιλα». Δηλαδή, συμμετέχουν, αποφασίζουν, παίρνουν πρωτοβουλίες.

Και το ζήτημα που αντιμετωπίζεται με τα σχολικά γεύματα δεν είναι μόνο της σίτισης. Είναι κάτι παραπάνω από αυτό. «Προέρχομαι από μια φτωχή και ειλικρινά προβληματική οικογένεια. Το δωρεάν γεύμα υπήρξε πάντα μια στιγμή ζεστασιάς, και αυτό αρχίζει εδώ», έλεγε σε γράμμα της μαθήτρια, στο ίδιο μπλογκ. Επειδή το φαγητό είναι φροντίδα, νοιάξιμο, ενδιαφέρον, και αίσθημα ασφάλειας. «Το σχολείο θα σε ταΐσει» -αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό αίσθημα επιβεβαίωσης, για γονείς και μαθητές. Το να μοιράζεσαι ένα γεύμα, είναι μια μοιρασμένη κοινωνική εμπειρία. Είναι συνύπαρξη και αλληλεπίδραση. Και ακόμα, γράφει μια άλλη μαθήτρια, «το δωρεάν γεύμα είναι πολύ σημαντικό, γιατί μας εμπεδώνει τις ιδέες για την ισότητα». Όλα αυτά, με ένα πιάτο φαγητό, κοινό, για όλους. Γι΄αυτό και έχει σημασία, το γεύμα των μαθητών να γίνεται στον χώρο του σχολείου, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο -όχι μέσα στις τάξεις- με επαρκές προσωπικό, αλλά και τη συμμετοχή των ίδιων των μαθητών στη διαδικασία. «Τα παιδιά δε θα μπορούσαν να λειτουργήσουν έτσι οργανωμένα στην Ελλάδα», λένε πολλοί, είτε επειδή το πιστεύουν, είτε επειδή θέλουν να «κλείνουν» το ζήτημα με προφάσεις. Αλλά τα παιδιά -παντού- έχουν δύο μοναδικές ικανότητες: μαθαίνουν πολύ γρήγορα, και θέλουν να συμμετέχουν. Είναι σίγουρο, ότι αν τους φτιάξεις έναν όμορφο χώρο στο σχολείο τους και τους προσφέρεις δωρεάν ωραίο φαγητό, τα παιδιά θα ανταποκριθούν. Και στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο δεν υπάρχει περιθώριο για «διαχωρισμούς» -επειδή οι μαθητές, ειδικά μεγαλύτερης ηλικίας, πολλές φορές φαίνεται ότι προτιμούν να μείνουν πεινασμένοι παρά να «στιγματιστούν» ως άποροι. Γι΄αυτό είναι ανάγκη το κράτος, μέσω των θεσμών του, να έχει την ευθύνη ώστε τα γεύματα, πρωινό και μεσημεριανό, να γίνονται στα σχολεία όλων των βαθμίδων, για όλους ανεξαιρέτως – σε κατάλληλες συνθήκες, χωρίς επιβάρυνση των εκπαιδευτικών, οι οποίοι έχουν μια άλλη δουλειά να κάνουν στα σχολεία.

Με το ίδιο σκεπτικό, τα σχολεία όλων των βαθμίδων μπορούν να είναι ζωντανά κύτταρα στις κοινότητες και μετά το τέλος της διδακτικής διαδικασίας. Μετά το φαγητό, να μπορούν οι μαθητές να κάνουν εκεί τη μελέτη τους, και δραστηριότητες, πολιτιστικές και αθλητικές, τις οποίες θα επιλέγουν.

Πώς ζουν τα παιδιά το καλοκαίρι;

Αν τα πράγματα είναι δύσκολα τον χειμώνα, δεν είναι για όλους ευκολότερα το καλοκαίρι. Τα σχολεία έχουν κλείσει, αλλά οι γονείς συνεχίζουν να δουλεύουν. Συχνά επιστρατεύονται γιαγιάδες και παππούδες, που πρέπει να εκτελούν χρέη φροντίδας εγγονιών.  Όσοι διαθέτουν χρήματα, έχουν κάποιο άτομο στο σπίτι να «κρατά» τα παιδιά. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι; Από τη μέρα που κλείνουν τα σχολεία, παιδιά μεταφέρονται αναγκαστικά στις δουλειές των γονιών -όπου οι εργοδότες το «ανέχονται». Γονείς ψάχνουν κάθε βράδυ σε ποιο σπίτι συμμαθητών μπορεί να μείνει το επόμενο πρωί το παιδί. Ή, τα παιδιά μένουν μόνα στο σπίτι. Επί μήνες. Και αυτό αφορά πολλούς ανθρώπους. Όλους όσους δεν έχουν κάποιο εξοχικό, ή δε μπορούν να φύγουν διακοπές για περισσότερο από μία εβδομάδα για οικονομικούς λόγους.

Ξανά στη Φινλανδία. Αυτό το καλοκαίρι, όλοι οι μαθητές δικαιούνται δωρεάν γεύματα όχι πια μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και σε άλλα μέρη. Περιγράφει ο δημοσιογράφος της δημόσιας φινλανδικής ραδιοτηλεόρασης σε ρεπορτάζ: «Σε ένα πάρκο στην πόλη Βαντάα, ουρές παιδιών στέκονται σε ουρές υπομονετικά περιμένοντας να σερβιριστούν, κρατώντας μπολ και πιάτα που έχουν φέρει από το σπίτι, καθώς δημοτικοί υπάλληλοι τους σερβίρουν. Είναι ένα από τα δύο σημεία στην πόλη που έχουν επιλεγεί για τη διαδικασία.»

Το μόνο που χρειάζεται είναι να εμφανιστούν τα παιδιά με ένα πιάτο ή ένα μπολ σε ένα από τα επιλεγμένα πάρκα, μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Σήμερα, η σίτιση γίνεται σε 60 σημεία στο Ελσίνκι, με το απλό σκεπτικό: τα παιδιά συνήθως γευματίζουν δωρεάν στο σχολείο, και καθώς στις μεγάλες καλοκαιρινές διακοπές αυτό δεν υπάρχει, οι δήμοι παίρνουν τη σκυτάλη για να βοηθήσουν καθώς οι γονείς λείπουν στη δουλειά. Στην πόλη υπήρχαν και παλιότερα γεύματα, τη δεκαετία του ΄80, αλλά σταμάτησαν τα επόμενα χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Τώρα στο Ελσίνκι σερβίρονται καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά.

Η Ρίκα Άστραντ, επικεφαλής των Υπηρεσιών για Νέους του δήμου της Βαντάα, εξηγεί ότι η προσφορά δωρεάν γευμάτων γίνεται ως υπηρεσία στους γονείς, μια και «δεν είναι τόσο εύκολο να μαγειρεύουν στη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας». Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος: τα προηγούμενα χρόνια, δημοτικοί υπάλληλοι στη διάρκεια των καλοκαιρινών δραστηριοτήτων παρατήρησαν ότι υπήρχαν παιδιά που έμοιαζαν πεινασμένα. Αποφάσισαν, λοιπόν, «να τα στηρίξουμε με αυτόν τον τρόπο». Μέσω του φαγητού, που απευθύνεται σε όλα τα παιδιά, βρίσκονται διέξοδοι και για το πώς να περάσει η μέρα. Μια μητέρα λέει στο ρεπορτάζ ότι «χαίρεται να βλέπει τα αγόρια της, 12 και 13 χρόνων, με τους φίλους τους, χωρίς κινητά, τάμπλετ και υπολογιστές». Η διαδικασία δεν είναι πια βοήθεια σίτισης, αλλά τρόπος συλλογικής ζωής.

Η ανάγκη για ζωή με τους συνομήλικους

Επειδή αυτό λείπει από τα παιδιά -η δυνατότητα να ζήσουν με τους συνομήλικούς τους, τρώγοντας, συνυπάρχοντας, διασκεδάζοντας μαζί.

Επειδή, η αλήθεια είναι, ότι, παρά την προσπάθεια για «χρύσωμα του χαπιού», στην πραγματική ζωή παιδιά και έφηβοι δε μένουν μόνοι στα σπίτια τους ανέμελοι, να «κατακτούν ανεξαρτησία». Μένουν ώρες στα σπίτια τους κλειδωμένοι μέσα. Με οδηγίες να μην ξεχάσουν να βάλουν τον σύρτη. Να μην ανοίγουν την πόρτα. Να μην απαντούν σε άγνωστες κλήσεις. Να ειδοποιήσουν τους γείτονες αν αντιληφθούν κάτι περίεργο. Να μην πλησιάζουν τα κάγκελα στο μπαλκόνι. Οι οδηγίες επιβίωσης δεν έχουν τέλος. Και αυτό δεν είναι το κατ΄εξαίρεση. Είναι η καθημερινότητά τους. Και των γονιών τους, που ζουν με το τηλέφωνο στο χέρι στις δουλειές τους. Αυτό που κάποιοι, πολύ βολικά, παρουσιάζουν ως «μεγάλωμα ανεξάρτητων παιδιών». Ενώ αυτό που έχει συμβεί στην πραγματικότητα είναι ότι η συλλογική ευθύνη της κοινωνίας για το μεγάλωμα των παιδιών έχει «απονομιμοποιηθεί» ιδεολογικά: η ευθύνη μετακυλίστηκε στους γονείς -και αυτό έχει μετατραπεί σε «φυσικό νόμο».

Όμως, τα παιδιά δεν είναι ιδιοκτησία των γονιών. Είναι η συνέχεια της κοινωνίας. Χωρίς αυτά, μια κοινωνία πεθαίνει. Και είναι ευθύνη της να μεγαλώνουν καλά. Όλα. Υγιή και ασφαλή πρώτα από όλα, εφοδιασμένα, στη συνέχεια, με όλα όσα χρειάζονται για να γίνουν ανεξάρτητα.

Πώς; Με διευκολύνσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους εργαζόμενους γονείς, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα -διευκολύνσεις οι οποίες δε θα δίνονται γραφειοκρατικά, με καχυποψία, με «αποδεικτικά στοιχεία» να πηγαινοέρχονται, με μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών τις άδειες που αφορούν τα παιδιά, είτε πρόκειται για παρακολούθηση της σχολικής επίδοσής τους είτε για ασθένειες. Με πρόβλεψη από τη νομοθεσία, τόσο για τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να μην επικαλύπτονται οι βάρδιες των δύο γονιών όταν έχουν ανήλικα παιδιά, ενώ για τις μονογονεϊκές οικογένειες να υπάρχει πρόβλεψη πρωινών βαρδιών και διευκολύνσεων. Και, το κυριότερο, με πραγματική και ουσιαστική μείωση του ωραρίου εργασίας -ενάμιση αιώνα μετά τη διεκδίκηση του οκτάωρου και τα άλματα της τεχνολογίας που εκτόξευσαν την παραγωγικότητα, είναι εντυπωσιακό ότι δε γίνεται στη δημόσια σφαίρα η συζήτηση για το πιο κεντρικό ζήτημα στη ζωή του εργαζόμενου.

Με σχολεία όπου, μετά τη λήξη των μαθημάτων, οι μαθητές θα γευματίζουν, θα μελετούν και θα μπορούν να επιλέγουν δραστηριότητες που τους ευχαριστούν, για να επιστρέψουν το απόγευμα στο σπίτι τους, χωρίς να τους περιμένουν φροντιστήρια. Με υποδομές και προγράμματα στις τοπικές κοινότητες και τους δήμους για την απογευματινή απασχόληση όλων των παιδιών και των έφηβων, δωρεάν, ελεύθερα προσβάσιμων. Με επανακατάληψη των δημόσιων χώρων, που είναι κοινωνική ανάγκη να γίνουν τόποι πράσινου, δραστηριότητας, συνάντησης των ανθρώπων, ειδικά των νέων, και όχι «συμβόλαια επενδύσεων» σε εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία και συγκροτήματα κατοικιών για λίγους.

Η ικανότητα μιας κοινωνίας να δημιουργεί αληθινά ανεξάρτητους ανθρώπους, δε φαίνεται σε μοναχικά, άδεια σπίτια, με παιδιά και έφηβους κολλημένους στις οθόνες, κλειδαμπαρωμένους για να προστατεύονται από τους κινδύνους, ζεσταίνοντας φαγητά, ζώντας μια επίφαση ελευθερίας.

Η ικανότητα μιας κοινωνίας να δημιουργεί αληθινά ανεξάρτητους ανθρώπους, φαίνεται στην οργάνωση μιας κοινωνικής ζωής με επιλογές και συντροφικότητα. Για να μη ζουν τα παιδιά και οι έφηβοι μόνοι τους στο σπίτι. Για να μπορούν να ζουν με τους συνομήλικούς τους, και έξω από το αυστηρά εκπαιδευτικό πλαίσιο. Να καλλιεργούν δεσμούς, να μαθαίνουν από νωρίς να ωριμάζουν μέσα από τη συνύπαρξη, να παίρνουν πρωτοβουλίες σε οργανωμένα περιβάλλοντα. Συλλογικά. Έτσι μεγαλώνει η κοινωνία ανεξάρτητους ανθρώπους. Επειδή, ανεξάρτητος, δε σημαίνει, μόνος. Με έναν τρόπο, σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Μοιράσου το άρθρο: