της Μάχης Μαργαρίτη

Οι σεισμοί δε σκοτώνουν -τα κτίρια σκοτώνουν. Είναι η φράση που επαναλαμβάνουν σεισμολόγοι και γεωλόγοι. «Η ασφάλεια των κτιρίων και γενικότερα των κατασκευών αποτελεί αναμφισβήτητα τον κύριο και καθοριστικό παράγοντα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών σε περίπτωση σεισμού», αναφέρεται σε έγγραφο του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους προσεισμικούς και τους μετασεισμικούς ελέγχους; Ποιος έχει την ευθύνη; Πόσο ασφαλή είναι τα δημόσια κτίρια; Τα σχολεία; Οι υποδομές; Τα ιδιωτικής χρήσης κτίρια; Και, πόσο εξοπλισμένοι για ελέγχους είναι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς;

Η Ελλάδα είναι ο χώρος στον οποίο εκλύεται το μεγαλύτερο ποσοστό σεισμικής ενέργειας στην Ευρώπη -πάνω από 60%. Η πιο σεισμογενής ευρωπαϊκή χώρα και η έκτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Με αυτό το δεδομένο, καταλαβαίνει κανείς ότι το «κλειδί» δεν είναι στην «πρόγνωση σεισμών», αλλά στην κατάλληλη προετοιμασία. Και αυτό σημαίνει, πρώτα από όλα, οχύρωση του κτιριακού αποθέματος της χώρας. Ο σεισμός δε μπορεί να προβλεφθεί -μπορούν, όμως, τα κτίρια να προετοιμαστούν για αυτόν. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι είναι εφικτό να ενισχυθούν και προβληματικές κατασκευές. Ποια είναι σήμερα η εικόνα; Στην Ελλάδα, ο πρώτος Αντισεισμικός Κανονισμός θεσμοθετήθηκε και εφαρμόστηκε το 1959. Το 1984 θεσμοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι πρόσθετες διατάξεις. Παράλληλα ξεκίνησε από τον ΟΑΣΠ η διαδικασία σύνταξης του Νέου Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 1995 και αναθεωρήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής  του.

Το 44% των κτιρίων είναι χτισμένα με τον Αντισεισμικό Κανονισμό του 1959 -δηλαδή, τον παλαιότερο. Με τον κανονισμό του 1959 με πρόσθετα άρθρα του 1984, είναι χτισμένο το 17%. Με τον ΝΕΑΚ, το 8%. Με τον ΕΑΚ2000, το 5%. Χωρίς Αντισεισμικό Κανονισμό είναι το 23%. Άρα, σχεδόν το 70% των κτιρίων, είναι χτισμένα είτε χωρίς κανέναν κανονισμό, είτε με τον πιο παλιό.

«Το σύγχρονο κτιριακό απόθεμα της χώρας, που σε γενικές γραμμές έχει κτισθεί μετά το 1980, αντέχει σχετικά ικανοποιητικά σε έναν ισχυρό σεισμό ανάλογου μεγέθους αυτών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Η ίδια σχετικά αισιόδοξη ματιά δεν ισχύει για περιοχές πόλεων που έχουν οικοδομηθεί κατά κύριο λόγο στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ή και παλαιότερα, όταν το επίπεδο γνώσης και τεχνογνωσίας ήταν σαφέστατα υποδεέστερα του σημερινού με συνεπακόλουθο και ο τότε αντισεισμικός κανονισμός να μην παρέχει το σημερινό επίπεδο αξιοπιστίας και ασφάλειας. Δυστυχώς στην κατηγορία αυτή ανήκουν μεγάλες περιοχές των μεγάλων πόλεων ειδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και πολλά δημόσια κτίρια άλλα κρίσιμα κτίρια όπως είναι σχολεία και νοσοκομεία.» Αυτά δήλωνε πριν από έναν χρόνο στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντισεισμικής Μηχανικής, καθηγητής Γεωτεχνικής Μηχανικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κυριαζής Πιτιλάκης.

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, δύο πράγματα είναι λογικό ότι μπορεί να γίνουν: να ανανεωθεί το κτιριακό απόθεμα, δηλαδή, να χτιστούν νέα κτίρια, και να γίνουν έλεγχοι στα παλαιότερα. Το δεύτερο είναι και το πιο περίπλοκο, επειδή εμπλέκονται κράτος και Αυτοδιοίκηση, φορείς και υπηρεσίες.

Σε έκθεση του ΟΑΣΠ το 2019 -με αναφορά στη δραστηριότητα του 2018- για τον προσεισμικό έλεγχο υφιστάμενων κτιρίων, αναφέρεται ότι ο οργανισμός έχει διαμορφώσει ένα κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς για Προσεισμικό Έλεγχο υφισταμένων κτιρίων το οποίο περιλαμβάνει τρία στάδια ελέγχου. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, ο πρωτοβάθμιος έλεγχος κτιρίων Δημόσιας και Κοινωφελούς χρήσης είναι ένας ταχύς οπτικός έλεγχος. «Διενεργείται σε κάθε επίπεδο διοικητικής δομής της χώρας -πρόγραμμα Καλλικράτης- από τους φορείς που έχουν την ευθύνη της λειτουργίας και ασφάλειας των κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τη συμπλήρωση του δελτίου του πρωτοβάθμιου Προσεισμικού ελέγχου». Τα δελτία στη συνέχεια αποστέλλονται στον Ο.Α.Σ.Π., εισάγονται σε βάση δεδομένων και βαθμονομούνται. Τα αποτελέσματα αυτής της βαθμονόμησης καθορίζουν την προτεραιότητα για περαιτέρω ελέγχους.

Πόσα κτίρια έχουν υποβληθεί στο πρώτο επίπεδο ελέγχου δομικής τρωτότητας; Μέχρι σήμερα έχει ελεγχθεί λιγότερο από το 25% των δημόσιων κτιρίων. Και τα πράγματα χειροτερεύουν, αν σκεφτεί κανείς ότι τα προβλήματα δεν είναι πάντα εμφανή, και άρα χρειάζεται πιο ενδελεχής έλεγχος.

Σε τι σχολεία μπαίνουν κάθε μέρα οι μαθητές;

Είναι τα κτίρια στα οποία εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές περνούν πολλές ώρες της ημέρας τους. Πάνω από 13.000 σε όλη τη χώρα. Στην πλειονότητα τους παλιά και με ξεπερασμένες αντισεισμικές προδιαγραφές, με το 55% να έχουν χτιστεί πριν από το 1985. Πόσα έχουν ελεγχθεί, σε ποιον βαθμό, και πώς ενισχύονται αν κριθεί απαραίτητο; Ποιος έχει την ευθύνη;

Μετά τον σεισμό της 19ης Ιουλίου στην Αττική, για παράδειγμα, πολλοί Δήμοι ζήτησαν την παρέμβαση των Κτιριακών Υποδομών -της εταιρίας που προέκυψε εντός των «μνημονιακών χρόνων» με τη συγχώνευση του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων με τη ΔΕΠΑΝΟΜ -δημόσια επιχείρηση ανέγερσης νοσοκομείων- και τη «Θέμις Κατασκευαστική». Ένας πρώτος έλεγχος ζητήθηκε από τους διευθυντές των σχολείων. Αν έβλεπαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν τους μηχανικούς του Δήμου, και αν αυτοί παρατηρούσαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν την ΚΤΥΠ.

Διαβάζοντας, όμως, κανείς τους νόμους και τις εγκυκλίους για το ποιος κάνει τι, βρίσκεται με περισσότερες απορίες από ό,τι πριν τα διαβάσει. Μοιάζει σαν να είναι έτσι οργανωμένα τα πράγματα ώστε, σε περίπτωση που συμβεί μια καταστροφή, να μην έχει κανείς την ευθύνη. Αλλά «κάτω» από όλα αυτά ξεπροβάλλει ένας κοινός παρονομαστής: η έλλειψη χρημάτων και προσωπικού. Τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες όσο και οι υπηρεσίες των Δήμων, έχουν αποδυναμωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια λόγω έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης.

Έγραφε χαρακτηριστικά ανακοίνωση του σωματείου εργαζόμενων στην ΚΤΥΠ στα μέσα Σεπτεμβρίου, καθώς άρχιζε η σχολική χρονιά: «Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, Σύλλογοι Γονέων και Εκπαιδευτικών γίνονται ‘μπαλάκι’ μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, ΚΤΥΠ και συναρμόδιων υπουργείων, χωρίς να μπορούν να βγάλουν άκρη.» Το σωματείο, με πολλές ανακοινώσεις του τα προηγούμενα χρόνια μιλά για αποψίλωση του φορέα, ήδη από το 2011.

Φτάνοντας στο σήμερα, φαίνεται ότι ακόμα δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενοι έλεγχοι από την πολιτεία, όπως αναφέρει πρόσφατο ψήφισμα της Ομοσπονδίας Γονέων Αττικής. «Μετά τον πρόσφατο σεισμό στην Αττική ήρθε ξανά στην επιφάνεια, με οξυμένο τρόπο, το πρόβλημα της αντισεισμικής θωράκισης. Σχολεία χαρακτηρίστηκαν ως ακατάλληλα, άλλα υπέστησαν υλικές ζημίες και χρήζουν επισκευών. Κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν έχει ληφθεί ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με ασφάλεια στα σχολεία αυτά για μαθητές-εκπαιδευτικούς, ενώ παραμένει μεγάλος ο αριθμός των σχολικών κτιρίων που δεν έχουν ελεγχθεί στοιχειωδώς για τυχόν φθορές. H ευθύνη διαχρονικά όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστια.»

Διαβάζει κανείς στον απολογισμό του ΟΑΣΠ, τι συμβαίνει με τα δελτία πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου. «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μικρή ταχύτητα συλλογής δελτίων που οφείλεται στα παρακάτω: ύπαρξη μεγάλου αριθμού δημοσίων κτιρίων, έλλειψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού για την κάλυψη του συνόλου των κτιρίων (λίγοι μηχανικοί στις αρμόδιες υπηρεσίες με μεγάλο φόρτο εργασίας και αντικειμένων), ασαφής οριοθέτηση αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών – αλληλεμπλοκή αρμοδιοτήτων -έλλειψη ενημέρωσης για τη χρησιμότητα του προγράμματος», και «μη θεσμοθέτηση του Προσεισμικού Ελέγχου ως υποχρεωτικού».

Και οι μαθητές, όλα αυτά τα χρόνια, συνεχίζουν να μπαίνουν κάθε μέρα στα σχολικά κτίρια.

«Ζαριά» -ή εφαρμογή κανόνων;

«Να ένα απλό τεστ. Είστε σε μια πόλη όπου γίνεται σεισμός. Τα πρώτα κύματα που κάνουν το έδαφος να αναπηδά πάνω-κάτω έρχονται σχετικά αργά -στην πραγματικότητα με γρήγορη ταχύτητα. Το τρέμουλο συνεχίζεται και το κτίριο κουνιέται συθέμελα, με τα τούβλα, τα δοκάρια και τα υποστηλώματα να δέχονται μια οξεία πίεση. Η ερώτηση είναι: τι είναι αυτό που καθορίζει το αν θα χάσετε τη ζωή σας, ή τα άκρα σας, ή τη ζωή σας, ή το σπίτι σας; Η απάντηση είναι απλή. Για να διατρέχετε τον μεγαλύτερο κίνδυνο σημαίνει ότι είστε φτωχός, και ζείτε σε μια χώρα με διεφθαρμένη, ανέντιμη, ή αναποτελεσματική κυβέρνηση. Οι πιθανότητες είναι ότι ήδη σας συμβαίνει αυτό, επειδή πάνω από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη ζει σε πόλεις.» Αυτά έγραφε δέκα χρόνια πριν άρθρο στον Guardian. Το συμπέρασμα: «όταν οι σεισμοί χτυπούν, οι φτωχοί κάτοικοι των πόλεων είναι αυτοί που πεθαίνουν». Έρευνα του ΟΗΕ που μελέτησε τα συμβάντα των 30 προηγούμενων χρόνων, απέδειξε ότι οι φυσικές καταστροφές έχουν ασύμμετρες συνέπειες στα δισεκατομμύρια των φτωχών των αστικών κέντρων.

Ποιος έχει την ευθύνη για το πόσο ασφαλή είναι τα κτίρια όπου ζουν, σπουδάζουν και εργάζονται οι απλοί άνθρωποι; Ποιος παίρνει την απόφαση για το αν οι εργαζόμενοι θα βγουν από το κτίριο όπου δουλεύουν μετά από έναν σεισμό; Ποιος παίρνει την ευθύνη να τους κρατήσει μέσα; Ποιος αποφασίζει να ανοίξουν -ή να μην ανοίξουν- μπάρες που εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο-έξοδο, ή έξοδοι κινδύνου; Μετά από τον σεισμό του Ιουλίου στην Αθήνα, για παράδειγμα, αλλού εφαρμόστηκε διαδικασία αποχώρησης των εργαζόμενων  από τους χώρους εργασίας, και αλλού όχι. Με ποια κριτήρια κάποιος παίρνει την απόφαση για τη ζωή του άλλου; Πώς μπορούν να προστατευτούν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαιρέσεις; Αρκούν τα «προαιρετικά μέτρα»;

«Οι κανονισμοί έχουν ιδιαίτερη αξία σε χώρους όπου τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων λαμβάνονται από άλλους -για παράδειγμα από τους εργοδότες τους. Και ακόμα, ιδιαίτερη αξία έχει η ρυθμιστική νομοθεσία για την προστασία της ζωής των μαθητών, που δεν έχουν καμία επιλογή για τα κτίρια τα οποία χρησιμοποιούν.» Αυτά έγραφε σε μελέτη του το 2004 ο Ρόμπιν Σπενς, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Μηχανική των Σεισμών. Συμπλήρωνε, όμως, ότι η προοπτική της εφαρμογής κανονισμών χάνει δημοτικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση -όπως και σε άλλες αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου- προς όφελος πολλών άλλων ειδών κινήτρων για να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα. Αλλά το μέγεθος της ζημιά που προκαλούν είναι ένας συνδυασμός αποφάσεων που παίρνουν πολιτικοί, μηχανικοί και στελέχη επιχειρήσεων, έγραφαν το φετινό καλοκαίρι οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. «Σε πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο, όπου η μέση τιμή ενός σπιτιού είναι πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια, η ιδέα να γίνουν ακόμα πιο ακριβά τα κατασκευαστικά κόστη είναι πιθανά πιο αντιδημοφιλής, παρότι ο στόχος είναι η μακροπρόθεσμη προστασία της πόλης.» Ο Έβαν Ράις, ιδρυτικό μέλος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Συμβούλιο Ανθεκτικότητας Ηνωμένων Πολιτειών, έλεγε στο ρεπορτάζ ότι, «η σκέψη με κοντινό ορίζοντα είναι ο μεγαλύτερος ένοχος. Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ρίξουν το ζάρι».

Όμως, τονίζει στη μελέτη του ο Ρόμπιν Σπενς, η ίδια λογική που υπαγορεύει την προστασία της ζωής μέσω της κατασκευής νέων κτιρίων, θα έπρεπε επίσης να εφαρμόζεται στο πολύ πιο δύσκολο ζήτημα της προστασίας της ζωής σε υπάρχοντα παλιότερα κτίρια. «Όλες οι δράσεις χρειάζονται για αυτό, έρευνα, καμπάνιες δημόσιας ενημέρωσης, νέα πρότυπα δράσης. Αλλά η εμπειρία από άλλες χώρες υποδεικνύει ότι αν όλες αυτές οι δράσεις δε στηριχθούν από νομοθεσία -που έχει να κάνει κυρίως με την ενίσχυση, την κατεδάφιση και την αντικατάσταση κτιρίων υψηλού κινδύνου- η αντίσταση θα είναι ισχυρή, και μικρή πρόοδος θα γίνει.»

Ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας

Τι μπορεί να γίνει; Συζητείται να δίνονται οικονομικά κίνητρα σε ιδιοκτήτες, για την αντισεισμική θωράκιση ιδιωτικής χρήσης κτιρίων, στο πρότυπο αντίστοιχου προγράμματος για την ενεργειακή ενίσχυσή τους. Αλλά ένα τέτοιο μέτρο είναι προαιρετικού χαρακτήρα, και δεν οδηγεί σε ισότιμη προστασία του αγαθού της ζωής για όλους τους πολίτες. Διότι προκύπτουν πολύ πρακτικά προβλήματα. Στις περισσότερες πολυκατοικίες, για παράδειγμα, συνυπάρχουν ιδιοκτήτες κατοικιών και ενοικιαστές. Θα είναι οι ιδιοκτήτες πρόθυμοι να «βάλουν το χέρι στην τσέπη» για αντισεισμική θωράκιση; Με το «Εξοικονομώ κατ΄Οίκον» το έκαναν σε ένα ποσοστό για να έχουν οικονομικό όφελος -δηλαδή να πληρώνουν λιγότερα σε θέρμανση-ψύξη. Στο ζήτημα της πρόληψης απέναντι στους σεισμούς, δεν υπάρχει οικονομικό όφελος. Άρα, οι ενοικιαστές θα πρέπει να συνεχίσουν να μένουν σε επικίνδυνα κτίρια;

Και ακόμα, είναι σωστό να υπάρξει «προαιρετικό» πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης; Υπάρχουν περιοχές και κτίρια όπου οι ιδιοκτήτες πραγματικά δε μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά, ακόμα κι αν επιδοτηθούν σε ένα ποσοστό. Οι φτωχότεροι είναι οι πιο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους «προαιρετικά μέτρα». Θα μπορούσε, όμως, να αποφασίσει, για παράδειγμα, η πολιτεία ότι όλα τα ιδιωτικά κτίρια θα πρέπει υποχρεωτικά να ελεγχθούν εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα. Οι μελέτες που θα γίνουν από μηχανικούς να ελεγχθούν από την Πολεοδομία, και στη συνέχεια να καλύψει το κράτος τα έξοδα για τις ενισχύσεις που χρειάζονται στα κτίρια. Μπορούν να υπάρξουν και αντικειμενικά κριτήρια, για παράδειγμα, εισοδηματικά, τιμές ζώνης, παλαιότητα, με πλήρη ανάληψη του κόστους για τους οικονομικά αδύναμους. Τα τεχνικά ζητήματα μπορούν να συζητηθούν και να βρεθούν λύσεις για το πώς θα γίνει -αρκεί να υπάρξει η πολιτική κατεύθυνση. Πολιτική κατεύθυνση σημαίνει απόφαση, ενίσχυση υπηρεσιών με προσωπικό, χρήματα και εξοπλισμό. Διότι η προσεισμική προετοιμασία, κοστίζει.

Στα δημόσια κτίρια, με ελεγμένο ένα μικρό ποσοστό τους, καταλαβαίνει κανείς την κρισιμότητα της κατάστασης. Δημόσια κτίρια είναι, εκτός από τα σχολεία, τα νοσοκομεία και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες. Εκατομμύρια άνθρωποι κινούνται, εργάζονται και συναλλάσσονται καθημερινά σε αυτά. Ακόμα, σε τι κατάσταση βρίσκονται οι υποδομές -από δίκτυα κοινής ωφέλειας μέχρι τις γέφυρες και τα μεταφορικά δίκτυα, και πώς μπορεί να γίνει αντισεισμική θωράκισή τους; Στην Ιαπωνία, μια χώρα που συνήθως «αντέχει» μεγάλους σεισμούς ακριβώς επειδή έχει προετοιμαστεί για αυτούς, στα τρένα είναι εγκατεστημένοι αισθητήρες σεισμού έτοιμοι να «παγώσουν» κάθε κινούμενο τρένο αν είναι απαραίτητο. Το 2011, όταν σεισμός 9 Ρίχτερ χτύπησε την Ιαπωνία, 27 τρένα ήταν σε κίνηση. Τα συστήματα πυροδοτήθηκαν με τους προσεισμούς, και τα τρένα πρόλαβαν να ακινητοποιηθούν πριν από τον μεγάλο σεισμό, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ούτε ένας τραυματισμός. Στο Τόκιο, στα προάστια της πόλης, ένα μεγάλο κρυμμένο τούνελ βρίσκεται κάτω από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και ένα πάρκο σκέιτ. Προορίζεται να συγκεντρώσει τα νερά που μπορεί να προκαλέσουν φυσικές καταστροφές όπως τα τσουνάμι, και τα στέλνει με ασφάλεια στα νερά ποταμού, για να γλιτώσει η πόλη από μια πιθανή μεγάλη πλημμύρα. Κατασκευαζόταν επί 13 χρόνια και κόστισε τρία δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά «δε μπορεί να μπει τιμή στο πόσες ζωές υπόσχεται να σώσει».

Άμεση ανάγκη ολοκληρωμένων ελέγχων υπάρχει για τα σχολεία. Η ΟΛΜΕ με ανακοίνωσή της λίγο πριν από την έναρξη της φετινής χρονιάς στα σχολεία ζητούσε να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια στη χώρα, με ουσιαστικούς ελέγχους για τη στατική επάρκεια, τις εξόδους διαφυγής, την πυρασφάλεια και την επάρκεια σε προαύλια και χώρους συγκέντρωσης, και να παρασχεθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να δρομολογηθεί άμεσα, με ευθύνη της Πολιτείας, η ανέγερση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος σύγχρονων και ασφαλών σχολικών συγκροτημάτων, κατ’ αρχήν για όσα έχουν κριθεί ως ακατάλληλα. Να σταματήσει η απαράδεκτη μετακύλιση της ευθύνης των ελέγχων στους εκπαιδευτικούς.» Ζητά ακόμα να συνταχθεί μητρώο ελέγχων που θα επικαιροποιείται, και «γενναία χρηματοδότηση των σχολείων ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργική, κτιριακή, υλικοτεχνική υποδομή και η συντήρησή της, για την κάλυψη των αναγκών της εκπαιδευτικής διαδικασίας». Και προειδοποιούν ότι «η εξασφάλιση σύγχρονων και ασφαλών δημόσιων σχολικών υποδομών, η λήψη άμεσα μέτρων για την αντιμετώπιση των ζημιών και τον έλεγχο των σχολικών μονάδων, αφορούν τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας».

Σε μετασεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της Αττικής και προσεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της χώρας καλούσε με έγγραφό της στο τέλος Ιουλίου και η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Π.Ε., ζητώντας Πιστοποιητικό Καταλληλότητας και θέσπιση Μητρώου Επισκευών και Συντήρησης με ευθύνη των Δήμων για όλα τα σχολικά κτίρια.

Η Ομοσπονδία Γονέων Αττικής ζητά και αυτή να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια από επιτροπές των Κτιριακών Υποδομών σε συνεργασία με τις τεχνικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, και να δοθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση και επιστημονικό προσωπικό για να ενισχυθεί ο προσεισμικός έλεγχος στα σχολεία σε σταθερή βάση. Να δρομολογηθούν σύγχρονα αντισεισμικά κτιριακά συγκροτήματα, με 100% δημόσιες επενδύσεις και χωρίς ΣΔΙΤ.»

Οι εργαζόμενοι στην ΚΤΥΠ, μέσω του σωματείου τους ζητούν να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση «με την οποία να δίνεται η κύρια αρμοδιότητα στην ΚΤΥΠ να παίξει το ρόλο της ως ο δημόσιος φορέας που υλοποιεί την ευθύνη του κράτους για παροχή δημόσιων δωρεάν σύγχρονων και ασφαλών σχολικών κτιρίων για όλα τα παιδιά. Να επανασυσταθεί ο τομέας Ελέγχων και Αντιμετώπισης Φυσικών Καταστροφών. Να ενισχυθεί η ΚΤΥΠ με τεχνικό προσωπικό και χρηματοδότηση.»

Δέσμη προτάσεων έχει καταθέσει και το Τεχνικό Επιμελητήριο. Μεταξύ αυτών, ο έλεγχος όλων των δημοσίων κτιρίων με άμεσο πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο δομικής τρωτότητας, ο προσεισμικός έλεγχος ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και η δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Έργων Υποδομής, με καταγραφή και προγραμματισμό εργασιών.

Η τεχνογνωσία για μια σοβαρή προσεισμική προετοιμασία υπάρχει. Στη χώρα, όμως, εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια λιτότητα. Δημόσιες υπηρεσίες αποδυναμώθηκαν, συγχωνεύτηκαν, και κονδύλια περικόπηκαν δραματικά. Αλλά όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, όλοι ρωτούν «γιατί δεν παίρνει μέτρα το κράτος;». Πράγματι -κρατώντας στη μνήμη το πώς έφτασαν τα πράγματα εδώ- είναι ανάγκη να γίνουν χωρίς καθυστέρηση όλοι οι απαραίτητοι και ουσιαστικοί έλεγχοι και η ενίσχυση που θα απαιτηθεί, με γενναία χρηματοδότηση.

Η αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων είναι επιτακτική ανάγκη, αλλά την ξεχνάμε μέχρι τον «επόμενο σεισμό». Που «ευχόμαστε να μην είναι μεγάλος». Πολύς λόγος γίνεται για «ανάπτυξη». Δε νοείται ως ανάπτυξη η ασφάλεια των κτιρίων όπου ζούμε; Είμαστε διατεθειμένοι να συνεχίσουμε να «ρίχνουμε το ζάρι»; Θρήνος μετά τις τραγωδίες, ή πρόληψη χωρίς καθυστέρηση ούτε μιας μέρας;  Ένας μεγάλος σεισμός μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Και το ξέρουμε πια καλά: δε σκοτώνουν ανθρώπους οι σεισμοί -τα κτίρια σκοτώνουν. Αλλά τις αποφάσεις, άνθρωποι τις παίρνουν.

Μοιράσου το άρθρο: