της Μάχης Μαργαρίτη

Στο βιβλίο Ιστορίας της τρίτης Γυμνασίου, δίπλα στο κεφάλαιο για την έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, υπάρχει ένα μικρό παράθεμα: «Μας εκπαίδευσαν δέκα εβδομάδες σ’ ένα στρατόπεδο κι αυτό το διάστημα μας επηρέασε πιο βαθιά από τα δέκα χρόνια του σχολείου. Μάθαμε πως ένα γυαλιστερό κουμπί βαραίνει περισσότερο από τέσσερις τόμους του Σοπενάουερ. Ξαφνιασμένοι στην αρχή, ύστερα πικραμένοι, και στο τέλος αδιάφοροι, παραδεχτήκαμε πως, σημασία δεν έχει ο νους μα η βούρτσα των παπουτσιών, το πνεύμα μα το σύστημα, η ελευθερία μα τα γυμνάσια.» Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο», του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, του γερμανού πολίτη και μετά στρατιώτη, που πολέμησε στον πρώτο μεγάλο πόλεμο της ανθρωπότητας, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και έγραψε για αυτά που έζησε, σε ένα από τα πιο γνωστά αντιπολεμικά κείμενα στον κόσμο.

Την ώρα που οι παγκόσμιες δαπάνες για όπλα εκτοξεύονται στο υψηλότερο επίπεδο της «μετα-Ψυχροπολεμικής εποχής» και η λέξη «πόλεμος» αρχίζει να ακούγεται και πάλι, τίθεται πιο δυνατό παρά ποτέ, το ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι δε λένε «όχι»; Τι τους κάνει να αποδέχονται τον πόλεμο, δηλαδή, δυνητικά, τον θάνατο τον δικό τους ή των παιδιών τους;

Η ιδεολογία του πολέμου

Ξεκινώντας να μιλά κανείς για τον πόλεμο, σίγουρα θα πρέπει να ασχοληθεί με την έννοια της επιθετικότητας και το/ή όχι σύμφυτό της με τον άνθρωπο. Δεν πολεμούσαν πάντα οι άνθρωποι; Πιθανά όχι με τον τρόπο που εννοούμε σήμερα τον πόλεμο, σημειώνουν ανθρωπολόγοι. «Σε μια ομάδα κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, μια μεγάλη διαμάχη μπορούσε να λυθεί με τη διάσπαση της ομάδας ή με την αποχώρηση κάποιων από αυτή. Αυτή η επιλογή ήταν δύσκολη σε μια ομάδα γεωργών από τη στιγμή που είχαν εκχερσώσει τη γη και είχαν φυτέψει. Ο πόλεμος, ουσιαστικά άγνωστος μεταξύ των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, ήταν ενδημικός μεταξύ πολλών λαών που ασκούσαν τη γεωργία», γράφει ο ιστορικός Κρις Χάρμαν στο βιβλίο του «Λαϊκή Ιστορία του κόσμου». Και, συμπληρώνει, από τη στιγμή που υπήρχαν αποθηκευμένα τρόφιμα και τεχνουργήματα, αυτά αποτελούσαν κίνητρο για επιθέσεις. Όταν, δηλαδή, άνθρωποι εγκαταστάθηκαν σε συγκεκριμένα εδάφη και άρχισε να συσσωρεύεται απόθεμα προϊόντος -συνθήκες στις οποίες γεννήθηκαν οι πρώτες ταξικές κοινωνίες.

Αν ο πόλεμος στην πιο γνώριμη εκδοχή του συνδέεται με την εμφάνιση της ταξικής κοινωνίας, την πιο βάρβαρη μορφή του την πήρε τους δύο τελευταίους αιώνες, με την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού και των εθνικών κρατών που -μέσα από πολέμους- χάραξαν τα -χερσαία, τουλάχιστον- σύνορά τους και τα «μοίρασαν» μέχρι τετραγωνικού χιλιοστού. Για να φυλάξουν τα δικά τους αλλά και να «περάσουν» άλλων για να πάρουν πρώτη ύλη, γιγάντωσαν στρατούς και οπλοστάσια, περνώντας στην εκδοχή του ολοκληρωτικού πολέμου. Με θύτες, και θύματα.

Γιατί συναινούν οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που θα είναι τα θύματα; Εξαιτίας της καλλιέργειας του εθνικισμού ως εργαλείου, είναι μία απάντηση. Στο κελί του, στη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, στρατάρχης του Τρίτου Ράιχ και ιδρυτής της Γκεστάπο, λέγεται ότι είπε, «είναι εύκολο. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να πεις (στους ανθρώπους) ότι τους επιτίθενται, και να αποκηρύσσεις τους φιλειρηνιστές για έλλειψη πατριωτισμού και έκθεση της χώρας σε κίνδυνο. Δουλεύει το ίδιο σε οποιαδήποτε χώρα».

Είναι αυτό αρκετό; Τι συνέβαινε πριν από τον πρώτο μεγάλο πόλεμο της ανθρωπότητας το 1914; Ήταν τόσο εμπεδωμένος ο εθνικισμός στον απλό κόσμο, και, αν όχι, πώς δημιουργήθηκε σταδιακά ένα κλίμα πολεμικού ενθουσιασμού; «Οι άνθρωποι των οποίων η ζωή, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, περνά μέσα στη μονοτονία της απουσίας ελπίδας είναι πολλοί. Το κάλεσμα για επιστράτευση εισβάλλει στη ζωή τους σαν υπόσχεση -το οικείο και από καιρό μισητό ανατρέπεται και στη θέση του κυριαρχεί το νέο και ασυνήθιστο. Ο πόλεμος επηρεάζει τους πάντες, και κατά συνέπεια εκείνοι που καταπιέζονται και είναι απογοητευμένοι από τη ζωή νιώθουν ότι είναι ίσοι με τους πλούσιους και ισχυρούς», είχε πει ο θεωρητικός του Μαρξισμού και ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης Λέων Τρότσκι, γράφει ο Χάρμαν.

Και βέβαια, βασικό ρόλο παίζει η στάση των πολιτικών δυνάμεων, ειδικά αυτών που θεωρούνται προοδευτικές. Πριν από το 1914, οι σοσιαλιστές αμφισβητούσαν «τους καπιταλιστές που έκαναν πολέμους» και μιλούσαν για «εμπόρους θανάτου». Ηγέτες των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων καταδίκαζαν τον πόλεμο ανάμεσα στα κράτη ως καταστροφικό για την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών και έλεγαν ότι σε περίπτωση απειλής πολέμου θα καλούσαν σε γενική απεργία. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, καλούσαν τους υποστηρικτές τους σε πόλεμο για την προάσπιση της χώρας τους. Οι εργάτες ήταν πρώτα πατριώτες. Σε όλη την Ευρώπη, μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, πολιτικοί αντίπαλοι έβαζαν στην άκρη τις μακροχρόνιες διαφορές τους «για όσο διαρκέσει». Στη Γερμανία, για παράδειγμα, ο Κάιζερ κήρυξε «κοινωνική ειρήνη». Οι ταξικές διαφορές «μπήκαν κάτω» από μια μεγαλύτερη «γερμανική ταυτότητα», και ο κύριος κρατικός θεσμός που διευκόλυνε κάτι τέτοιο, ήταν ο στρατός.

Ποια «είδη πολέμου» υπάρχουν; Ο επιθετικός είναι ο απλούστερος, ίσως, στην αντιμετώπιση, με την έννοια ότι είναι ο πιο εύκολα καταδικαστέος. Τα ερωτήματα γίνονται πιο σύνθετα όταν πρόκειται για «αμυντικό πόλεμο». Σε παγκόσμια έρευνα της Gallup το 2015 με ερώτημα «θα πολεμούσατε για την πατρίδα σας;», υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανά περιοχές. Στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, η απάντηση είναι «ναι», με ποσοστό 83% -το υψηλότερο που καταγράφεται. Αντίθετα, στη δυτική Ευρώπη καταγράφεται το χαμηλότερο θετικό ποσοστό -«ναι, θα πολεμούσα» απαντά μόλις το 23%. Μία από τις εξηγήσεις είναι πιθανά το ότι στη Μέση Ανατολή, όπου η Δύση επεμβαίνει, με διάφορους τρόπους, τους τελευταίους αιώνες, οι πολίτες προφανώς θεωρούν ότι αμύνονται, και γι΄αυτό απαντούν ότι θα πολεμήσουν. Αντίθετα, στη δυτική Ευρώπη, η οποία στη σύγχρονη ιστορία έχει τον ρόλο του επιτιθέμενου, οι πολίτες δεν εμφανίζονται πρόθυμοι να πολεμήσουν «για την πατρίδα τους». Ίσως, όμως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον να παρουσιάζουν διαδικτυακά σχόλια ανθρώπων στα αποτελέσματα της έρευνας. Που ζητούν να μάθουν αν η ερώτηση αφορούσε επιθετικό ή αμυντικό πόλεμο. Εικάζει κανείς ότι αν η ερώτηση τεθεί ως, «θα πολεμούσατε για την πατρίδα σας εάν δεχόταν επίθεση από άλλη χώρα;», το ποσοστό αυτών που θα απαντούσαν «ναι», θα ήταν πολύ μεγαλύτερο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πόλεμος -ο κάθε πόλεμος- προϋποθέτει στρατό και οργάνωση. Και αυτόν τον μηχανισμό τον ενισχύει και τον τελειοποιεί. Οι «ανώτερες αξίες», ξαφνικά αντιστρέφονται. Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, από ταμπού, τίθεται στην κορυφή της κλίμακας αξιών, και γίνεται ηρωισμός. Και ο στρατός -ο κάθε στρατός- έχει ιεραρχία, έχει εξουσία, έχει υποταγή. Το ιδανικό της ελευθερίας μπαίνει για λίγο στην άκρη, στο όνομα της ελευθερίας.

Τα «εθνικά συμφέροντα»

«Είμαστε ενάντια στον πόλεμο, αλλά τι κάνεις όταν η χώρα σου δεχτεί επίθεση;», είναι ένα ερώτημα που τίθεται συχνά σε συζητήσεις. Προτού, όμως, φτάσουμε σε αυτό το, ομολογουμένως δύσκολο, σημείο, υπάρχουν πολλά άλλα ζητήματα που θα έπρεπε να δούμε. Τα βασικά είναι δύο: ποιος πολεμά εναντίον ποιου, και για ποια συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστικό το κλίμα που διαμορφώνεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή, δηλαδή, που άνοιξε το ζήτημα των εξορύξεων για υδρογονάνθρακες, των ΑΟΖ και των ζωνών οικονομικού ελέγχου -αν υπάρχουν κοιτάσματα, σε ποιον ανήκουν, αλλά και πώς θα μεταφερθούν πετρέλαιο και αέριο σε άλλες χώρες μέσω αγωγών.

Στην κυρίαρχη ειδησεογραφία χρησιμοποιείται συχνά γλώσσα «πολεμική» σε σχέση με τη γειτονική Τουρκία. Παράλληλα, η λέξη «πατρίδα» ακούγεται όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια από πολιτικούς -σχεδόν- όλων των πολιτικών χώρων. Όλο και περισσότερο ακούγονται δηλώσεις για «εθνικά συμφέροντα» και «εθνική ενότητα», και προειδοποιήσεις προς την Τουρκία ότι «θα υπερασπιστούμε με κάθε μέσο τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».

Ποιοι, αλήθεια, είναι οι «εμείς» των οποίων γίνεται επίκληση σε κάθε ανάλογη περίσταση, σε κάθε χώρα; Στην περίπτωση ενός πολέμου -τον αποκλείουν άραγε όσοι μιλούν δημόσια για χρήση «κάθε μέσου»;- ποιοι θα πολεμήσουν; Τα παιδιά αυτών που έχουν τον πλούτο και τη δυνατότητα να το αποφύγουν; Τα παιδιά των απλών ανθρώπων θα σταλούν στον πόλεμο.

Για τίνος τα συμφέροντα; Για ποιον λόγο οξύνεται πραγματικά η ένταση στην περιοχή; Για την εκμετάλλευση ορυκτών πόρων. Για πετρέλαιο και αέριο. Ποιος θα κερδίσει από την εκμετάλλευσή τους; Θα κερδίσουν οι εταιρίες που θα αναλάβουν τα έργα και τους αγωγούς. Θα κερδίσουν οι άρχουσες τάξεις, αυτοί που κατέχουν τα μέσα παραγωγής, εφόσον οι χώρες τους «αναβαθμίζονται» γεωπολιτικά. Τι θα κερδίσουν οι «εθνικές κοινωνίες»; Κάποιο «μερίδιο από τα κέρδη», μια και υποθέτει κανείς ότι οι εταιρίες δεν αναλαμβάνουν έργα για να μοιραστούν δίκαια τα κέρδη τους. Πού θα πάει αυτό το «μερίδιο από τα κέρδη»; Κανείς δε γνωρίζει από τώρα, μπορεί να πάει σε νέους εξοπλισμούς και σε ένα χρέος που μοιάζει με πηγάδι χωρίς πάτο -το όποιο «μερίδιο από τα κέρδη» μπορεί να πάει οπουδήποτε, και μάλλον δε θα ερωτηθεί η κοινωνία. Και με τι περιβαλλοντικό κόστος θα γίνουν όλα αυτά; Με υποθαλάσσιες έρευνες και πλατφόρμες εξορύξεων, σε μια σεισμογενή -ας μην το ξεχνάμε αυτό- χώρα, την πλέον σεισμογενή της Ευρώπης. Με μια θάλασσα που θα έπρεπε να προστατεύεται ως φυσικός θησαυρός, ακόμα και από τη μικρότερη πιθανότητα ατυχήματος ή διαρροής. Την εποχή που όλα «δείχνουν» προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ποιος ακόμα θα κερδίσει; Θα κερδίσει η πολεμική βιομηχανία, αφού για να προστατευτούν ΑΟΖ και υδρογονάνθρακες, που σε κάθε χώρα ονομάζονται «εθνικά συμφέροντα», θα χρειαστούν νέοι εξοπλισμοί. Η Ελλάδα, η χώρα όπου εδώ και δέκα χρόνια εφαρμόζονται μνημόνια λιτότητας, βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ σε δαπάνες «για την άμυνα» -κόστος, 5,2 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για το 2018. Και ήδη, πυκνώνουν οι φωνές για «την ανάγκη νέων εξοπλισμών».

«Γιατί να μοιραστούμε τον πλούτο;»

Πολλές φορές σε συζητήσεις ακούγεται το ερώτημα –η αλήθεια είναι, όχι τόσο συχνά πλέον- «και γιατί να μοιραστούμε με τους Τούρκους τα πετρέλαια;». Υπάρχει σε αυτή την ερώτηση μια παράμετρος που συνήθως δεν εξετάζεται. Είναι «οι Τούρκοι» -και οι Έλληνες, και οι κάτοικοι κάθε χώρας- ένα «σώμα», ή υπάρχουν τούρκοι κάτοχοι μέσων παραγωγής και τούρκοι εργαζόμενοι, όπως υπάρχουν έλληνες κάτοχοι μέσων παραγωγής και έλληνες εργαζόμενοι, ομάδες των οποίων τα συμφέροντα όχι μόνο δεν ταυτίζονται αλλά είναι και αντικρουόμενα;

Για παράδειγμα, το συμφέρον των αστικών τάξεων μπορεί να είναι η κατασκευή αγωγών επειδή εμπλέκονται οικονομικά και μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από αυτή, αλλά και από τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας τους. Αν συμβεί ένα ατύχημα στη θάλασσα, μια διαρροή, τα μέλη τους μπορούν να κολυμπήσουν σε όποια νερά θέλουν. Αν συμβεί ένας πόλεμος, μπορούν να βρεθούν όπου θέλουν. Αντίθετα, κοινά συμφέροντα μοιάζει να έχουν οι εργατικές τάξεις των δύο χωρών. Αν συμβεί μια διαρροή, δεν έχουν πού αλλού να κολυμπήσουν, ούτε αλλού να βρουν ψάρια να φάνε. Αν συμβεί ένας πόλεμος, δεν έχουν πού αλλού να πάνε -για αυτούς «παίζεται» η ζωή τους.

Και ακόμα ένα ερώτημα γεννιέται: μήπως προτού, για παράδειγμα, φτάσει η συζήτηση στο γιατί και πώς να μοιραστούμε τον πλούτο με «τους Τούρκους», να συζητηθεί γιατί και πώς να μοιραστεί ο πλούτος που παράγεται στο εσωτερικό αυτής της χώρας; Στη χώρα όπου, σύμφωνα με έκθεση της Credit Suisse, το 2014, το 10% του πληθυσμού συγκέντρωνε το 56,1% του εγχώριου πλούτου. Εφόσον δεχόμαστε ότι ο πλούτος παράγεται από αυτούς που εργάζονται, γιατί δεν τίθεται πρώτα το ζήτημα της μοιρασιάς «εντός», και αντί για αυτό συζητείται το ζήτημα της μοιρασιάς ενός ανύπαρκτου ακόμα «πλούτου» με τους γείτονες;

Ίσως δεν υπάρχει πιο συγκλονιστική και απλή περιγραφή του πολέμου από αυτές τις δύο σκηνές, χωρίς λόγια, στην ταινία Peterloo, βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα, του βρετανού σκηνοθέτη Μάικ Λι. Στην πρώτη, ο Τζόζεφ, ένας νέος, σχεδόν παιδί, περιφέρεται μέσα σε πτώματα, στο πεδίο της μάχης του Βατερλώ, εκεί όπου τον έστειλαν για να υπερασπιστεί, όπως του είπαν, «τα συμφέροντα της πατρίδας του». «Χαμένος», αποσυντονισμένος, «έξω από την πραγματικότητα», ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια του από το μετατραυματικό σοκ, φτάνει στο σπίτι του, και πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας του. Χωρίς να μιλά. Μόνο κλαίει. Έτσι «χαμένος», ανοιγοκλείνοντας σφιχτά τα μάτια, θα ζήσει τις λίγες μέρες που του απομένουν, στη χώρα του, τη βυθισμένη στην ύφεση, όπου ούτε δουλειά υπάρχει, ούτε ψωμί. Έτσι «χαμένος», σε έναν δικό του κόσμο πια, ο Τζόζεφ περιφέρεται και σε μια από τις τελευταίες σκηνές. Εκεί που το πλήθος ζητά από αυτούς που τον κυβερνούν, ψωμί και δημοκρατία. Εκεί όπου οι έφιππες αστυνομικές δυνάμεις, συμπατριώτες του, που υπερασπίζονται «τα συμφέροντα της πατρίδας του», ορμούν στους άοπλους ανθρώπους, και, έτσι απλά, τους σκοτώνουν. Επειδή ζήτησαν ψωμί και δημοκρατία. Έτσι απλά, ενώ περιφέρεται ανοιγοκλείνοντας σφιχτά τα μάτια του, ο Τζόζεφ θα πέσει κι αυτός νεκρός. Στην πατρίδα του. Αυτή για την οποία του είπαν να πολεμήσει.

Η γεύση του θανάτου

Το 2018 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν στο πιο υψηλό σημείο στη μετα-Ψυχροπολεμική εποχή, αγγίζοντας τα 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2018, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του SIPRI, του Ερευνητικού Ινστιτούτου της Στοκχόλμης για τη Διεθνή Ειρήνη. Η έκθεση δείχνει ότι τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχουν δαπανηθεί 41 τρισεκατομμύρια δολάρια για οπλοστάσια. Πολλές χώρες κατέχουν και πυρηνικά όπλα. Τον περασμένο χρόνο το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη στην ιστορία εξοπλιστική του συμφωνία που αφορά την προμήθεια μαχητικών F-35. Στην Ευρώπη, Γερμανία, Γαλλία και Ισπανία υπογράφουν συμφωνίες για την ανάπτυξη ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος αεράμυνας, που θεωρείται ότι θα είναι λειτουργικό μέχρι το 2040, με κόστος το οποίο η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt ανέφερε ότι «μέχρι τα μέσα του αιώνα» θα μπορούσε να φτάσει και να ξεπεράσει τα «500 δισεκατομμύρια δολάρια».

Στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου εξελίσσεται ένας ενεργειακός πόλεμος. Ποιος δικαιούται τι; Ποιος θα είναι ο ισχυρός της περιοχής; Ποιος θα συμμαχήσει με ποιον; Αλλά οι ανταγωνισμοί, έχουν και συνέπειες.

«Η Ελλάδα δε συμμετέχει σε πολέμους», λέγεται συχνά. Στην Ελλάδα, όμως, υπάρχουν αμερικανικές-νατοϊκές στρατιωτικές βάσεις, και, μάλιστα, σχεδιάζεται εδώ και καιρό η «αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη λογική πολλές φορές του «ανταλλάγματος». Για ποιους σκοπούς, όμως, χρησιμοποιούνται οι βάσεις; Όταν μια χώρα, οποιαδήποτε χώρα, παρέχει στρατιωτικές διευκολύνσεις σε μια χώρα ή χώρες που επιτίθενται σε άλλες, είναι ή όχι συμμέτοχη; Εμπλέκεται, ή όχι; Οι βάσεις, όπου κι αν βρίσκονται, διώχνουν κινδύνους –ή φέρνουν κινδύνους;

Πριν από λίγες μέρες έγιναν δύο αντιπολεμικές διαμαρτυρίες στην Αθήνα: η πρώτη από την Επιτροπή Αγώνα ενάντια στην Ελληνοαμερικανική Στρατιωτική Συμφωνία για τις Βάσεις, την οποία συγκροτούν μεταξύ άλλων εργατικά σωματεία, η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, Φοιτητικοί Σύλλογοι, σωματεία αυτοαπασχολουμένων και η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος, που έκανε πορεία από το Σύνταγμα προς το υπουργείο Εξωτερικών, όπου παρέδωσε ψήφισμα διαμαρτυρίας για την ελληνοαμερικανική συμφωνία. Η δεύτερη κινητοποίηση έγινε με πρωτοβουλία οργανώσεων και συλλογικοτήτων κυρίως από τον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, για την «οργάνωση της αντίστασης στο ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή», και αίτημα να μην υπάρξει «καμία εμπλοκή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και δολοφονικά χτυπήματα».

Λένε πολλοί ότι είναι αφέλεια να μιλάμε για ειρήνη όταν οι γύρω «μας επιβουλεύονται». Αν είναι αφέλεια να μιλάμε για την ειρήνη, ας μιλήσουμε για τον πόλεμο.

Στο βιβλίο του Χάινριχ Μπελ «Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία», ένας γερμανός πατέρας, έχει χάσει τον γιο του, τον Χάινριχ, που σκοτώθηκε μαζί με έναν φίλο του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με έναν απρόσμενο τρόπο. Έναν χρόνο μετά την απώλεια του γιου του και το σοκ -που του έχει προκαλέσει σιωπή- ο πατέρας ξαναρχίζει να μιλά για τον γιο, προσπαθώντας να εξιδανικεύσει τον θάνατό του. Καιρό μετά, μια γυναίκα, φίλη της οικογένειας περιγράφει τις δικές της σκέψεις όταν άκουγε τον πατέρα να μιλά: «Δεν ήταν χαζός να μιλάει για πεπρωμένα και τέτοιες βλακείες, έλεγε όμως ότι του φαινόταν ωραίο που ο Χάινριχ δεν πέθανε ‘παθητικά’ αλλά ‘ενεργητικά’. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ εντελώς, γιατί εμένα τουλάχιστον επί έναν χρόνο και παραπάνω αυτή η ιστορία μου άφηνε μια απαίσια γεύση στο στόμα, μου φαινόταν κάπως βλακώδης –ή, ας πούμε πως, αν αυτοί οι δύο δεν είχαν πεθάνει, εγώ θα το έβρισκα όλο αυτό απλώς χαζό. Σήμερα νομίζω πως το να πεθαίνεις για ‘κάτι’ δεν κάνει αυτό το κάτι καλύτερο, σπουδαιότερο ή λιγότερο χαζό. Παραμένει απαίσια η γεύση του -δεν έχω τίποτε άλλο να πω.» Αφοριστικό; Άδικα εξισωτικό των λόγων για τους οποίους πεθαίνει κανείς σε έναν πόλεμο; Αλλά πάλι, τι πιο ισοπεδωτικό από τον θάνατο;

Λέγεται συχνά ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να «εκτροχιαστούν τα πράγματα», επειδή «κανείς δε θέλει πραγματικά μια ανάφλεξη». Αυτό ίσως είναι αλήθεια. Κανείς, όμως, δε γνωρίζει την εξέλιξη των πραγμάτων. Σύννεφα μαζεύονται πάνω από την περιοχή όπου βρίσκεται και η Ελλάδα. Είμαστε εδώ. Δεν είναι τύχη, δεν είναι ατυχία. Είναι γεωγραφία. Αλλά το τι θέλουμε να είμαστε, δεν είναι μοίρα. Είναι επιλογή. Θέλουμε να εμπλεκόμαστε σε πολεμικές συμμαχίες, στο όνομα κάποιας παντελώς αβέβαιης μελλοντικής υποστήριξης, να διαθέτουμε στρατιωτικές βάσεις που προωθούν πολέμους, και να «σκάβουμε» στα θαλάσσια έγκατα για υδρογονάνθρακες; Ή θέλουμε να απεμπλακούμε από στρατιωτικές «συμμαχίες» και αποστολές, να σταματήσουμε να διαθέτουμε γη, νερό και αέρα για στρατιωτικές διευκολύνσεις, και να προστατεύσουμε μια από τις πιο όμορφες θάλασσες του κόσμου, σταματώντας κάθε ενέργεια που μπορεί να τη βλάψει;

Ποιος θα σκεφτεί και θα απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, αν όχι αυτοί που θα «πληρώσουν το κόστος» ακόμα και με τη ζωή τους, τη δική τους και των παιδιών τους; Πολεμικό κλίμα, ή δημιουργία ενός κινήματος για την ειρήνη; Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε αν φτάσουμε στο κατώφλι του πολέμου; Ή το ζήτημα είναι να μην επιτρέψουμε να φτάσουμε εκεί;

 

Μοιράσου το άρθρο: