της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα το τελικό σχέδιο για το νέο λύκειο και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ζήτημα της διάρθρωσης του λυκείου και της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο αφορά διαχρονικά εκατομμύρια ανθρώπους -τους μαθητές και τις οικογένειές τους- αλλά, στην πραγματικότητα, δεν έχει γίνει ποτέ ένας, τόσο απαραίτητος, δημόσιος διάλογος, με αντιπαράθεση απόψεων, για το τι περιμένει από το σχολείο η κοινωνία.

Οι πανελλαδικές εξετάσεις με τη σημερινή τους μορφή, το λεγόμενο «αδιάβλητο», έπαιξαν ένα «ιστορικό ρόλο»: άνοιξαν τις πύλες των πανεπιστημίων για τα παιδιά των εργατικών οικογενειών. Με συγκεκριμένη ύλη, αντικειμενικότητα στη διαδικασία και βαθμολόγηση γραπτών με καλυμμένα ονόματα από άγνωστους στους μαθητές εκπαιδευτικούς, διασφαλίστηκε ότι κανενός είδους «ανταλλαγή» ή «υψηλή γνωριμία» δε μπορεί να βάλει έναν μαθητή στο πανεπιστήμιο: όλα εξαρτώνταν από τη δική του προσπάθεια και το δικό του διάβασμα. Έτσι, ολόκληρες γενιές παιδιών από τα φτωχότερα στρώματα μπήκαν στα πολυτεχνεία, τις φιλοσοφικές σχολές, τις ιατρικές, τα παιδαγωγικά τμήματα, τις νομικές σχολές. Είχαν «την ευκαιρία τους».

Η ευκαιρία, όμως, δεν ήρθε χωρίς τίμημα. Δίπλα της «φύτρωσαν» φροντιστήρια, άγχος, πίεση, ανταγωνισμός, θλίψη. Για να τα καταφέρουν, έφηβοι από οικογένειες που δεν έχουν άλλη διέξοδο για τα παιδιά τους παρά το δημόσιο πανεπιστήμιο, βλέπουν τις ζωές τους να «στεγνώνουν» επί τρία τουλάχιστον χρόνια -τα χρόνια του λυκείου. «Να αλλάξει πρώτα όλο το σχολείο, να γίνει πιο ανθρώπινο για τους μαθητές, και μετά να δούμε και τις πανελλαδικές», λέγεται συχνά. Στην πραγματικότητα, το θέμα τίθεται «ανάποδα»: το πρόβλημα βρίσκεται στο τέλος του σχολείου -είναι το πώς θα εισάγονται οι μαθητές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό καθορίζει «προς τα πίσω» όλη την εκπαιδευτική διαδικασία και, κυρίως, τον τρόπο μάθησης. Αν δε λυθεί αυτό το πρόβλημα, πώς μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή;

Πανελλαδικές εξετάσεις, στο σήμερα

«Αποδέσμευση της τρίτης λυκείου από τις πανελλαδικές εξετάσεις», λέγεται συχνά. Αν, όμως, οι πανελλαδικές εξετάσεις παραμείνουν σε ισχύ ως έχουν, πού και πώς θα προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές; Τη μέρα θα ζουν σε μία σχολική τάξη γενικής παιδείας αποδεσμευμένη από τις εξετάσεις, και το βράδυ στα φροντιστήρια προετοιμαζόμενοι εντατικά για αυτές;

Ας υποτεθεί ότι αποδέχεται κανείς την ύπαρξη των εισαγωγικών εξετάσεων. Και πως, ταυτόχρονα, υπάρχει η γενική συμφωνία ότι το αδιάβλητο των πανελλαδικών εξετάσεων πρέπει να διατηρηθεί. Για να υπάρχει, όμως, αυτού του είδους το αδιάβλητο, τα θέματα θα πρέπει να μπορούν να βαθμολογηθούν με αντικειμενικό τρόπο: άρα, θέματα που «μαθαίνονται», που αποστηθίζονται, επειδή αν οι ερωτήσεις είναι τέτοιες που να ζητούν κριτικές απαντήσεις και άποψη, για παράδειγμα στην ιστορία ή την κοινωνιολογία, «μπαίνει στην εξίσωση» ο παράγοντας του βαθμολογητή, και «ανοίγει» άλλη συζήτηση για το αν μπορούν να κριθούν αντικειμενικά υποκειμενικές απαντήσεις, και αν έχουν εκπαιδευτεί οι μαθητές στην κριτική σκέψη. Αν, λοιπόν, διατηρηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις, το αδιάβλητό τους, και η αντικειμενική θεματολογία και βαθμολόγηση, τι σημαίνει στην πράξη «αποδέσμευση του λυκείου από τις πανελλαδικές»;

Αυτή τη στιγμή -όπως δεκαετίες τώρα- η τρίτη τάξη του λυκείου μοιάζει με «μικρομέγαλο» παιδί: ούτε στην παροχή γενικής παιδείας είναι αφιερωμένη, μια και είναι η «χρονιά των πανελλαδικών», ούτε στην παροχή πιο συστηματικής εκπαίδευσης με ορίζοντα τις πανελλαδικές εξετάσεις. Είναι «κάτι ανάμεσα». Τι να γίνει με αυτή την τάξη; Να δίνει γενική παιδεία, με πολλά μαθήματα; Ή να έχει λίγα μαθήματα και να προετοιμάζει τους υποψήφιους για τις εξετάσεις;

Το σχέδιο νόμου που συζητείται, προβλέπει να προετοιμάζονται οι μαθητές εντός του σχολείου για τις πανελλαδικές εξετάσεις, με λιγότερα μαθήματα και περισσότερη ενασχόληση με αυτά. Υπάρχουν αντιρρήσεις σε αυτό, με το σκεπτικό ότι οδηγεί σε «φροντιστηριοποίηση» της τρίτης λυκείου. Εφόσον, όμως, διατηρούνται ως θεσμός οι σημερινές πανελλαδικές εξετάσεις, και εφόσον στόχος είναι να μη χρειάζονται το φροντιστήριο, αναρωτιέται κανείς, πού να προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές, αν όχι στο σχολείο; Από την άλλη, πόσο σοβαρή προετοιμασία μπορεί να γίνει σε τμήματα προσανατολισμού των 20 μαθητών, όταν στα φροντιστήρια οι τάξεις αποτελούνται, για παράδειγμα, ακόμα και από πέντε μαθητές; Δεν είναι απαραίτητη η πρόβλεψη για πολύ μικρότερο αριθμό μαθητών στα τμήματα; Και αυτό, δεν είναι το μόνο ζήτημα.

Πανελλαδικές εξετάσεις, χωρίς ανταγωνισμό;

Ακούγοντας κανείς για ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, σκέφτεται μια διαδικασία χωρίς κανένα εμπόδιο: αυτό σημαίνει «ελεύθερη πρόσβαση» οπουδήποτε -και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό που φέρνει το νέο σχέδιο είναι περισσότερο μια διευκόλυνση πρόσβασης σε συγκεκριμένα μόνο τμήματα -χαμηλής ζήτησης- υπό όρους.

Προφανώς, αν πρόκειται να αρχίσει να «μετρά» το απολυτήριο τα επόμενα χρόνια, μαζί με τις πανελλαδικές, στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πιθανά θα σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να διασφαλιστεί και το αδιάβλητο των απολυτήριων εξετάσεων. Αλλά μέχρι πού θα φτάσει όλο αυτό; Αδιάβλητες πανελλαδικές, αδιάβλητες απολυτήριες εξετάσεις: κυνηγώντας το αδιάβλητο -εφόσον οι βαθμοί στις εξετάσεις είναι τόσο καθοριστικοί για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια- τα θέματα τυποποιούνται. Μαζί τους, αναγκαστικά τυποποιείται η μορφωτική διαδικασία. Τυποποιείται το σχολείο. Από την πρώτη λυκείου αρχίζει ουσιαστικά η διαδικασία και συνεχίζεται επί τρία χρόνια: τα χαμένα χρόνια της νεότητας. Η εμβάθυνση και η κριτική σκέψη θεωρητικά τίθενται ως στόχος των «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων» εδώ και δεκαετίες, αλλά είναι αδύνατο να συμβεί αυτό χωρίς αλλαγή στη στόχευση του σχολείου και χωρίς δραστική μείωση της ύλης. Η κοινή λογική λέει ότι εμβάθυνση, συζήτηση, ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων γίνεται μόνο όταν υπάρχει χρόνος -αλλά πώς θα υπάρξει χρόνος όταν οι τάξεις «τρέχουν να βγάλουν την ύλη» των εξετάσεων; Κι όμως, πολλοί εκπαιδευτικοί λένε ότι τα παιδιά ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο όταν στην τάξη γίνεται συζήτηση με αφορμή κάποιο ερέθισμα και ο καθένας συνεισφέρει με τη δική του σκέψη αλληλεπιδρώντας με τους άλλους. Αυτό δεν είναι το νόημα μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας; Εκπαιδευτικός και μαθητές, μαζί, χωρίς εξουσιαστικές λογικές, με άξονα τη συγκροτημένη γνώση που τους δίνεται, να αλληλεπιδρούν, σε μια διαδικασία που βάζει τα «μυαλά» των μαθητών σε κίνηση; Μπορούν όλα αυτά να συμβούν σε ένα περιβάλλον που ταυτόχρονα ωθεί στον ανταγωνισμό ενόψει των τελικών εξετάσεων;

Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει με τις πανελλαδικές εξετάσεις; Εφόσον διατηρούνται ως θεσμός, θα μπορούσε να εισάγεται στο πανεπιστήμιο ένας μαθητής με μια γενικά καλή απόδοση σε αυτές, χωρίς τη λογική του ανταγωνισμού μεταξύ υποψήφιων που παρακολουθούν καρδιοχτυπώντας το ανεβοκατέβασμα βάσεων σε «πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση».

Πολλά λέγονται για την ανάγκη για ένα νέο «σοβαρό απολυτήριο». Πώς αποκτά, όμως, σοβαρότητα ένα απολυτήριο; Με συνεχείς εξετάσεις, ή με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα κάνει τους μαθητές να θέλουν να βρίσκονται στο σχολείο; «Θέλουμε να μαθαίνουμε στους μαθητές πώς να μαθαίνουν, όχι πώς να δίνουν τεστ», λένε εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία, μια χώρα που συζητείται πολύ για το εκπαιδευτικό της σύστημα.

Στην Ελλάδα, «σήμερα, μόνο το 30% των υποψηφίων σπουδάζει αυτό που θα ήθελε», λέει το υπουργείο. Πράγματι, αυτό είναι το πρόβλημα: ότι οι νέοι δε σπουδάζουν αυτό που θέλουν -αλλά πόσο βοηθούνται να βρουν αυτό που θέλουν και να φτάσουν σε αυτό; Το ζήτημα δεν είναι μόνο «ελληνικό». Στις περισσότερες χώρες, στο τέλος «όλα κρίνονται από ένα τεστ», του σχολείου, ή της πανεπιστημιακής σχολής, ή και των δύο, που κρίνει «ποιος μπαίνει πού». Η διαφορά στην Ελλάδα είναι η ύπαρξη των φροντιστηρίων: εκεί είναι το κρίσιμο σημείο, στην ασύλληπτη δαπάνη και επιβάρυνση των οικογενειών για να δώσει το παιδί τους εξετάσεις, αλλά, κυρίως, στην απάνθρωπη επιβάρυνση των ίδιων των παιδιών με «μάθημα το πρωί, μάθημα το βράδυ».

Ενδεχόμενη αύξηση της ύλης προκαλεί ήδη σκέψεις ότι θα επιβαρυνθούν κι άλλο οι μαθητές -και ότι όχι μόνο δε θα καταστούν περιττά τα φροντιστήρια, αλλά καθόλου δεν αποκλείεται γονείς και μαθητές να βρεθούν μπροστά σε αυξήσεις ωρών και στα φροντιστήρια, με επιχείρημα την αύξηση της σχολικής ύλης.

Ο όγκος της ύλης και το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών είναι κεντρικό ζήτημα σε οποιαδήποτε συζήτηση κάνει κάποιος με εκπαιδευτικούς. Έχει λογική να υπάρχει -τυχαίο παράδειγμα- βιβλίο ιστορίας με 200 «δύσκολες», πυκνογραμμένες σελίδες, από το οποίο να «είναι στην ύλη» οι 100 σελίδες, δηλαδή να είναι υποχρεωμένος ο καθηγητής να τελειώσει αυτή την ύλη και μετά να ασχοληθεί με ό, τι «περισσεύει» -κάτι όχι πολύ πιθανό; Γιατί, δηλαδή, να μην έχει το βιβλίο 40 σελίδες, που πρέπει να διδαχτούν όλες, και να διδαχτούν καλά επειδή έχουν όλες σημασία; Πώς αλλιώς θα υπάρχει χρόνος για επεξεργασία των στοιχείων, για σκέψη και συζήτηση; Οι εκπαιδευτικοί το λένε, «όταν δώσεις στα παιδιά ερέθισμα ή τους ζητήσεις να μιλήσουν για κάτι, ανταποκρίνονται σε θέματα που καταλαβαίνουν ότι είναι σημαντικά, όχι σε πράγματα που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον».

Ελεύθερη πρόσβαση

Αλλά το μεγάλο ερώτημα για την κοινωνία ως σύνολο, είναι αν μπορεί ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα να καθορίζεται από τις εξετάσεις -κάθε τύπου, με τη μορφωτική διαδικασία να «στριμώχνεται» γύρω από βαθμούς και ανταγωνισμούς. Ή ο μαθητής έχει ανάγκη από ένα σχολείο που θα τον βοηθά να βρει τον δρόμο του; Με γενική παιδεία. Με πολλές ώρες αφιερωμένες στη λογοτεχνία. Με μαθηματικά -επειδή είναι «μέσα» στη ζωή- που θα παρουσιάζονται, όμως, απλά, με πολύ-πολύ λιγότερη ύλη, όχι επιπέδου πανεπιστημίου όπως σήμερα, για να φτάνουν οι μαθητές να τα «ξορκίζουν». Με φιλοσοφία, επειδή γεννά ερωτήματα και συζήτηση. Με ιστορία μέχρι το τέλος του σχολείου, επειδή χωρίς τη γνώση της δε διαμορφώνεται συνείδηση. Με κοινωνιολογία, επειδή χωρίς τη γνώση της κοινωνίας ως συνόλου δε μπορεί κανείς να γνωρίσει τον εαυτό του. Ακόμα και με λατινικά, όχι στείρα για να αποστηθίζονται, αλλά για φέρνουν σε επαφή με την «ψυχή» της γλώσσας. Αλλά όλα αυτά, απλά, εύληπτα, με σύγχρονο και ενδιαφέροντα τρόπο δοσμένα.

Και μετά, πώς θα ανακαλύψει ένα παιδί ότι θα ήθελε να γίνει μουσικός, αν δεν έρθει σε επαφή με ένα βιολί ή ένα σαξόφωνο; Πώς θα καταλάβει ότι θέλει να ασχοληθεί με τη γλυπτική, αν δεν πιάσει στα χέρια του πηλό; Πώς θα μάθει ότι του αρέσει να ζωγραφίζει, αν δε μπει σε μια αίθουσα με καβαλέτα και χρώματα κι αν δε μάθει για την ιστορία της τέχνης; Για να «συναντηθεί» με όλα αυτά ο κάθε μαθητής, χρειάζεται στο σχολείο του πολλές ώρες για τέχνες, σε κατάλληλες αίθουσες, με χώρους και εξοπλισμό για μουσική, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο, χορό. Με πολύ περισσότερες ώρες γυμναστικής σε σύγχρονες εγκαταστάσεις. Με κολυμβητήρια. Με περισσότερες ώρες για ξένες γλώσσες, για να μη χρειάζονται φροντιστήρια. Με ενισχυτική διδασκαλία, για να προχωρούν και οι μαθητές που έχουν μεγαλύτερη δυσκολία. Με μικρές τάξεις, 15 ως 20 μαθητών -για όσους συχνά μιλούν για παιδιά που «δεν τραβάνε» στο σχολείο, έρευνα που έχει γίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει δείξει ότι μια μείωση επτά μαθητών στην τάξη, από 22 σε 15, αύξησε την απόδοση των μαθητών τόσο, σαν να είχαν κάνει επιπρόσθετο μάθημα επί τρεις μήνες, σχολικού επιπέδου τεσσάρων χρόνων αργότερα, ενώ όταν το μέτρο αρχίσει να εφαρμόζεται από τις μικρές τάξεις, το όφελος μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο για μαθητές που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα οικογενειακά περιβάλλοντα.

Με διπλασιασμό τάξεων και σχολείων, με ενισχυτικά μαθήματα μετά το τέλος του κανονικού ωραρίου, με ουσιαστική παροχή ειδικής αγωγής, και έγκαιρη συνταξιοδότηση των εκπαιδευτικών για να «μη γερνάνε μέσα στην τάξη», αντιμετωπίζεται το ζήτημα της μείωσης ωρών διδασκαλίας σε μαθήματα που «κυριαρχούν» σήμερα και των οποίων η μείωση γεννά φόβο σε εκπαιδευτικούς για το επαγγελματικό τους μέλλον. Και «ανοίγει ο δρόμος» σε αναπληρωτές με εμπειρία ή νέους αδιόριστους, και στους καθηγητές των φροντιστηρίων, να μπουν σε ένα σταθερό σχολικό περιβάλλον με τα εφόδια που χρειάζονται για να κάνουν τη δουλειά τους.

Σε ένα σχολικό περιβάλλον που, φροντίζοντας την ανάπτυξη κάθε μίας ξεχωριστής προσωπικότητας, προκρίνει την ισότητα έναντι της αριστείας, και εντοπίζει τα ιδιαίτερα ταλέντα και κλίσεις του καθένα, για να τον βοηθήσει να βρει τον δρόμο του, με βάση τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας, και όχι της αγοράς. Και τι θα γίνεται στο τέλος του σχολείου; «Μπορεί όλοι να συνωστίζονται στις ίδιες καλές σχολές αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση», είναι μια σκέψη που διατυπώνεται συχνά. Καταρχάς, ποιος ξέρει αν θα επέλεγαν όλοι το ίδιο αν είχαν ήδη διανύσει ο καθένας την προσωπική του διαδρομή μέσα σε ένα σχολείο αληθινά γενικής παιδείας, ανακαλύπτοντας τι είναι αυτό που πραγματικά του αρέσει και μπορεί να κάνει καλύτερα. Και, ακόμα, τι κάνει τους μαθητές να συνωστίζονται στις λεγόμενες «καλές σχολές»; Είναι το κύρος του επαγγέλματος, λέγεται συχνά. Αλλά τι δίνει κύρος σε ένα επάγγελμα; Μήπως το γεγονός ότι με τα πτυχία των «καλών σχολών» οι απόφοιτοι προσδοκούν ότι θα έχουν μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση, καλύτερες εργασιακές συνθήκες, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις, σε κλάδους με επαγγελματικά δικαιώματα; Στην ουσία, δηλαδή, η ύπαρξη με αξιοπρέπεια του ατόμου εντός της κοινωνίας -αυτό δεν είναι που ζητάνε όλοι οι άνθρωποι;

Και αν στο τέλος της σχολικής διαδρομής γυμνασίου και λυκείου -την οποία θα έχουν διανύσει όλοι- βρίσκεται μια τρίτη λυκείου προπαρασκευαστική για τη συνέχεια; Μετά από μια πεντάχρονη διαδρομή στη διάρκεια της οποίας οι εκπαιδευτικοί θα παρατηρούν και θα αξιολογούν τον μαθητή, χωρίς βαθμούς, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αριστεία και βραβεία; Με μια πολιτεία που, αφού στα πέντε χρόνια τα οποία προηγήθηκαν έχει ανιχνεύσει τις κλίσεις του καθένα, θα έρχεται και θα λέει στον μαθητή με μια γενικά καλή σχολική απόδοση ότι εφόσον επιλέξει, για παράδειγμα, να κατευθυνθεί, χωρίς εξετάσεις, στη δημόσια δωρεάν ιατρική σχολή, θα έχει μπροστά του απαιτητικό διάβασμα πολλών χρόνων, και, βγαίνοντας από αυτή γιατρός, θα δουλέψει με συγκεκριμένο μισθό, σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, με βάρδιες και εφημερίες. Ενώ σε έναν μαθητή που έχει δείξει κλίση στη χειρωνακτική δημιουργική δραστηριότητα, θα εξηγεί ότι μπορεί να εισαχθεί αυτόματα σε ένα δημόσιο δωρεάν τριετές μεταλυκειακό πρόγραμμα για να γίνει ξυλουργός, για παράδειγμα, και, ότι βγαίνοντας από αυτή τη σχολή, θα δουλέψει με συγκεκριμένο ωράριο και συγκεκριμένο μισθό σε συνεργασία με αρχιτέκτονες για τον σχεδιασμό και την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το νόημα είναι ότι γνωρίζοντας τι έχει μπροστά του σε επίπεδο σπουδών, διαβάσματος και απαιτήσεων, με διασφαλισμένη εργασία και αξιοπρεπή μισθό για τη συνέχεια της ζωής του, ο μαθητής θα μπορεί να επιλέγει σε συνεργασία με την πολιτεία, τι θέλει και τι του ταιριάζει να κάνει. Με δυνατότητες νέων επιλογών και στη μετέπειτα ζωή του. Αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα, η ελεύθερη πρόσβαση; Αυτό δεν είναι μια σχολική ζωή χωρίς μόνιμο άγχος και στρες για τους βαθμούς, τις εξετάσεις, και, κυρίως, για το αβέβαιο μέλλον μπροστά;

«Ωραία είναι όλα αυτά, αλλά κοστίζουν», θα πουν σίγουρα πολλοί. Έτσι ακριβώς είναι. Μιλώντας κανείς με εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, διαπιστώνει ότι η συζήτηση καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται χρήματα. Δε μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή χωρίς αυτά. Μείωση των μαθητών ανά τάξη, αύξηση των σχολικών κτιρίων, δημιουργία υποδομών, προσλήψεις εκπαιδευτικών, όλα αυτά απαιτούν πολλά χρήματα. Κι αν, «όλα αυτά κοστίζουν», ας αναρωτηθεί σοβαρά η κοινωνία πού θέλει να κατευθύνεται ο πλούτος τον οποίο παράγει. Αλλά πριν από αυτό, ας αναρωτηθεί κάτι άλλο -ας σκεφτεί τι είδους παιδιά θέλει: καταρτισμένα, ανταγωνιστικά, ψυχικά επιβαρυμένα και ανασφαλή; Ή μορφωμένα, αλληλέγγυα, ψυχικά ήρεμα, με αυτοπεποίθηση; Ας αναρωτηθεί η κοινωνία αν θέλει -αλλά αν πραγματικά θέλει- ευτυχισμένα τα παιδιά της, και αν θέλει αυτό να ισχύει για όλα τα παιδιά. Και αν αποφασίσει πως αυτό είναι που θέλει, θα έρθουν φυσικά οι απαντήσεις για το «πώς» θα το κερδίσει.

 

Μοιράσου το άρθρο: