Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Σε έναν συμβιβασμό με τρία σκέλη μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου ελπίζει η ελληνική κυβέρνηση για να κλείσει η αξιολόγηση.

Οι προσδοκίες για Eurogroup της Πέμπτης 26 Ιανουαρίου περιορίζονται σε ένα «ξεπάγωμα» των διαπραγματεύσεων και την επάνοδο της τρόικας στην Αθήνα, έτσι ώστε μέχρι την επόμενη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών να έχει κλείσει μια συμφωνία «πακέτο» η οποία θα περιλαμβάνει και το ΔΝΤ, τουλάχιστον ως τεχνικό σύμβουλο.

Κυβερνητικές πηγές έλεγαν ότι εάν μέχρι τέλος Φεβρουαρίου κλείσει η διαπραγμάτευση θα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να κινηθεί με θετικούς ρυθμούς η οικονομία, ενώ σε αντίθετη περίπτωση είναι πιθανόν να εισέλθει η χώρα σε νέα περίοδο αβεβαιότητας.

Το πρώτο εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας αφορά τη σχέση μεταξύ ΔΝΤ και ευρωζώνης και αφορά στη βιωσιμότητα του χρέους η οποία θα τεθεί επί τάπητος με την ανακοίνωση της νέας Ανάλυσης Βιωσιμότητας (Debt Sustainability Analysis – DSA) του ελληνικού χρέους από το ΔΝΤ η οποία ενδεχομένως να κατατεθεί και στο eurogroup της 26ης Ιανουαρίου.

Είναι βέβαιο ότι το νέο DSA θα χαρακτηρίζει ανεπαρκή τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ήδη ενεργοποιήθηκαν και θα απαιτεί και την εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων, τα οποία όμως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν θέλει να συζητήσει πριν τις γερμανικές εκλογές τον επόμενο Σεπτέμβριο.

Η συμβιβαστική λύση στην οποία ελπίζει η Αθήνα είναι να γίνει από το eurogroup μια πολιτική δήλωση -δέσμευση για την εφαρμογή των μέτρων στο μέλλον καθώς και μια περιγραφή τους, η οποία θα κριθεί ικανοποιητική από το ΔΝΤ έτσι ώστε να παραμείνει στο πρόγραμμα, ως τεχνικός σύμβουλος ή μεμια συμβολική χρηματοδότηση, έως ότου τα μεσοπρόθεσμα μέτρα εφαρμοστούν στην πράξη.

Δεδομένου ότι τα μέτρα είναι λίγο-πολύ γνωστά, η εκ νέου γενικόλογη αναφορά τους από το Εurogroup, χωρίς ποσοτικές και χρονικές δεσμεύσεις για την εφαρμογή τους, θεωρείται εφικτή, καθώς η Γερμανία δεν θα χρειαστεί να «περάσει» αποφάσεις από το εθνικό κοινοβούλιο.

Το δεύτερο σκέλος του επιδιωκόμενου συμβιβασμού είναι η συμφωνία των δανειστών στην ελληνική πρόταση για χρήση του «ενισχυμένου κόφτη» ο οποίος θα ενεργοποιείται μετά το 2018 σε περίπτωση που δεν καλύπτονται οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ).

Οι δανειστές, από την πλευρά τους, ζητούν το αντίστροφο: Δηλαδή την ψήφιση μέτρων, με την αίρεση ότι εάν οι στόχοι για το πλεόνασμα επιτευχθούν, τότε τα μέτρα θα ακυρωθούν.

Τρίτο στοιχείο του συμβιβασμού είναι να καθοριστεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα πρέπει να επιτυγχάνονται τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Δεδομένου ότι στα συμπεράσματα του προηγούμενου Eurogroup γίνεται αναφορά σε «μεσοπρόθεσμο χρόνο», η Αθήνα ελπίζει ότι δεν θα επικρατήσει η άποψη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που απαιτεί χρονικό διάστημα δεκαετίας, αλλά θα βρεθεί μια μέση λύση, πιο κοντά στα τρία ή στα πέντε χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι μια τέτοια συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν το ΔΝΤ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αποφασίσουν να «βάλουν νερό στο κρασί τους» αλλά προς το παρόν δεν έχουν γίνει γνωστές οι προθέσεις τους.

Μοιράσου το άρθρο: