της Μάχης Μαργαρίτη

Η αγγελία κυκλοφόρησε πρόσφατα σε προάστιο της βορειοανατολικής Αττικής: γκαρσονιέρα πρώτου ορόφου ενοικιάζεται στην τιμή των 500, σχεδόν, ευρώ -τη στιγμή που ο κατώτατος μισθός είναι 546. Βλέποντας αυτή την τιμή, ένας άλλος ιδιοκτήτης στην περιοχή ζητά για ένα δυάρι 40 και πλέον ετών 600 ευρώ, και για ένα τριάρι 900 και 1.000 ευρώ -αφού, «όλοι κάνουν αυξήσεις».

Πολύ μακριά από το αθηναϊκό προάστιο, στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, τους τελευταίους μήνες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους. Αφορμή, ένας νόμος που θεωρείται περιορισμός της αυτονομίας της περιοχής έναντι της Κίνας. Στις 18 Αυγούστου, εκτιμάται ότι διαδήλωσαν πάνω από ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι -σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Είναι όλη αυτή η οργή αποτέλεσμα μόνο της απόπειρας εφαρμογής ενός νόμου; Ή υπάρχουν και αθέατες πτυχές της ζωής -και της οργής- στη δεύτερη σε ανισότητα εισοδημάτων πόλη στον κόσμο;

«Καθώς το κόστος της στέγης συνεχίζει να ανεβαίνει σε μια από τις ήδη ακριβότερες πόλεις του κόσμου, οι νέοι του Χονγκ Κονγκ βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους από την προοπτική να αποκτήσουν ποτέ ένα σπίτι, και οργίζονται για πολλά παραπάνω από τον προτεινόμενο νόμο έκδοσης», έγραφε εν μέσω διαδηλώσεων η εφημερίδα Morning Post της νότιας Κίνας. «Πολλοί νέοι που ζουν σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες και ακριβές πόλεις του κόσμου είναι επίσης εξοργισμένοι με το εκτοξευμένο κόστος ζωής, και την αίσθηση πως ένα δικό τους σπίτι δε θα είναι ποτέ κάτι περισσότερο από ένα όνειρο.»

Την τελευταία δεκαετία, οι τιμές ακινήτων στην πόλη αυξήθηκαν κατά 242%. Ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι γύρω στα 16.000 δολάρια -όσο, δηλαδή, κοστίζει διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο, σύμφωνα με το άρθρο. Το 2018, η μέση τιμή αγοράς ενός ακινήτου ήταν 20πλάσια από το ετήσιο εισόδημα ενός νοικοκυριού. Δημοσιογράφος του πρακτορείου Ρόιτερς μίλησε με νέους που ζουν σε μικρά διαμερίσματα. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αγοράσουν ένα διαμέρισμα. Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες ελέγχουν την αγορά», λέει μια δασκάλα, και συμπληρώνει ότι υπάρχει μια άδικη πολιτική στο ζήτημα της στέγης, που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους. «Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες οδηγούν τις τιμές τόσο ψηλά ώστε δε μπορούμε να τις πλησιάσουμε», συμφωνεί ένας νέος μηχανικός, ενώ άλλος ένας πτυχιούχος λέει στο πρακτορείο ότι οι διαδηλώσεις γίνονται «για τις άδικες συνθήκες που εμποδίζουν τους νέους να ζήσουν τα όνειρά τους».

Αυτά συμβαίνουν στο «πλούσιο Χονγκ Κονγκ». Αλλά δε συμβαίνουν μόνο εκεί.

Η «εκτόξευση» των ενοικίων στον αναπτυγμένο κόσμο

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 22% μεταξύ 2006 και 2014 κατά μέσο όρο, ενώ τα μέσα εισοδήματα έπεφταν κατά 6%. Το 50% των ενοικιαστών στη χώρα ξοδεύουν πάνω από το 30% του εισοδήματός τους στη στέγη. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους πιο χαμηλόμισθους. Η αστεγία αυξάνεται. Και καταυλισμοί άστεγων εμφανίζονται σε ευημερούσες περιοχές όπως στην Καλιφόρνια και το Σιάτλ, θυμίζοντας τις γνωστές παραγκουπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στην Ισπανία, τα τελευταία χρόνια χιλιάδες οικογένειες χρεωκόπησαν και, αδυνατώντας να πληρώνουν το στεγαστικό τους δάνειο, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν. Αλλά από το 2010, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 35% στη Βαρκελώνη και 30% στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 42,1% των ισπανών που νοικιάζουν, ξόδεψαν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για έξοδα ενοικίου το 2017.

Η εφημερίδα The Local περιγράφει τη ζωή μιας τετραμελούς οικογένειας, με τον πατέρα άνεργο. Μένουν σε ένα διαμέρισμα των 600 ευρώ. Τον Απρίλιο έμαθαν ότι το ενοίκιο θα αυξηθεί στα 1.000 ευρώ. Αυτό αφήνει στην οικογένεια λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα για τα υπόλοιπα έξοδά τους. Και το επίδομα ανεργίας τον επόμενο μήνα λήγει. «Τι κάνουμε, όλοι εμείς που δεν έχουμε τα μέσα; Να ζήσουμε στα δάση;», ρωτάει η 40χρονη μητέρα που ζει με την οικογένειά της έξω από τη Μαδρίτη. Σαν κι αυτή, όλο και πιο πολλοί ισπανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις μεγάλες πόλεις. «Άνθρωποι που έζησαν μια ζωή σε μια γειτονιά αναγκάζονται να φύγουν για πιο περιφερειακές περιοχές προσαρμοσμένες στον προϋπολογισμό τους», λέει η Μάρτα Μοντέρο, εκπρόσωπος οργάνωσης για το δικαίωμα στη στέγαση στη Μαδρίτη. Κατηγορεί τα επενδυτικά ταμεία ότι έχουν αρπάξει δισεκατομμύρια ευρώ στην κτηματαγορά από τις τράπεζες, που με τη σειρά τους τα άρπαξαν, όπως λέει, από χρεωμένες οικογένειες -«ζούμε σε μια ‘φούσκα ενοικίου». Άλλοι αρνούνται ότι πρόκειται για ‘φούσκα’, και υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις στα ενοίκια δεν οφείλονται στην κερδοσκοπία αλλά είναι συνέπεια μιας οικονομικής ανάκαμψης που άρχισε το 2014, γράφει η εφημερίδα. Η ερώτηση, όμως, που προκύπτει αυθόρμητα είναι, γιατί η ανάκαμψη δεν έγινε αισθητή με τον ίδιο τρόπο στο εισόδημα των νοικοκυριών;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε όλο τον κόσμο, οι τιμές των ενοικίων εκτοξεύονται. «Στεγαστική κρίση: Είναι οι πόλεις αβίωτες οικονομικά;», αναρωτιόταν το βρετανικό δίκτυο BBC την περασμένη άνοιξη. Στο ρεπορτάζ μιλούσε μια διαζευγμένη μητέρα από το Εδιμβούργο. Η σχεδιαζόμενη ανακαίνιση στο συγκρότημα όπου μένει την κάνει να φοβάται ότι θα αναγκαστεί να φύγει εξαιτίας της αύξησης του ενοικίου. Στο Βερολίνο, μια άλλη μητέρα-αρχηγός μονογονεϊκής οικογένειας, πήρε τον Οκτώβριο ειδοποίηση ότι το συγκρότημα κατοικιών όπου ζει θα ανακαινιστεί, και το ενοίκιο θα αυξηθεί κατά 76%. Τι θα κάνει; Δεν ξέρει, λέει στον δημοσιογράφο. Για κάποια χρόνια μετά την πτώση του Τείχους το 1989, η πόλη φημιζόταν για τα χαμηλά ενοίκια. Βοηθούσε ο μεγάλος αριθμός συγκροτημάτων κατοικιών σοβιετικού τύπου που υπήρχαν στο ανατολικό Βερολίνο. Τα πράγματα άλλαξαν. Και, μελέτη κτηματομεσιτικής εταιρίας πέρυσι έδειξε ότι τα ενοίκια στο Βερολίνο υπερδιπλασιάστηκαν σε μια δεκαετία.

Τα στοιχεία για την Ελλάδα

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2017, το πιο δυσβάστακτο κόστος ενοικίου καταγράφηκε στην Ελλάδα: το 83,9% των ενοικιαστών δαπανούσαν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους -μετά την αφαίρεση κάθε είδους φόρου- στη στέγη.

Στην ίδια έρευνα φαίνεται ότι η Ελλάδα είναι μία από τις πέντε χώρες, μαζί με Λετονία, Εσθονία, Ισπανία και Ελβετία, στις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε διαμερίσματα -το 60% του πληθυσμού.

Όσον αφορά την ιδιοκατοίκηση, και την καλλιεργούμενη άποψη-κατηγορία ότι «ο Έλληνας θέλει δικό του σπίτι, ενώ στην Ευρώπη όλοι νοικιάζουν», τα στοιχεία δεν τη στηρίζουν: σύμφωνα με την έρευνα, δεν υπάρχει ούτε μία χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου οι ενοικιαστές είναι περισσότεροι από τους ιδιοκτήτες κατοικίας. Εξίσου έωλο αποδεικνύεται και το ότι «οι Έλληνες έτρεξαν να πάρουν δάνεια για σπίτια από μεγαλομανία»: στην Ολλανδία και τη Σουηδία, για παράδειγμα, πάνω από το 50% όσων κατέχουν τις κατοικίες τους έχουν δανειστεί ή τις έχουν υποθηκευμένες.

Σχετικά με την ποιότητα της στέγης, που ορίζεται με βάση κυρίως τη χωρητικότητα και την άνεση, δηλαδή τον αριθμό δωματίων, τον αριθμό και τις ηλικίες των μελών της οικογένειας και την κατάστασή της, η Ελλάδα έχει σχεδόν το 30% του πληθυσμού της να ζει «στριμωγμένο» -το χειρότερο ποσοστό μεταξύ των παλιών «15» κρατών-μελών- ενώ έχει το δεύτερο χειρότερο ποσοστό, μετά τη Ρουμανία, όσον αφορά τον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχιας και ζει σε κακές συνθήκες -πάνω από το 40%.

Η «έλλειψη σπιτιών»

Όταν ανοίγει η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση, το πρώτο που ακούγεται πάντα, είναι, «δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια» -γι΄αυτό ανεβαίνουν οι τιμές. Είναι αυτή η αλήθεια;

200.000 άδεια σπίτια. Τόσα υπολογίζονταν το 2018 στη Βρετανία -ο μεγαλύτερος αριθμός της δεκαετίας- με πάνω από 11.000 από αυτά να μένουν άδεια για περισσότερα από δέκα χρόνια.

«Στοιχεία από το υπουργείο που είναι αρμόδιο για τη Στέγη δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, και ταρακουνούν την ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι η στεγαστική κρίση στη Βρετανία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης σπιτιών», σημειωνόταν τον περασμένο Μάρτιο σε άρθρο στο citymetric -«βραχίονας» του περιοδικού New Statesman για το αστικό τοπίο και τον αστικό σχεδιασμό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των σπιτιών που είναι άδεια για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία, αυξήθηκε κατά 5,3% κατά τους 12 μήνες μέχρι τον Οκτώβριο, φτάνοντας τα 216.186. Στο Λονδίνο, όπου είναι δύσκολο να βρει κανείς σπίτι, το ποσοστό αύξησης των άδειων σπιτιών είναι διπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο, φτάνοντας το 11%, δηλαδή, τα 22.481 σπίτια.

Αυτό, σύμφωνα με το άρθρο, επιβεβαιώνει άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι το απόθεμα σπιτιών αυξάνεται σταθερά με μεγαλύτερο ρυθμό σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού, ακόμα και τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και στο Λονδίνο. Με βάση τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, θα έπρεπε να αυξάνεται η διαθεσιμότητα και να πέφτουν οι τιμές, αντί να εκτοξεύονται.

Γιατί λοιπόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα σπίτια; Μήπως δεν είναι επαρκές το σχήμα «υπερβολικά πολλοί άνθρωποι διεκδικούν υπερβολικά λίγα σπίτια»; Μήπως πρόκειται για πολύ ευρύτερο πρόβλημα, πολιτικό και οικονομικό -με το ζήτημα της περιουσίας και της ιδιοκτησίας βρίσκονται στο κέντρο του;

Σε μια εποχή χαμηλής κερδοφορίας για τις αναπτυγμένες οικονομίες, τα σπίτια είναι συχνά ο ευκολότερος και ασφαλέστερος τρόπος για όσους ψάχνουν να αυξήσουν τον πλούτο τους. «Ελλείψει παραγωγικών επενδύσεων, η στεγαστική φούσκα οδηγεί τη βρετανική οικονομία. Για να την εμποδίσουν να ‘σκάσει’, οι πολιτικοί δημιουργούν τεχνητή ανεπάρκεια σπιτιών. Δηλαδή, το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών και των κερδοσκόπων που στοκάρουν σπίτια, μια πραγματικότητα η οποία αντανακλάται σε πολιτικές όπως η νομοθεσία εναντίον των καταλήψεων που κάνουν την κατάληψη άδειων ιδιοκτησιών πιο δύσκολη». Ενώ ταυτόχρονα, «όσοι εμπλέκονται επιχειρηματικά στην αγορά  ακινήτων λατρεύουν την ιστορία με την ανεπάρκεια σπιτιών, επειδή συνεπάγεται ότι κράτη και δήμοι συχνά τους επιτρέπουν να χτίζουν πολυτελή συγκροτήματα, με την ελπίδα ότι απλά το να χτίζονται σπίτια -οποιουδήποτε είδους- θα λειτουργήσει ως λύση. Η ρητορική της ‘έλλειψης σπιτιών’ αφήνει, επίσης, στο απυρόβλητο την τάξη των ιδιοκτητών, επιτρέποντας σε αυτή και τους πολιτικούς να αναπαράγει τον τοξικό μύθο ότι ‘η Βρετανία είναι πλήρης’, κατηγορώντας τους μετανάστες αντί των κερδοσκόπων.»

Μια ματιά σε πλατφόρμα αγγελιών για ακίνητα στην Ελλάδα. Τυχαία ηλεκτρονική αναζήτηση με κριτήρια, σπίτι άνω των 30 τετραγωνικών και τιμή άνω των 200 ευρώ: σε βορειανατολικό προάστιο της Αθήνας, υπάρχουν 2.443 αγγελίες για πώληση σπιτιού και 336 για ενοικίαση. Σε νότιο προάστιο, 3.824 αγγελίες για πώληση, 475 για ενοικίαση. Στο κέντρο της Αθήνας, 37.638 αγγελίες για πώληση, 4.971 για ενοικίαση. Φυσικά, ο αριθμός των αγγελιών δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση, επειδή ένα ακίνητο μπορεί να «εκπροσωπείται» από πολλά μεσιτικά γραφεία και να εμφανίζεται πολλές φορές στις αγγελίες. Αλλά φαίνεται πως το «δεν υπάρχουν σπίτια», πολλές φορές απέχει από την πραγματικότητα. Σε πολλές περιοχές σπίτια υπάρχουν, τα κρατούν, όμως, αδιάθετα οι ιδιοκτήτες, φυσικά πρόσωπα ή εταιρίες. Προφανώς χωρίς ιδιαίτερη οικονομική ανάγκη, περιμένουν να «ανεβούν οι τιμές» για να εισπράξουν όσο περισσότερα μπορούν από την πώλησή τους. Χιλιάδες σπίτια μένουν κλειστά και αδιάθετα, σε ένα ιδιότυπο «χρηματιστήριο τιμών», ενώ έξω από τις πόρτες τους χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν απελπισμένα σπίτια να ζήσουν σε τιμές λογικές. Αλλά η «λογική της αγοράς» δεν τους το επιτρέπει. Με πολλούς τρόπους.

Ακίνητα-περιουσιακά στοιχεία

Όλο και μεγαλύτερο μέρος από το απόθεμα σπιτιών, εκπληρώνει πλέον μια ανάγκη άλλη από αυτή της στέγασης. Τα περιουσιακά στοιχεία της κτηματαγοράς αποτελούν το 60% των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων -συμπεριλαμβανομένων ομολόγων και χρυσού. Σύνολο αξίας: 217 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2016. Σύμφωνα με μελέτη της καθηγήτριας Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια Σάσκια Σάσεν, το 2014, το 54% των πωλήσεων άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μανχάταν, έγιναν σε «εταιρίες-κελύφη» -εταιρίες με «κατοικία» σε «φορολογικούς παράδεισους», χωρίς φυσική παρουσία στη χώρα όπου είναι εγγεγραμμένες, χωρίς οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή, ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Έγραφαν σε εκτενές τους ρεπορτάζ το 2015 οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, «τεράστια ποσά κυκλοφορούν χωρίς έλεγχο στον κόσμο όπως ποτέ άλλοτε -είτε πρόκειται για διαφθορά, φοροαποφυγή ή επενδυτική στρατηγική, που καθίστανται δυνατές από μια άνευ προηγουμένου-χωρίς-σύνορα οικονομία και τον πολλαπλασιασμό των τρόπων να κινούνται και να κρύβονται περιουσιακά στοιχεία… Αυτή η ροή κεφαλαίου έχει δημιουργήσει αποικίες των ξένων σούπερ-πλούσιων, με τις επακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ανισότητα των τάξεων να γίνεται ορατή στους ουρανοξύστες από γυαλί και ατσάλι που αλλάζουν τα αστικά τοπία.» Ενώ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας, ένα όλο και αυξανόμενο ποσοστό αυτών των πλούσιων ξένων έχουν υπάρξει αντικείμενο κυβερνητικών ερευνών σε όλο τον κόσμο, είτε ως φυσικά πρόσωπα είτε ως επικεφαλής εταιριών. Μπίζνες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σύμφωνα με τη Σάσκια Σάσεν, οι κύριοι παίκτες σε αυτή την αγορά είναι εταιρίες-«γίγαντες» -το 2015 μόνο  απέκτησαν ακίνητα ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στο «τοπ-100» των πόλεων του πλανήτη. Τράπεζες από χώρες όπως η Κίνα, καθώς και χώρες πλούσιες σε πετρέλαιο όπως η Νορβηγία και το Κατάρ, είναι επίσης σημαντικοί παίκτες στην παγκόσμια κτηματαγορά. Διαμερίσματα σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Βανκούβερ θεωρείται ότι έχουν αρχίσει να αντικαθιστούν τον χρυσό ως πρωταρχική αποθήκη πλούτου για τους πολύ πλούσιους.

Λίγοι αποκτούν πολλά, πολλοί χάνουν λίγα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το 2006 μέχρι το 2014, 14 εκατομμύρια νοικοκυριά έχασαν τα σπίτια τους. «Έι, μεσαία τάξη, ο επόμενος για τον οποίο έρχεται η στεγαστική κρίση, είσαι εσύ», έγραφε τον Ιούνιο η ιστοσελίδα curbed.

Το 2011, σημείωνε τον Ιούλιο ο Πίτερ Γιενγκ στο citylab, υπήρχαν 50.289 άδεια σπίτια στο κέντρο της Λισαβόνας σε σύνολο 322.865 μονάδων στέγης. Τότε άρχισαν να δίνονται «χρυσές βίζες» σε ξένους -9.000 μέχρι σήμερα, το 90% αυτών για αγορά ακινήτων. Πέρασε νόμος για την απελευθέρωση της αγοράς ενοικίων, ενώ η κυβέρνηση επικεντρωνόταν στον τουρισμό. Η Πορτογαλία δέχτηκε αριθμό-ρεκόρ τουριστών το 2018 -12,8 εκατομμύρια- ενώ πάνω από 20.000 σπίτια στην πρωτεύουσα μπήκαν στην αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Tο 2017 οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 18% -ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα δεν ξεπερνά τις 21.000 ευρώ. Στο κέντρο της Λισαβόνας, κατά μέσο όρο έξι οικογένειες τη μέρα υφίσταντο έξωση από τα σπίτια τους.

Στην αγορά ακινήτων, ιδιώτες και εταιρίες αγοράζουν μεγάλα ακίνητα και δημιουργούν αυτόνομα διαμερίσματα τα οποία στη συνέχεια μισθώνουν. Γειτονιές «καθαρίζονται» και αναμορφώνονται για να αναγκαστούν να τις εγκαταλείψουν φτωχοί κάτοικοί τους, και να γίνουν ελκυστικές σε επενδυτές. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστούν και οι πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, βγάζοντας κι άλλα σπίτια από τη δεξαμενή της προσφερόμενης στέγης. Καθώς το ένα φέρνει το άλλο, εμφανίστηκαν οι εταιρίες διαχείρισης αυτών των ακινήτων, όπως και εταιρίες που καλούν ιδιοκτήτες να τους αναθέσουν τη διαχείριση των σπιτιών τους για να μένουν σε αυτά στελέχη επιχειρήσεων μετακινούμενα μεταξύ πόλεων ή και χωρών. Και σιγά-σιγά, η λέξη «στέγη» έχασε το αρχικό της νόημα. Όχι πια σπίτια για ζωή, αλλά σπίτια για κέρδος. Οι πόλεις, αλλάζουν. Αλλά αυτό, πια, δε μοιάζει καλό.

Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;

Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής για το Νερό, πολιτικό επιστήμονα Ρικάρντο Πετρέλα, στο μέλλον δε θα υπάρχει G7 ή G8 που θα κινούν τα νήματα διεθνώς -θα υπάρχει η CR30: το συμβούλιο των 30 πιο ισχυρών city regions-μητροπόλεων του κόσμου. Και, μπορεί κανείς βάσιμα να σκεφτεί ότι σε αυτές θα κατοικούν δυο κόσμοι: οι λίγοι ιδιοκτήτες-κάτοχοι περιουσίας σε ακίνητα, και οι πολλοί στις ουρές για ένα σπίτι.

«Estamos presents» ήταν το σύνθημα των αγωνιζόμενων φτωχών στη Λατινική Αμερική -«αυτή είναι και δική μας πόλη». Τι σημαίνει αυτό;

«Είναι στις πόλεις που, σε μεγάλο βαθμό, αυτοί που δεν έχουν εξουσία έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους -πολιτισμικό, οικονομικό, κοινωνικό: κυρίως στις γειτονιές τους, αλλά σταδιακά αυτό μπορεί να απλωθεί σε μια ευρύτερη αστική ζώνη ως ‘εθνικό’ φαγητό, μουσική, θεραπείες, και πολλά άλλα. Όλα αυτά δε μπορούν να συμβούν σε ένα εμπορικό κέντρο, ανεξάρτητα από τη χωρητικότητά του -είναι ιδιωτικά ελεγχόμενοι χώροι όπου χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι μπορούν να δουλέψουν, αλλά όχι να ΄φτιάξουν’… Αυτοί που έχουν την εξουσία, σε κάποιο βαθμό, δε θέλουν να ενοχλούνται από τους φτωχούς, οπότε το μοντέλο είναι να εγκαταλειφθούν στην τύχη τους. Είναι στις πόλεις που τόσο πολλοί αγώνες για δικαιώματα έχουν συμβεί, και έχουν μακροπρόθεσμα νικήσει. Αλλά αυτή ακριβώς η προοπτική -η δυνατότητα να φτιάξεις ιστορία, κουλτούρα και τόσα ακόμα- απειλείται σήμερα από την αύξηση της μεγάλης κλίμακας αναδιαμόρφωσης των πόλεων από εταιρίες», έγραφε το 2015 στον Guardian η Σάσκιεν, σε άρθρο με τίτλο «Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;».

Η ανάμιξη μεγάλων εταιριών -εθνικών και ξένων- στην αγορά με γραφεία και ξενοδοχεία, άρχισε ουσιαστικά τη δεκαετία του ’70. Αλλά είναι τα τελευταία χρόνια που εντατικοποιήθηκε. Και, εξαπλώθηκαν τα «μεγκα-πρότζεκτ», που αναπόφευκτα «σκοτώνουν» μεγάλο μέρος του αστικού ιστού: μικρούς δρόμους και πλατείες, την πυκνότητα μικροκαταστημάτων, τα μικρά γραφεία. Στην ουσία, παρότι αυξάνουν τον πληθυσμό της πόλης, την απο-αστικοποιούν. Πρόκειται για αστικοποίηση χωρίς ανάπτυξη. Παλιά, αστικοποίηση σήμαινε και ανάπτυξη τοπικών επιχειρήσεων που στήριζαν οικονομικά τους πληθυσμούς. Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όλες οι δραστηριότητες γίνονται οπουδήποτε.

«Αυτού του είδους ο αστικός γιγαντισμός έγινε εφικτός και ενδυναμώθηκε από το κύμα ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης που άρχισε τη δεκαετία του ΄90 σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Συνέπεια, η μείωση των δημόσιων κτιρίων, και η γιγάντωση της μεγάλης, εταιρικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όλο και λιγότεροι και μικρότεροι χώροι διαθέσιμοι για το κοινό», γράφει η Σάσκιεν. Ολόκληρα κομμάτια πόλεων εξαγοράζονται σταδιακά από εταιρίες τα λίγα τελευταία χρόνια -η κρίση ήταν πράγματι ευκαιρία, αλλά για τους λίγους, να γίνουν πλουσιότεροι. Ό, τι ήταν μικρό και/ή δημόσιο, γίνεται μεγάλο και ιδιωτικό.

Δεν άλλαζαν πάντα οι πόλεις; Αλήθεια είναι, οι πόλεις πάντα στην ιστορία τους μετασχηματίζονταν, αφομοίωναν, συμπεριλάμβαναν. Αλλά σήμερα, διώχνουν ανθρώπους και διαφορετικότητες. Ο νέος επίπλαστος «κοσμοπολιτισμός», είναι στην πραγματικότητα μια ομογενοποίηση με βάση το χρήμα. «Οι νέοι τους ιδιοκτήτες, συχνά κάτοικοι μερικής διαμονής, είναι πολύ διεθνείς -αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις. Αντίθετα, αντιπροσωπεύουν την νέα παγκόσμια κουλτούρα των πετυχημένων -και είναι εντυπωσιακά ομογενοποιημένοι, άσχετα από τη διαφορετικότητα των χωρών γέννησής τους ή της γλώσσας τους. Αυτό είναι, πάνω από όλα, ένα παγκόσμιο ‘εταιρικό’ εγχείρημα.» Κάπως έτσι, η κατασκευή πολυτελών συγκροτημάτων-ουρανοξυστών για τους «παγκόσμιους πολίτες» -δηλαδή, τους πλούσιους- παρουσιάζεται συνήθως ως επένδυση. Στην πραγματικότητα, αυτό το νέο «σχήμα» καταλαμβάνει χώρο στις πόλεις, φροντίζοντας πάντα να κρατά την πλήρη αυτονομία του.

Οι 100 μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου από άποψης επενδύσεων σε ιδιοκτησία, συγκεντρώνουν το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ, και το 76%  των επενδύσεων σε ιδιοκτησία. «Βλέπουμε ίσως τα άδεια κτίρια, αλλά αυτό  που πραγματικά βρίσκεται εκεί είναι συσσωρευμένα περιουσιακά στοιχεία», λέει η Σάσκια Σάσεν.

Το επιβεβαίωνε σε αναφορά του το 2017 ο ειδικός εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για τη στέγη, μιλώντας για κατοικία που «μετατρέπεται σε εμπόρευμα, σε μέσο συγκέντρωσης πλούτου, και συχνά ως ασφάλεια για οικονομικά εργαλεία που πωλούνται και ανταλλάσσονται στις παγκόσμιες αγορές». Ένα δικαίωμα, έγινε εμπόρευμα. Και, ακόμα και η λιγοστή προστασία του δικαιώματος στη στέγη, μειώνεται κι άλλο.

Δημόσια-Κοινωνική κατοικία

Σήμερα, το ποσοστό κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη εκτιμάται στο 10%, κατά μέσο όρο, με τεράστιες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Η Ολλανδία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο μερίδιο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, το 32% του συνολικού αποθέματος σπιτιών, σε τιμές κάτω από αυτές της αγοράς, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης Housing Europe. Μέχρι τώρα δεν υπήρχαν κριτήρια, και η κοινωνική κατοικία ήταν «ανοιχτή» σε όλους. Με απόφαση του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιόρισε το δικαίωμα σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως με εισοδηματικά κριτήρια.

Στη Φινλανδία, κοινωνική κατοικία σημαίνει κατοικίες που αποκτούνται από το κράτος με δανεισμό από τράπεζες και νοικιάζονται από το αντίστοιχο Κέντρο για τη Στέγη σε τιμές κόστους, σε ένοικους οι οποίοι επιλέγονται με κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Η κοινωνική κατοικία αποτελεί το 17% του αποθέματος στέγης. Το 60% των σπιτιών ανήκουν στους δήμους και αυτοί τα διαχειρίζονται. Υπάρχουν όμως και εταιρίες με σκοπό το κέρδος.

Στη Σουηδία, δε χρησιμοποιείται ο όρος «κοινωνική» αλλά «δημόσια κατοικία». «Allmannyttig», δηλαδή, «δημόσια ωφέλεια», ή, «για το κοινό καλό». Τις κατοικίες έχουν οι δήμοι και τις διαχειρίζονται δημοτικές εταιρίες οργανωμένες ως εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με τις μετοχές συνήθως στις τοπικές αρχές. Στόχος είναι η παροχή στέγης σε όλους και όχι μόνο στους πιο ευάλωτους, για να μην υπάρξει «γκετοποίηση». Οι επενδύσεις σε δημόσια κατοικία χρηματοδοτούνται από τα ενοίκια που εισπράττονται. Συνήθως, πάντως, οι ωφελούμενοι είναι χαμηλού εισοδήματος, μονογονεϊκές οικογένειες και συχνά μετανάστες.

Στην Πορτογαλία, η κοινωνική κατοικία είναι το 3,3% του συνόλου, και απευθύνεται σε ευάλωτους. Συνήθως δήμοι και συνεργατικά σχήματα με ημι-χρηματοδότηση από το κράτος παρέχουν σπίτια σε ελεγχόμενες τιμές. Γενικά, οι χώρες της νότιας Ευρώπης έχουν πολύ μικρό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας -λιγότερο από 5% του συνόλου. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα όπου ο θεσμός της κοινωνικής κατοικίας είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτος.

Παρότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, υπάρχουν κοινές τάσεις. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η τάση είναι να μειώνεται το μερίδιο της κοινωνικής κατοικίας, αναλογικά με το σύνολο της στέγης. Πολλές μονάδες κοινωνικής κατοικίας είτε κατεδαφίζονται είτε ιδιωτικοποιούνται. «Πρωταθλήτρια» στην πώληση τέτοιων κατοικιών είναι η Βρετανία, 40 χρόνια μετά την εφαρμογή του σχεδίου «Δικαίωμα να Αγοράζεις», που έχει οδηγήσει στην πώληση 1,6 εκατομμυρίων σπιτιών. Στη Γερμανία, η κοινωνική κατοικία είναι «κοινωνική» για περιορισμένη περίοδο, με 100.000 μονάδες να περνούν κάθε χρόνο στην αγορά. «Κανόνες και ρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς και του ανταγωνισμού, σήμαναν ότι χώρες όπου η κοινωνική κατοικία είναι ανοιχτή σε όλο τον πληθυσμό, όπως η Ολλανδία και η Σουηδία, έπρεπε να αλλάξουν τα συστήματά τους το 2011», σύμφωνα με στοιχεία σε άρθρο στην ηλεκτρονική εφημερίδα για τις πόλεις Metropolitiques. Όπως έλεγε ο επικεφαλής της ένωσης για δημόσια, συνεργατική και κοινωνική κατοικία Housing Europe, Σεντρίκ βαν Στίβεντελ σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα Progressive post στις αρχές του χρόνου, «ανησυχούμε για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιορίζει την πρόσβαση στην κοινωνική κατοικία μόνο στους πιο αδύναμους: πρόσφυγες, ανθρώπους που ζουν σε ακραία αβεβαιότητα. Για εμάς στο Housing Europe, η προσιτή στέγη πρέπει να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.»

«Αυτή η γη, τίνος είναι;»

Αυτόν τον τίτλο έδωσε στο ετήσιο συνέδριό της η Housing Europe, τον Ιούνιο στη Λυόν της Γαλλίας. Τι έγραψαν στον απολογισμό τους οι οργανωτές; «Κάθε παρέμβαση πρόσθετε άλλο ένα κομμάτι στο παζλ. Αλλά η γενική εικόνα φαινόταν από την αρχή. Μια μεγάλη μάχη, πιθανά η καθοριστική μάχη της εποχής μας όσον αφορά τον τύπο της κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζούμε, συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Και οι πόλεις είναι το πεδίο μάχης. Η εμπορευματοποίηση της αστικής γης που είναι σε εξέλιξη, διώχνει τους ανθρώπους. Δε βγάζει νόημα. Και πρέπει να γίνει αλλαγή πορείας τώρα».

Όσον αφορά την κατοχή δεύτερου σπιτιού, γεγονός είναι ότι πολλοί ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν ως συμπλήρωμα του εισοδήματος ή της σύνταξής τους, νοικιάζοντάς το. Όμως, το «laissez faire», η έλλειψη ελέγχου, έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αυθαιρεσία, με ιδιοκτήτες να νοικιάζουν το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο σπίτι τους σε ό, τι τιμή θέλουν, στο όνομα μιας «ελεύθερης αγοράς», φέρνοντας σε απόγνωση τους ενοικιαστές. Και ακόμα, πολλοί ιδιοκτήτες, φυσικά ή μη πρόσωπα, χρησιμοποιούν τα σπίτια για συσσώρευση πλούτου, χωρίς να έχουν άμεση οικονομική ανάγκη: τα βγάζουν προς πώληση σε παντελώς αυθαίρετες -συχνά «αστρονομικές»- τιμές και περιμένουν ακόμα και χρόνια μέχρι να πουληθούν στην τιμή που οι ίδιοι αποφάσισαν. «Σπρώχνουν» έτσι προς τα πάνω τις τιμές όλων των διαθέσιμων σπιτιών, είτε προς πώληση είτε προς ενοικίαση, σε μια αγορά όπου δεν έχει πλέον καμία σχέση η τιμή πώλησης ή ενοικίασης ενός σπιτιού με τους μισθούς και την αγοραστική ικανότητα των πολλών -το κυνήγι του κέρδους, εξάλλου, δεν έχει όρια, ούτε η αγορά.

Οι φοιτητές δε μπορούν να βρουν φθηνή αξιοπρεπή στέγη για να σπουδάσουν. Οικογένειες που θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν σε άλλη πόλη, είτε στερούνται τα πάντα για να καταφέρουν, είτε απλά, δεν τα καταφέρνουν. Νέοι εργαζόμενοι δε μπορούν να βρουν αξιοπρεπή στέγη για να φτιάξουν τη ζωή τους. Εργαζόμενοι σε τομείς κρίσιμους για την κοινωνία, γιατροί, εκπαιδευτικοί, δε μπορούν να βρουν στέγη στην περιφέρεια για να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο. Οικογένειες στριμώχνονται σε άσχημα διαμερίσματα. Μισθωτοί εξαντλούνται οικονομικά από τα υψηλά ενοίκια.

Στη διάρκεια της άνοιξης έγιναν διαδηλώσεις από το Δουβλίνο και τη Βενετία μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ, για την έλλειψη σπιτιών διαθέσιμων σε προσιτές τιμές. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλες διαδηλώσεις για τη στέγη στην Πορτογαλία, και έχει αναδυθεί ένα όλο και μεγαλύτερο κίνημα βάσης για το δικαίωμα στη στέγη. Την ίδια περίοδο, χιλιάδες Βερολινέζοι διαδήλωναν ζητώντας να εθνικοποιηθούν 200.000 κατοικίες. Αν οι ακτιβιστές έχουν μαζέψει 190.000 υπογραφές μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, θα μπορούν να θέσουν την πρότασή τους σε δημοψήφισμα, πιέζοντας την τοπική κυβέρνηση να δράσει. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχουν πολλές πιθανότητες να κερδίσουν. Ένας από τους οργανωτές της κίνησης είναι ο αμερικανός Τόμας Μαγκάθ. «Αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι στην πραγματικότητα μια στιγμή με υπαρξιακή σημασία για το Βερολίνο», λέει στο ρεπορτάζ του BBC για τη στεγαστική κρίση. Οι Σοσιαλδημοκράτες που ηγούνται της τοπικής κυβέρνησης είναι επιφυλακτικοί, λέγοντας ότι θα χρειαστούν δισεκατομμύρια για να διεκδικηθούν τα ακίνητα -τα οποία η πόλη κατηγορείται ότι πούλησε φθηνά- και ότι θα ήταν προτιμότερο να επενδύσουν σε νέες κατοικίες και «πάγωμα» ενοικίων. Η μητέρα που έμαθε για την αύξηση του ενοικίου του σπιτιού της, δεν πείθεται για την αποτελεσματικότητα όσων εξαγγέλλονται από τις κυβερνήσεις. Είναι κάτι μεγαλύτερο. «Δε λειτουργεί», λέει για το ισχύον οικονομικό σύστημα. «Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Πιστεύω ότι είμαστε σε κομβικό σημείο, επειδή οι άνθρωποι εξοργίζονται όλο και πιο πολύ. Όλοι πήγαμε σχολείο και μάθαμε λίγη ιστορία. Και ξέρουμε πώς θα τελειώσει αυτό», λέει, «δείχνοντας» προς την άνοδο της ακροδεξιάς.

Τι θα μπορούσε να γίνει; Το Δημόσιο και οι δήμοι έχουν ακίνητα στην ιδιοκτησία τους. Θα μπορούσαν με αναδιαμόρφωση να χρησιμοποιηθούν ως στέγη σε προσιτές τιμές. Ένα τέτοιο μέτρο ψήφισε πρόσφατα η βουλή της Πορτογαλίας. Ψήφισε ακόμα την απαγόρευση των εξώσεων σε ενοίκους σε όλη τη Λισαβόνα, εκτός αν το κράτος μπορεί να τους παράσχει στέγη σε κοντινό σημείο. Κοινωνική επένδυση είναι ένα μεγάλο και σταθερό δημόσιο πρόγραμμα κατασκευής σπιτιών, με προσλήψεις και έξοδο από την ανεργία αρχιτεκτόνων, μηχανικών, εργατών για να φτιάξουν «σπίτια για τους πολλούς», διαθέσιμα σε προσιτές τιμές. Αληθινή ανάπτυξη είναι η δωρεάν παροχή αξιοπρεπούς φοιτητικής στέγης για όλους, και, αντίστοιχα, η παροχή στέγης από το κράτος σε εκπαιδευτικούς, για παράδειγμα, οι οποίοι μετακινούνται συνεχώς στην περιφέρεια για να διδάσκουν και τα παιδιά που ζουν σε πιο απομακρυσμένα μέρη.

Στο ζήτημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης γίνεται μεγάλη συζήτηση για εφαρμογή μέτρων όπως αυστηρή φορολόγηση, ή η δυνατότητα μίσθωσης μόνο ενός ακινήτου από κάθε ιδιοκτήτη. Τέτοια μέτρα ίσως προσφέρουν κάτι, δεν ακουμπούν, όμως, τη ρίζα του προβλήματος. Ακόμα και αν μερικές χιλιάδες ιδιοκτήτες δώσουν σε πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης μόνο ένα ακίνητό τους, αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες σπίτια δε θα είναι προσβάσιμα σε μόνιμους ενοικιαστές, αλλά σε τουρίστες ή επαγγελματικά στελέχη. Ακόμα και η βαρύτερη φορολόγηση, δεν είναι σίγουρο ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η βραχυχρόνια μίσθωση είναι δομικά προβληματική, και δυσκολεύει τη ζωή των -συνήθως- πιο ευάλωτων, αυτών, δηλαδή, που αναζητούν να νοικιάσουν σπίτι. Η λύση «να περιμένουμε να αυτο-ρυθμιστεί η αγορά από μόνη της και να ξαναγυρίσουν σπίτια στη μακροχρόνια μίσθωση», δε σημαίνει απολύτως τίποτα για κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά που ψάχνει στο σήμερα αγωνιωδώς σπίτι για να ζήσει ο ίδιος ή το παιδί του.

Τι μπορεί να γίνει με το «πεδίο μάχης» που λέγεται «ενοίκιο»;  Ένα μέτρο το οποίο συζητείται όλο και πιο πολύ είναι ο έλεγχος των τιμών, με πλαφόν και συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να μη μπορεί ο καθένας να κάνει ό, τι θέλει σε βάρος των υπόλοιπων. «Ιστορικός» χαρακτηρίστηκε ο νόμος ελέγχου τιμών στα ενοίκια που ψηφίστηκε φέτος στο Όρεγκον των ΗΠΑ -πρώτος ανάλογος σε αμερικανικό έδαφος- πυροδοτώντας κινητοποιήσεις και σε άλλες πόλεις. Όσο για τα κλειστά, αδιάθετα σπίτια-δεύτερη κατοικία, «δε μπορείς να υποχρεώσεις ανθρώπους να δώσουν στέγη σε άλλους ανθρώπους, αλλά μπορείς να φορολογήσεις την αδιάθετη περιουσία», είναι μια πρόταση που κατέθεσε στο συνέδριο του Housing Europe αντιπρόσωπος από το Ιρλανδικό Συμβούλιο για την Κοινωνική Κατοικία. Στη Βρετανία, η οργάνωση «Άδεια Σπίτια» ζητά με καμπάνιες από την κυβέρνηση να εφαρμόσει «Εντολές διαχείρισης άδειων κατοικιών-EDMOs», δηλαδή, την ψηφισμένη από το 2004 νομοθεσία που επιτρέπει στις τοπικές αρχές να παίρνουν τη διαχείριση κατοικιών οι οποίες μένουν άδειες για μεγάλο διάστημα, μέσω προγράμματος υποχρεωτικής ενοικίασης. Με αυτό τον τρόπο, κανείς δε θα μπορεί να κρατά κλειστό το ακίνητό του στην αγορά, περιμένοντας να ανεβούν οι τιμές για να πουλήσει. Περισσότερα σπίτια γίνονται διαθέσιμα, και αυτό λειτουργεί ενάντια στην άνοδο των τιμών και τη στεγαστική «φούσκα», προς όφελος των πιο ευάλωτων. Με έλεγχο τιμών στα ενοίκια, υποχρεωτική ενοικίαση και φορολόγηση της αδιάθετης περιουσίας μπορεί, σε έναν βαθμό, να οριοθετηθεί το πρόβλημα.

Ακούγοντας ένας «μέσος μισθωτός» για μέτρα ελέγχου, πιθανά θα σκεφτεί «δικό μου είναι το σπίτι, έχω δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω». Είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις: θα σκέφτεται το ίδιο όταν το δικό του παιδί, προσπαθώντας να ξεκινήσει τη δική του ζωή, βρει απέναντί του κάποιον άλλο που θα θεωρεί ότι έχει το ίδιο «δικαίωμα»; Μήπως τελικά το δικαίωμα των λίγων να κατέχουν και να ρυθμίζουν, στερεί από τους πολλούς το δικαίωμα να ζήσουν;

Αν έστω ένα μέρος αυτής της παγκόσμιας επένδυσης σε στέγη «κατευθυνόταν προς οικονομικά προσβάσιμη στέγη και πρόσβαση σε πίστωση σε ανθρώπους που την έχουν ανάγκη», σημειώνει η αναφορά του ΟΗΕ το 2017, ο στόχος του οργανισμού «να διασφαλιστεί κατάλληλη στέγη για όλους μέχρι το 2030, θα ήταν εφικτός».

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί μια κρίση που στην ουσία είναι πολιτικό πρόβλημα; Ίσως, πιο πέρα από τη λογική των μέτρων ανακούφισης, με τον πιο απλό και λογικό τρόπο: να μη μπορεί κανένας να κατέχει πάνω από ένα σπίτι, μέχρι τη στιγμή που ο καθένας θα κατέχει από ένα.

Και, μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση «τι να κάνουμε;», αν δε δοθεί απάντηση σε μια άλλη, πιο βασική – «Αυτή η γη, τίνος είναι»;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε εκείνους τους στίχους του Γούντι Γκάθρι το 1940, που ως σήμερα τραγουδιούνται, γραμμένους σε μια από αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες, όταν μουσική και πολιτική συναντούν η μία την άλλη.

«Καθώς περπατούσα σ΄ εκείνη την κορδέλα αυτοκινητόδρομου

Κοίταξα από πάνω μου τον ατέλειωτο δρόμο του ουρανού

Είδα κάτω μου τη χρυσαφένια κοιλάδα

Αυτή η γη, φτιάχτηκε για μένα και για σένα».

Μοιράσου το άρθρο: