Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

«Στο χωριό μου είμαστε όλοι επαναστάτες, ό,τι μας λέει ο άλλος λέμε όχι αμέσως. Έμαθα στο χωριό μου αυτό το πράγμα το μεγάλο: ό,τι μου λέγανε διαταγή εγώ να λέω όχι… Όλη η ζωή μου είναι γεμάτη από αυτό».

Μανώλης Γλέζος, 2018

Εδώ και χρόνια στον Μανώλη Γλέζο δεν άρεσε να συζητά άλλο για το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη εκείνη τη νύχτα της 30ής Μαΐου 1941. Όπως και δεν αποδεχόταν για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό «ήρωας». Ήρωες είναι αυτοί που εκτελέστηκαν, όπως κι αυτοί που σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, συνήθιζε να λέει.

Πράγματι, καλώς ή κακώς, ο Μανώλης Γλέζος είναι τοποθετημένος στη συλλογική μνήμη της νέας Ελλάδας ως ο άνθρωπος ο οποίος, μαζί με τον Λάκη Σάντα, προχώρησε στην πρώτη αντιστασιακή πράξη που καταγράφηκε στη χώρα, ενδεχομένως και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Γλέζος είναι πολλά παραπάνω από αυτό. Είναι ένα σύμβολο, όχι μόνο της Εθνικής Αντίστασης, αλλά ολόκληρης της περιόδου που στην Ιστοριογραφία ονομάζεται «μετεμφυλιακή Ελλάδα», δηλαδή των δεκαετιών του ’50 και του ’60.

Ο Γλέζος πέρασε 16 χρόνια της ζωής του σε φυλακές και εξορίες. «Αυτός που με διατάζει εμένα να ενεργώ είναι οι σύντροφοί μου που πέθαναν στον Πόλεμο, σε διαδηλώσεις και στα εκτελεστικά αποσπάσματα και με τους οποίους, πριν γίνει η μάχη, πριν γίνει οτιδήποτε άλλο, λέγαμε: “Αν ζήσεις, μην με ξεχνάς”», είπε στην πρώτη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ως ευρωβουλευτής το 2014. Στη φράση αυτή στηρίχθηκε όλη η μεταπολεμική παρουσία του.

Ενεργός πολίτης απ’ όπου κι αν βρισκόταν, ο Γλέζος συμμετείχε με όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα για την κατάργηση του σκληρού μετεμφυλιακού κράτους. Έναν αγώνα πρωτίστως πολιτικό και κοινωνικό, μέσα από τη διαπάλη των ιδεών, δια της αρθρογραφίας του ως διευθυντής της «Αυγής», με προτεραιότητα τη ρητορική και την ειρηνική δράση (τον ακτιβισμό που θα λέγαμε σήμερα) και όχι την ένοπλη βία. Αλλά και με διακριτή συμμετοχή στη βιβλιογραφία, με κορυφαίο το μνημειώδες έργο καταγραφής της Εθνικής Αντίστασης.

Εγκλωβισμένος σε ένα βαθμό στις αντιφάσεις και τον διαρκή εσωτερικό διάλογο της Αριστεράς κατά τη δεκαετία του ’50, ο Γλέζος δεν παύει να είναι μια από τις κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες του χώρου. Μαζί με τον Πασαλίδη, τον Ηλιού και τον Κύρκο, ανήκει πλέον στο πάνθεον της παράταξής του. «Διαφωνούσαμε έντονα με τον Ζαχαριάδη, όπως τότε με το “όπλο παρά πόδα”, αλλά δεν δημοσιοποιούσαμε τη διαφωνίας μας, διότι ξέραμε ότι θα τη χρησιμοποιούσε ο αντίπαλός μας για να μας διχάσει», μου είχε πει παλαιότερα σε μια συνέντευξη, θέλοντας να αιτιολογήσει τις θέσεις και τις στάσεις της Αριστεράς, αλλά και να μου εξηγήσει τι σήμαινε και πώς λειτουργούσε εκείνα τα δύσκολα χρόνια ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός».

Αργότερα ο Γλέζος δήλωσε παρών στο πέρασμα σε μια Αριστερά που είχε αρχίσει ν’ αντιλαμβάνεται ότι προτεραιότητα έπρεπε να είναι τα εσωτερικά αιτήματα και όχι η ουτοπία του διεθνισμού. Έβαλε, μαζί με άλλους νεότερούς του, τις βάσεις γι’ αυτό που ονομάστηκε αργότερα ευρωπαϊκή Αριστερά, η οποία δεν βρήκε ποτέ στην Ελλάδα την ανταπόκριση που ονειρεύονταν οι εμπνευστές της. Ο ίδιος, όμως, όπως και άλλοι από τον συγκεκριμένο χώρο, αποκτούσαν χρόνο με τον χρόνο, στην μεταπολιτευτική πια Ελλάδα, υπερ-κομματική φυσιογνωμία και ευρύτερη αποδοχή. Διότι αντανακλούσαν τις δημοκρατικές αρχές, τον αγώνα για το κράτος δικαίου, αλλά και το πέρασμα από το παρασύνταγμα και τη στρατοκρατία στην κοινωνία της ισότητας και του σεβασμού των πολιτικών, κοινωνικών και τελικά ανθρώπινων δικαιωμάτων, ασχέτως των πεποιθήσεων, του παρελθόντος ή ακόμα και των συγγενειών του κάθε Έλληνα πολίτη.

Ο Μανώλης Γλέζος ήταν μια ζωντανή πηγή μνήμης. Πάλεψε μέχρι τέλους για τη διάδοση του ιστορικού παρελθόντος της Ελλάδας. Ήθελε να πείσει όσο το δυνατόν περισσότερους, ασχέτως πολιτικής προέλευσης, ότι η συλλογική ενδοσκόπηση είναι ο καλύτερος οδηγός για το μέλλον. Αναρωτιέμαι αν ο θάνατός του ως πολιτικό ον, αλλά και ως φυσικό πρόσωπο, θα δώσει ακόμα μια αφορμή για να ξαναδούμε τα σκληρά γεγονότα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενόψει μάλιστα και των περίφημων 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Ή απλώς θα εκλείψει μαζί του και η όποια διάθεση μάς έχει απομείνει για να σκαλίζουμε τις πληγές μας.

Μοιράσου το άρθρο: