Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η συζήτηση για τη δραχμή επανέρχεται κατά καιρούς, τις περισσότερες φορές με όρους δαιμονολογίας και υπό συνθήκες εκβιασμού.
Όποιος στην Ελλάδα σκέφτεται εθνικό νόμισμα θεωρείται τουλάχιστον ύποπτος, καθώς το Grexit έχει ταυτιστεί με γενικευμένη καταστροφή, ενώ οι κατά καιρούς αναφορές σε γερμανικά μέσα ενημέρωσης στα σχέδια του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για Grexit, εκλαμβάνονται ως απαράδεκτες απειλές.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι πρόκειται για γερμανική μπλόφα, δεδομένου ότι για τη Γερμανία το ευρώ αποτελεί το βασικό εργαλείο της επιτυχίας των εξαγωγών της, οι οποίες είναι ο βασικός πυλώνας της οικονομικής στρατηγικής της. Σύμφωνα με την άποψη αυτή ένα Grexit θα έθετε σε κίνδυνο το κοινό νόμισμα, κάτι το οποίο θα επέφερε σοβαρή βλάβη στα γερμανικά συμφέροντα και ως εκ τούτου οι σχετικές αναφορές από γερμανικές πηγές αποτελούν ένα επικοινωνιακό παιχνίδι εκφοβισμού των ελληνικών κυβερνήσεων.

Αντιθέτως, κάποιοι άλλοι, θεωρούν ότι το Grexit εντάσσεται στον στρατηγικό σχεδιασμό του κ. Σόιμπλε, με στόχο να δημιουργήσει μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική στην ευρωζώνη και ένα νέο ευρώ χωρίς «αδύναμους κρίκους» που δεν θα έχει τα προβλήματα του σημερινού.
Σε κάθε περίπτωση, όποια κι αν είναι η πραγματικότητα, το γεγονός είναι ότι οι αβεβαιότητες γύρω από το ευρώ είναι πλέον πολλές, ανεξάρτητα από τις ελληνικές επιδιώξεις ή τα σχέδια των άλλων σε σχέση με την Ελλάδα.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία αλλά και η Ιταλία κάποιες ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις υποστηρίζουν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ευρώ, ενώ και από τις ΗΠΑ πλέον έρχονται μηνύματα αμφισβήτησης, καθώς μέσα σε δύο ημέρες δύο σημαντικά στελέχη του Τραμπ μίλησαν ο ένας για πιθανή κατάρρευση του ευρώ μέσα σε ενάμιση χρόνο και ο άλλος για αθέμιτη εκμετάλλευση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος από τη Γερμανία σε βάρος των εμπορικών εταίρων της.

Με αυτά τα δεδομένα, κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση, πολύ δε περισσότερο η ελληνική, θα έπρεπε να έχει στα απόρρητα συρτάρια της εναλλακτικά σχέδια για το ενδεχόμενο ανατροπών σε σχέση με το ευρώ, ανεξάρτητα εάν επιθυμεί κάτι τέτοιο ή όχι.
Και η δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό θα έπρεπε να γίνεται με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα.

Δυστυχώς, όμως, συμβαίνει το αντίθετο.

Οι υπέρμαχοι του εθνικού νομίσματος, συντριπτικά μειοψηφικοί, αρκούνται σε γενικόλογες αναφορές περί επαναφοράς της εθνικής κυριαρχίας, με ένα σχεδόν μεσσιανικό λόγο, όπου η δραχμή ταυτίζεται με έναν χαμένο παράδεισο και το ευρώ με τα δεινά της κρίσης και των μνημονίων.
Μέχρι σήμερα ουδείς έχει παρουσιάσει σχέδιο και στρατηγικές για ένα εθνικό νόμισμα, ούτε μια ανάλυση των υπέρ και των κατά.
Αλλά και από την άλλη πλευρά, ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει συλλήβδην κάθε συζήτηση, με μια σχεδόν θεολογικού χαρακτήρα προσήλωση στο ευρώ το οποίο ταυτίζεται με το ιδανικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η αλήθεια είναι ότι από οικονομική σκοπιά, πολλά -ίσως τα περισσότερα- οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας δεν οφείλονται στο ευρώ ούτε η λύση τους συνδέεται με το νόμισμα.
Επιπλέον, θα έπρεπε κάποιος να σταθμίσει τα συν και τα πλην κάθε λύσης.

Όσοι πιστεύουν ότι ένα εθνικό νόμισμα θα βοηθούσε την ελληνική παραγωγή, ξεχνούν ακριβώς ότι η Ελλάδα πλέον δεν έχει δικά της προϊόντα να πουλήσει -τουλάχιστον προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία. Παραγνωρίζουν επίσης το γεγονός ότι για να χτίσεις μια οικονομία υπηρεσιών διεθνώς ανταγωνιστική μάλλον βοηθάει περισσότερο το ευρώ, παρά μια ευάλωτη δραχμή.

Αλλά και από την άλλη πλευρά, οι υπέρμαχοι του status quo δεν αξιολογούν τη συμβολή που ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει ένα εθνικό νόμισμα ως «φράγμα» στις εισαγωγές για να τονωθεί η εγχώρια παραγωγή, αλλά και ως εργαλείο για χρηματοδότηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας.
Το γεγονός είναι όμως ότι πολλές αλλαγές με μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό κόστος πρέπει να γίνουν στη χώρα μας έτσι κι αλλιώς, ανεξάρτητα με το νόμισμα.
Η ουσία είναι ότι σε κάθε περίπτωση προαπαιτούμενο είναι ένα παραγωγικό σχέδιο και πολιτική και κοινωνική βούληση για να εφαρμοστεί, παρά το υψηλό κόστος.

Όσο δεν γίνεται η συζήτηση για το σχέδιο αυτό, η κουβέντα για το νόμισμα είναι άνευ αντικειμένου.

Πολύ δε περισσότερο που το βασικό κριτήριο για την αρχική επιλογή της Ελλάδας υπέρ του ευρώ ήταν πολιτικό και όχι οικονομικό, καθώς πρυτάνευσε η βούληση να ενταχθεί η χώρα μας ως ισότιμο μέλος στο κλαμπ των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών, παρά τα μειονεκτήματα που θα είχε η νομισματικής σύνδεση της -υστερούσας οικονομικά και τεχνολογικά- Ελλάδας με πολύ πιο ανταγωνιστικές οικονομίες.
Τώρα πια, βέβαια, η έννοια του ισότιμου μέλους έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Φωτο: Eurokinissi

Μοιράσου το άρθρο: