Στο σπουδαίο μυθιστόρημα του «Μεγάλες Προσδοκίες» ο Kάρολος Ντίκενς περιγράφει την εποχή της πρώτης βιομηχανικής εποχής ως μια σκληρή περίοδο, όπου όμως τα θαύματα ήταν δυνατά. Ανάλογες προσδοκίες υπάρχουν σήμερα στις τέσσερεις άκρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη εξάμηνη γερμανική προεδρία που ξεκίνησε σε μία εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Κεντρικό σύνθημα της είναι «Μαζί για την ανάκαμψη της Ευρώπης» και κύρια αποστολή της η προώθηση σχεδίου υπέρβασης της κρίσης του κορονοϊού, σε υγειονομικό αλλά και σε οικονομικό επίπεδο.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Tα όσα θα καταφέρει -ή θα αποτύχει- να προωθήσει θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Ένωσης, την εικόνα της Γερμανίας ως ηγέτιδας δύναμης, αλλά και την «ευρωπαϊκή «κληρονομιά» της ίδιας της Αγκελα Μέρκελ.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση η Γερμανίδα καγκελάριος είναι η μακροβιότερη αρχηγός κυβέρνησης στην ΕΕ, η δε χώρα της είναι η δεύτερη φορά που αναλαμβάνει επί των ημερών της την Προεδρία της ΕΕ. Η πρώτη ήταν το 2007, όταν η Μέρκελ, μεσούσης μιας τότε πολιτικής κρίσης της Ένωσης με την κατάρρευση του σχεδίου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαπραγμάτευση της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία ήρθε να διασώσει και να εξελίξει, έστω μερικώς, το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ. Τούτη τη φορά πρέπει να αποτρέψει μια άλλη κατάρρευση, εκείνη της οικονομίας μετά από μια καταστροφική πανδημία.

Ένα γνωστό επιχείρημα των υποστηρικτών της Ένωσης είναι πως, πάντα στο παρελθόν, οι κρίσεις αποτέλεσαν ευκαιρίες προκειμένου η Ε.Ε. να αναθεωρήσει το status quo της και να προετοιμαστεί καλύτερα για τις προκλήσεις του μέλλοντος. Μένει να αποδειχθεί αν αυτά τα αντανακλαστικά θα επιδειχθούν μια ακόμη φορά, υπό την καθοδήγηση, πάντως, της μόνης χώρας μέλους που έχει τις δυνατότητες να το κάνει.

Γερμανία και Μέρκελ έχουν αλλάξει;

Στα χειρότερα χρόνια της κρίσης χρέους τα κράτη του Ευρωπαϊκού Νότου -και όχι μόνον- διαμαρτύρονταν για τον «ηγεμονισμό» της Γερμανίας και την εμμονή στις πολιτικές «ορντολιμπεραλισμού» (όπως είναι η σωστή περιγραφή και όχι νεοφιλελευθερισμού), συγκεντρώνοντας την κριτική στο πρόσωπο της καγκελαρίου. Έχοντας πλέον μια κάποια απόσταση από τα γεγονότα, μπορεί κανείς να πει ότι στην πραγματικότητα οι καταστάσεις υπήρξαν πιο περίπλοκες και τα όσα λάθη ή σωστά έγιναν -π.χ. τα πολύ αργά αντανακλαστικά ή οι βιαστικές λύσεις- δεν ήταν ποτέ αποκλειστικό αποτέλεσμα μιας γερμανικής εμμονής ή επιμονής.

Όμως, μετά το 2015 και τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης από τη Γερμανία, ακόμη και άλλοτε σφοδροί επικριτές της καγκελαρίου άρχισαν να δέχονται πως η ένωση είχε ανάγκη περισσότερες ηγετικές φυσιογνωμίες τύπου Μέρκελ. Σήμερα η καγκελάριος κοντά στο κλείσιμο του πολιτικού κύκλου της (παρεκτός κι αν αναιρέσει την απόφασή της να μην μετέχει στις εκλογές του ‘21) καλείται ακόμη μία φορά να ηγηθεί και τώρα να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη ύφεση από την ίδρυση της πρώτης Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη δεκαετία του ‘50.

Πέραν τούτων, αρκετοί αναλυτές κρίνουν ότι οι αλλεπάλληλες κρίσεις έχουν αλλάξει την στάση του Βερολίνου και της καγκελάριου προσωπικά. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της χώρας και ειδικά η Μέρκελ δείχνουν να αφήνουν πίσω την τακτική της στάσης αναμονής, των ημίμετρων και της λογικής της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και να αντιλαμβάνονται την ανάγκη για δραστικά μέτρα τώρα.

Κι όπως σχολιάζει το Der Spiegel, αφενός είναι η τελευταία ευκαιρία της Μέρκελ να αφήσει το αποτύπωμά της μεταξύ των μεγάλων ηγετών της ηπείρου και αφετέρου πρόκειται για την έσχατη ευκαιρία της Γερμανίας να δείξει ότι διαθέτει την ηγετικότητα και το βάρος προκειμένου να τονωθεί η ενότητα της Ε.Ε, από Βορρά προς Νότο και από Ανατολή προς Δύση, αντί της αύξησης των φυγόκεντρων τάσεων που είναι ήδη παρούσες.

Γαλλογερμανική συνεργασία: Ιστορία και σημασία

Όπως σωστά το τοποθέτησε η ίδια η Άγκελα Μέρκελ, όταν Γερμανία και Γαλλία συμφωνούν, δε σημαίνει πως συναινούν πάντα και οι υπόλοιποι εταίροι. Όμως, όταν Βερολίνο και Παρίσι δεν συγκλίνουν, δεν μπορεί να υπάρξει καμία συμφωνία. Με τις δύο χώρες σε κοινή γραμμή μπορούμε πιο εύκολα να ελπίζουμε όχι μόνο για την ουσιαστική στήριξη των οικονομιών που γονάτισε η πανδημία, αλλά και για ενιαία αντιμετώπιση των άλλων μεγάλων προκλήσεων, από τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Κίνα έως τις διαπραγματεύσεις για το οριστικό Brexit και την υλοποίηση της Πράσινης Συμφωνίας.

Από ιστορικής απόψεως ας θυμηθούμε πως αρκετές από τις μεγάλες αποφάσεις για την εκκίνηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν μία γαλλική ιδέα/απάντηση στο λεγόμενο γερμανικό πρόβλημα∙ δηλαδή πώς θα προσδεθεί η Γερμανία στο ευρωπαϊκό άρμα, μετά από δύο αιματηρούς Παγκόσμιους Πολέμους. Είναι κάτι που απασχολούσε τους Γάλλους αμέσως μετά το β΄ Παγκόσμιο και το οποίο έλυσαν το 1950 με τη «Διακήρυξη Σουμάν». Τέσσερεις δεκαετίες αργότερα, καθώς το τείχος του Βερολίνου έπεφτε, η ανησυχία ήταν διαφορετική: πώς θα διατηρήσουμε ισχυρά δεσμευμένη την επανενωμένη και πανίσχυρη Γερμανία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Και η τότε γαλλική απάντηση ήταν ένα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.

Τώρα, με παρότρυνση σε μεγάλο βαθμό και πάλι από τη Γαλλία, αλλά υλοποίηση κυρίως από τη Γερμανία, θα αναζητηθούν ευρωπαϊκές λύσεις, προτάσεις και δράσεις στα προβλήματα που δημιουργεί η πανδημία, αλλά και τις δύσκολες προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει ήδη από πριν η ΕΕ.

Ένα πρόγραμμα διάσωσης και προοπτικών

Η ίδια η γερμανική προεδρία προσδιορίζει τις προτεραιότητές της ως εξής: Υπέρβαση της κρίσης του κορονοϊού με άμεση αλλά και μακροπρόθεσμη οικονομική ανάκαμψη- Μια ισχυρότερη και περισσότερο καινοτόμο Ευρώπη- Μια δίκαιη και βιώσιμη Ευρώπη- Μια Ευρώπη ασφάλειας και κοινών αξιών- Μια Ευρώπη ισχυρή στον κόσμο.

Έτσι, πλην της αντιμετώπισης των συνεπειών της κρίσης του κορωνοϊού, η γερμανική προεδρία και η πολιτικά αναζωογονημένη καγκελάριος θέτουν στόχους και για πολλά άλλα σημαντικά μέτωπα για το μέλλον της ΕΕ, όπως είναι η ψηφιακή μετάβαση, η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η νέα εμπορική σχέση με τη Βρετανία -γιατί αλλιώς θα υπάρξει hard brexit- καθώς και η ανανεωμένη πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο.

Πίσω δε από το κεφάλαιο «η Ε.Ε. στον Κόσμο», περιλαμβάνεται και κάτι που ενδιαφέρει ακόμη πιο άμεσα την Ελλάδα. Πρόκειται, όπως γράφει το σχετικό κείμενο, για «την ευθύνη της Ε.Ε. έναντι των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων», στις οποίες πρέπει να δοθεί «αξιόπιστη προοπτική ένταξης στην ΕΕ», καθώς η προσέγγιση στην Ε.Ε. εξυπηρετεί τα ευρωπαϊκά στρατηγικά συμφέροντα. Έτσι, πρέπει να συνεχιστούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Σερβία και το Μαυροβούνιο και να γίνει η προετοιμασία για την έναρξη των διαπραγματεύσεων με Αλβανία και Β. Μακεδονία. Πάντως, στο Συμβούλιο των Υπουργών πιθανολογούν ότι μια διακυβερνητική με τη Β. Μακεδονία είναι πιθανή μέσα στο επόμενο εξάμηνο, αλλά το ίδιο ενδεχόμενο είναι μάλλον ακόμα μακριά για την Αλβανία.

Άλλοι τομείς εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής Άμυνας στους οποίους η Γερμανική Προεδρία θα δώσει ιδιαίτερη σημασία είναι η σχέση με την Αφρική, την οποία η Μέρκελ αποκαλεί “Ήπειρο του μέλλοντος”, καθώς και η σύγκληση μιας Συνόδου Κορυφής ΕΕ- Κίνας για ομαλοποίηση της κατάστασης μεταξύ των δύο πλευρών.

Βεβαίως, η Γερμανίδα καγκελάριος γνωρίζει ότι θα πρέπει να λύσει, πρώτα απ΄ όλα τον γόρδιο δεσμό του νέου 7ετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε. (ΠΔΠ), καθώς και του «Next Generation EU», δηλαδή του πρόσθετου «εργαλείου ανάκαμψης» των 750 δισ. ευρώ. Προκειμένου να συμφωνηθούν οι τελικές αναλογίες επιδοτήσεων και δανείων, καταμερισμού των ποσών σε επίπεδο κρατών μελών, αλλά και συσχέτισης του «εργαλείου ανάκαμψης» και με τον τακτικό κοινοτικό προϋπολογισμό, θα χρειαστούν περίπλοκοι συμβιβασμοί μεταξύ αρκετών εταίρων, και κυρίως με την πλευρά των λεγόμενων «φειδωλών» (Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Δανία).

Επειδή η απόσπαση της συναίνεσης της εν λόγω ομάδας είναι και η πιο δύσκολη, η γερμανική προεδρία αναμένεται να δεχθεί τη διατήρηση των διορθωτικών μηχανισμών (rebates) για εκείνες τις χώρες που είναι καθαροί πληρωτές στον επταετή προϋπολογισμό (ΠΔΠ). Η καγκελάριος κατανοεί ότι η διατήρησή τους αποτελεί κόκκινη γραμμή για τη συμμαχία των «φειδωλών», αν είναι να υπάρξει σύντομα συμφωνία και ότι το ζήτημα αποτέλεσε ένα από τα βασικά προβλήματα που οδήγησαν σε ναυάγιο τη σύνοδο του Φεβρουαρίου για το ΠΔΠ, προ κρίσης κορωνοϊού.

Στο σκεπτικό της Α. Μέρκελ παίζει καθοριστικό ρόλο το μέγεθος της τρέχουσας κρίσης, την οποία θεωρεί υπαρξιακή απειλή για την Ε.Ε. Η ταχεία επίτευξη συμφωνίας για το πακέτο ανάκαμψης σε επίπεδο Συμβουλίου θεωρείται ζωτικής σημασίας στο Βερολίνο, αν και είναι μόνον το πρώτο βήμα. Στη συνέχεια απαιτείται η συναίνεση του Ευρωκοινοβουλίου, αλλά και η κοινοβουλευτική κύρωση της αύξησης της οροφής των ιδίων πόρων του ΠΔΠ σε 15 κράτη-μέλη.

Μιλώντας στο γερμανικό κοινοβούλιο πριν μερικές μέρες για τα σχέδια της γερμανικής προεδρίας, η Α.Μέρκελ τόνισε ότι ο ρόλος της χώρας της είναι να αποτρέψει την πανδημία από το να απειλήσει την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς και τη συνοχή της Ε.Ε. Η ίδια, διστακτική μέχρι πρότινος στον ευρωπαϊσμό της, έδειξε να κάνει μια υπέρβαση, απέναντι στην πρωτοφανή νέα κρίση. Μένει τώρα να φανεί αν θα μπορέσει να συμπαρασύρει τους ακόμα απρόθυμους πρώην συνοδοιπόρους της στον ευρωπαϊκό Βορρά, μια και αποτελεί υπεραπλούστευση ότι το Βερολίνο κάνει ότι θέλει με τους υπόλοιπους εταίρους.

Μοιράσου το άρθρο: