Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

 

Η σύμπραξη αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων προκειμένου να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις για τη νέα συμφωνία με τους δανειστές σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μνημονιακών δυνάμεων και μη δείχνει να ξεθωριάζει, καθώς ο στυγνός εκβιασμός από την πλευρά της Ευρωζώνης και η απειλή του Grexit είχαν ακριβώς σκοπό να δείξουν ότι η παραμονή στο ευρώ συμβαδίζει με την εφαρμογή των ίδιων πολιτικών που επιβάλλονται τα τελευταία χρόνια.

Ο εκβιασμός πέρασε στην φάση αυτή, καθώς η πλεινότης των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και των πολιτών σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, απορρίπτουν το ενδεχόμενο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Ωστόσο, η συζήτηση για κάτι τέτοιο βρίσκεται πλέον αμετάκλητα στο προσκήνιο, καθώς η γερμανική πρόταση για Grexit άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου».

Πιθανότατα δε η συζήτηση για το νόμισμα θα αναδείξει μια άλλη διαχωριστική γραμμή η οποία θα παίξει ρόλο στα πολιτικά πράγματα το επόμενο διάστημα. Στο ζήτημα αυτό πολλά θα εξαρτηθούν από το περιεχόμενο της υπό διαμόρφωση νέας συμφωνίας -του νέου μνημονίου επί της ουσίας- και τα οικονομικά αποτελέσματα που θα φέρει.

Εάν μεν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για επιστροφή το ταχύτερο  σε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα το χρέος αναδιαρθρωθεί αποτελεσματικά, είναι πιθανόν η πίεση στην οικονομία να εκτονωθεί και έτσι να υποχωρήσουν και οι κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις που δημιουργούνται.

Εάν όμως η ύφεση και η οικονομική και κοινωνική πίεση παραμείνουν το πιθανότερο είναι ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θα βρεθεί και πάλι αντίθετο στην πορεία της χώρας με βάση το σχεδιασμό των δανειστών. Και στην περίπτωση αυτή μια λογική πρόβλεψη είναι ότι θα η αντίδραση θα στραφεί πλέον κατά του ευρώ, αφού έχει ήδη εμπεδωθεί η αντίληψη ότι το κοινό νόμισμα ταυτίζεται με τις πολιτικές αυτές και αντιστρόφως.

Κατά ένα μεγάλο βαθμός, όμως, το δίλημμα ευρώ ή δραχμή είναι παραπλανητικό.

Όχι ότι δεν έχει σημασία για την οικονομική λειτουργία μιας χώρας το εάν έχει δικό της νόμισμα ή όχι. Κάθε άλλο. Έχει σημασία και μάλιστα μεγάλη, αλλά δεν αποτελεί και μαγική λύση η αλλαγή νομίσματος.

Στη σημερινή συγκυρία για την ελληνική οικονομία, με τις μεγάλες παραγωγικές ελλείψεις, τα τραύματα από την πολυετή ύφεση  και την μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, είναι αμφίβολο ότι ένα εθνικό νόμισμα θα έλυνε περισσότερα προβλήματα από όσα θα δημιουργούσε.

Και ένας σημαντικός λόγος είναι ότι ακόμα και με εθνικό νόμισμα, η Ελλάδα θα έπρεπε να εφαρμόσει μια σειρά από αναγκαίες -και επώδυνες σε κάποιο βαθμό- μεταρρυθμίσεις προκειμένου να  βελτιώσει τη θέση της στο διεθνή ανταγωνισμό και να εκμεταλλευτεί έτσι τη νομισματική ευελιξία που θα αποκτούσε.

Θα χρειαζόταν επίσης μεγάλη δημοσιονομική πειθαρχία για να μπει σε ισορροπία ο προϋπολογισμός για να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει αναπτυξιακές επενδύσεις με την πρόσθετη ρευστότητα.

Το κυριότερο: Θα χρειαζόταν ριζική αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα, έτσι ώστε αντί για «φρένο» στην επιχειρηματικότητα να αποτελέσει καταλύτη παραγωγικής ανασυγκρότησης και οικονομικής ανάπτυξης.

Μπορεί να γίνει μεγάλη συζήτηση για το νόμισμα, αλλά το γεγονός είναι ότι για να βγει η Ελλάδα από το τέλμα χρειάζεται ένα σχέδιο, δυνάμεις αποφασισμένες να το εφαρμόσουν και σκληρή προσπάθεια.  Ανεξάρτητα από το νόμισμα που θα κυκλοφορεί.

 

Μοιράσου το άρθρο: