Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Τα κόκκινα δάνεια αποδείχθηκαν, όπως ανεμενόταν, το μεγάλο αγκάθι στη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους δανειστές, καθώς οι τελευταίοι δεν δέχονται τις ελληνικές προτάσεις για τα όρια προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Είναι ενδεικτικό ότι το ζήτημα ανέβασε σε πολιτικό επίπεδο ο πρωθυπουργός, επιδιώκοντας να ξεπεράσει την επιμονή των τεχνοκρατών οι οποίοι επιμένουν σε ρυθμίσεις οι οποίες, εάν υιοθετηθούν, θα φέρουν στην Ελλάδα πρωτόγνωρες καταστάσεις.

Η κυβέρνηση επιμένει σε ορισμένες προϋποθέσεις για προστασία της πρώτης κατοικίας με το λεγόμενο «νόμο Κατσέλη» οι οποίες, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, θα επιτρέψουν στο μεγαλύτερο ποσοστό των φτωχών και μεσαίων νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα να ενταχθούν στις ευνοϊκές διατάξεις.

Αντίθετα, από την πλευρά των δανειστών προβάλλεται η άποψη ότι η προστασία θα πρέπει να αφορά μόνο πολύ φτωχά νοικοκυριά και οι υπόλοιποι δανειολήπτες θα πρέπει να βρίσκονται αντιμέτωποι με την απειλή του πλειστηριασμού, ακόμα και για την πρώτη κατοικία.

Η απόσταση είναι μεγάλη και ο υπουργός Οικονομικών μίλησε για έναν «έντιμο συμβιβασμό».

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ούτε οι ίδιες οι τράπεζες δεν επιθυμούν τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, καθώς εάν προχωρήσουν, θα προκαλέσουν ζημία και στις ίδιες, όπως δήλωσαν δημόσια και εκπρόσωποι του τραπεζικού κλάδου. Η εξήγηση είναι ότι εάν ξεκινήσουν πλειστηριασμοί ακινήτων, οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν ένα κυκεώνα ζητημάτων με μεγάλο κόστος, ενώ οι τιμές θα υποχωρήσουν κατεβάζοντας και την αξία ακινήτων τα οποία είναι εγγεγραμένα ως εγγύηση για τα κανονικώς εξυπηρετούμενα δάνεια επηρεάζοντας αρνητικά τους ισολογισμούς τους.

Η επιμονή των δανειστών, οφείλεται σε ένα σκεπτικό το οποίο βασίζεται σε μια λογική η οποία όχι απλώς είναι κοινωνικά ανάλγητη, αλλά δεν σταθμίζει τα πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα στην Ελλάδα.

Οι δανειστές θεωρούν ότι εφόσον κάποιος δεν ανήκει στην κατηγορία των πολύ φτωχών νοικοκυριών, εάν δεν μπορεί να αποπληρώσει το δάνειό του θα πρέπει να χάσει το σπίτι του και να ζήσει σε ένα άλλο φθηνότερο, σε περιοχή με χαμηλότερες αξίες.

Σήμερα η κτηματαγορά είναι «παγωμένη» διότι οι ιδιοκτήτες δεν πωλούν τα ακίνητα στις χαμηλές τιμές που έχουν διαμορφωθεί.

Οι δανειστές, όμως, επιδιώκουν να δημιουργήσουν προσφορά -έστω και σε εξευτελιστικές τιμές-μέσα από τους πλειστηριασμούς, αλλά και ζήτηση για ακίνητα από τα νοικοκυριά που θα χάνουν τα σπίτια τους.

Υπολογίζουν δε, με βάση τη θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής», ότι εάν ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία οι τιμές θα υποχωρήσουν ακόμα χαμηλότερα, σε τέτοια επίπεδα που θα εκδηλωθεί αγοραστικό ενδιαφέρον και θα υπάρξει κινητικότητα στην αγορά ακινήτων.

Η επιμονή των δανειστών στους πλειστηριασμούς, αποτελεί και μια συνέχεια της «εσωτερικής υποτίμησης», με στόχο να ολοκληρωθεί η ισοπέδωση των αξιών των ακινήτων και της γης, έτσι ώστε να διευκολυνθούν και οι αγορές, κατά βάση από το εξωτερικό, σε πολύ χαμηλότερες τιμές.

Ταυτόχρονα, οι δανειστές υπολογίζουν ότι ο φόβος του πλειστηριασμού θα αναγκάσει πολλούς δανειολήπτες να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα για να πληρώσουν το δάνειό τους.

Στην πραγματικότητα η προοπτική των πλειστηριασμών αποτελεί ένα εφιαλτικό σενάριο, το οποίο θα τροφοδοτήσει πρωτόγνωρες κοινωνικές εντάσεις οι οποίες πιθανότατα θα δημιουργήσουν νέο κύκλο πολιτικών πιέσεων και αβεβαιότητας.

Επιπλέον, η καταστροφή αξιών που θα προκύψει θα έχει και αρνητικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα, αλλά και για τον ίδιο τον τραπεζικό κλάδο, τη στιγμή ακριβώς που υποτίθεται ότι καταβάλλεται από όλες τις πλευρές προσπάθεια για να υπάρξει σταθεροποίηση και ανάκαμψη.

Είναι επομένως αδιέξοδο το σενάριο των πλειστηριασμών και θα πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Μοιράσου το άρθρο: