Της Χαράς Λιανού

H χρήση υποτίτλων στις κινηματογραφικές ταινίες, στις τηλεοπτικές σειρές αλλά και στα ντοκιμαντέρ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας του Έλληνα θεατή. Ο μεταγλωττισμός καθιερώθηκε κατά κύριο λόγο στην περίπτωση των κινουμένων σχεδίων, που απευθύνονται σε παιδικό κοινό.

Τόσο ο υποτιτλισμός όσο και ο μεταγλωττισμός είναι απαιτητικές διαδικασίες για έναν μεταφραστή, η κάθε μία με τις δικές της ιδιαιτερότητες. O υποτιτλισμός είναι η απόδοση διαλόγων από τη μια γλώσσα στην άλλη, με ταυτόχρονη μετατροπή του προφορικού λόγου σε γραπτό, σε συνδυασμό πάντα με την εικόνα και τον ήχο. Στόχος καθόλου εύκολος. Πέρα από τη δυσκολία μετατροπής του προφορικού λόγου σε γραπτό, το πιο σημαντικό πρόβλημα κατά τον υποτιτλισμό αφορά τους χωροχρονικούς περιορισμούς που οφείλονται στην ανάγκη συνδυασμού κειμένου, ήχου και εικόνας και των δυνατοτήτων ανάγνωσης από το κοινό. Άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο υποτιτλιστής είναι, ενδεικτικά, τα ονόματα ανθρώπων και τόπων, τα τοπικά εδέσματα, τα λογοπαίγνια, οι παροιμίες και τα τραγούδια.

Ο υποτιτλισμός είναι στην ουσία μια τέχνη, η οποία εκτός από γνώσεις χρειάζεται και ταλέντο. Απαιτείται δυνατότητα χειρισμού γλωσσικών εργαλείων, διαδικτυακών και μη, εξοικείωση με τα προγράμματα υποτιτλισμού, άρτια γνώση και χειρισμός της ελληνικής γλώσσας, ευρυμάθεια, οξυδέρκεια και πάνω απ’ όλα, όταν πρόκειται για έργα μυθοπλασίας, δυνατότητα αντίληψης του ύφους της ταινίας και του κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, και, φυσικά, αίσθηση του ρυθμού.  Τόσο του εσωτερικού ρυθμού των διαλόγων της ταινίας, όσο και του ρυθμού της γλώσσας – στόχου  αλλά και του ρυθμού ανάγνωσης του θεατή.

 

 

Επειγόντως… τον υποτιτλιστή!

Με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη γλωσσομάθεια των νέων ειδικά Ελλήνων, επικρατεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι η πολύ καλή γνώση μιας ξένης γλώσσας είναι αρκετή για να γίνει κανείς μεταφραστής, διερμηνέας, υποτιτλιστής, ξεναγός κ.ο.κ. χωρίς να προηγηθεί ιδιαίτερη εκπαίδευση ή εξειδίκευση.

Ικανοί άνθρωποι χωρίς, όμως, απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία καταπιάνονται με ένα αντικείμενο που μόνο εύκολο δεν είναι. Με δεδομένο ότι στην τηλεόραση καθοριστικός παράγοντας είναι ο χρόνος και ότι κάποιες φορές η σχέση ταχύτητας – κόστους προέχει της αρτιότητας του αποτελέσματος, όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες των γνωστών “μαργαριταριών”.

Η κριτική του τηλεοπτικού προϊόντος και η υποβολή παραπόνων δεν είναι μέρος της κουλτούρας του Έλληνα θεατή όπως είναι για παράδειγμα του Βρετανού ή του Γάλλου. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι πρέπει να απεμπολήσει κανείς το δικαίωμά του ως θεατή – καταναλωτή ενός τηλεοπτικού προϊόντος να απαιτεί το καλύτερο και αρτιότερο δυνατό αποτέλεσμα.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα διαβάσει κάποιος σε υπότιτλο την “πρόποση” να αποκαλείται “τοστ” και τον Ναπολέοντα να λέει στην Ιωσηφίνα ότι “θα της τηλεφωνήσει”, έχει κάθε δικαίωμα να επικοινωνήσει με το κανάλι που μεταδίδει τη σειρά ή την ταινία και να διεκδικήσει τον σεβασμό που του αξίζει. Τόσο στον ίδιο, ως θεατή, όσο και στην ίδια την ελληνική γλώσσα. Είναι απλό, εύκολο, κοστίζει ελάχιστα και οδηγεί αργά αλλά σταθερά στη βελτίωση του τηλεοπτικού μας τοπίου.

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: