AP Photo/Michael Perez

Βρισκόμαστε πλέον προ των θυρών των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί από πολλούς αναλυτές ως οι πιο κρίσιμες των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα. Όμως, εκτός από την πολιτική αντιπαράθεση των δύο αντιπάλων και τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, πολλές από τις ιδιομορφίες που έχει το θεσμικό σύστημα των ΗΠΑ, η πολύμορφη εκλογική νομοθεσία κι ακόμη κι αυτός ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών μπορεί να κάνουν τη  διαφορά για το τελικό αποτέλεσμα.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Πρόεδρος από την πλειοψηφία των εκλεκτόρων και όχι τη λαϊκή ψήφο

Το εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ έχει αρκετές παγκόσμιες πρωτοτυπίες. Υιοθετήθηκε αμέσως μετά την Αμερικανική Επανάσταση και καθώς άρχισε να δομείται το θεσμικό σύστημα του νέου κράτους, ως ένας συμβιβασμός μεταξύ εκείνων που ήθελαν ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και όσων έδιναν έμφαση στην ενίσχυση των πολιτειών. Έτσι, ένας τέτοιος συμβιβασμός ήταν η έμμεση εκλογή του Προέδρου από ένα σώμα εκλεκτόρων που αντιστοιχούν στην κάθε πολιτεία βάση του πληθυσμού της –και για τους οποίους ψηφίζουν οι εκλογείς- και όχι απευθείας από τη λαϊκή ψήφο. Όμως, καθώς η εκλογή των εκλεκτόρων στην κάθε Πολιτεία γίνεται με πλειοψηφικό σύστημα –πλην του Μέιν και της Νεμπράσκα,  όπου κατανέμονται σχεδόν αναλογικά- υπάρχει η περίπτωση ο νικητής των εκλογών να μην είναι αυτό που έλαβε την πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου, αλλά απλώς εκείνη των εκλεκτόρων. Είναι κάτι που έχει συμβεί 5 φορές στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, δηλαδή το 1824, το 1876, το 1888, το 2000 και τελευταία φορά το 2016, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη με 3 εκατ. λιγότερες ψήφους από την Χίλαρι Κλίντον και με οριακή επικράτηση του σ’ ένα μικρό αριθμό πολιτειών, που του εξασφάλισε το σύνολο των εκλεκτόρων τους και τελικά τη νίκη. Κι αν ακόμη σήμερα η έκβαση των εκλογών του 2020 παραμένει ανοικτή υπόθεση, είναι λόγω της –σχεδόν- θεωρητικής περίπτωσης να επαναληφθεί το ίδιο σενάριο μεταξύ Τραμπ και Μπάιντεν.

Να σημειωθεί, βέβαια, ότι η επιλογή του συστήματος των εκλεκτόρων στα τέλη του 18ου αιώνα, αρχές 19ου, ανταποκρινόταν και στις επικοινωνιακές δυνατότητες εκείνης της εποχής όπου –με το πρόσωπο και το πρόγραμμα των προεδρικών υποψηφίων να είναι άγνωστο στους περισσότερους πολίτες- κρίθηκε λογικό να ψηφίζουν για αναγνωρίσιμες τοπικές προσωπικότητες. Το ερώτημα, όμως, είναι γιατί δεν το αλλάζουν έκτοτε;  Και η απάντηση βρίσκεται, αφενός, στην αντίδραση των μικρών πολιτειών, οι οποίες υπεραντιπροσωπεύονται ελαφρώς στο εκλεκτορικό κολέγιο και των οποίων η συναίνεση είναι αναγκαία για αλλαγή του αμερικανικού συντάγματος (κάθε τροπολογία απαιτείται να υπερψηφιστεί από τα ¾ των πολιτειών). Αφετέρου, η έλλειψη μιας τέτοιας συνταγματικής αλλαγής οφείλεται  και στην αντίσταση των πολιτειακών κομματικών μηχανισμών, των οποίων η διαπραγματευτική ισχύς θα αποδυναμωνόταν αν η εκλογή του ΠτΔ γινόταν απευθείας από τον λαό.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου –πολιτικού και οικονομικού- των εκάστοτε υποψηφίων να επενδύεται στις 12-13 πολιτείες που εμφανίζονται αμφιρρέπουσες (swing states) μεταξύ των δύο κομμάτων τις τελευταίες δεκαετίες. Βέβαια, σε περίπτωση πολύ ισχυρών υποψηφίων και ιδιαίτερων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, έχουν υπάρξει μετακινήσεις και «σταθερών» πολιτειών.  Επιπρόσθετα, ορισμένες δημογραφικές αλλαγές, με μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού σε ορισμένες πολιτείες από άλλες λόγω περισσότερων γεννήσεων, σημαντικού αριθμού μεταναστών κυρίως από Λ. Αμερική και Ασία που πολιτογραφούνται πολίτες (π.χ. στο Τέξας) ή συχνών μετεγκαταστάσεων στις οποίες αρέσκονται οι Αμερικανοί, μπορούν να κάνουν τη διαφορά.

Σύστημα εξουσίας σε τρεις πυλώνες και σε δύο επίπεδα

Το κύριο ενδιαφέρον  στις εκλογές των ΗΠΑ συγκεντρώνουν πάντα οι προεδρικές. Ωστόσο, το θεσμικό σύστημα των ΗΠΑ στηρίζεται σε 3 πυλώνες, τόσο σε ομοσπονδιακό επίπεδο (Πρόεδρος, Βουλή Αντιπροσώπων, Γερουσία) όσο και σε πολιτειακό (Κυβερνήτης και επίσης 2 νομοθετικά σώματα).

Η πολυπλοκότητα του πολιτικού συστήματος των Ηνωμένων Πολιτειών και η διάσπαση της εξουσίας σε πολλά σώματα οφείλεται στον φόβο των ιδρυτών του αμερικανικού έθνους (των λεγόμενων ‘Πατέρων του Έθνους’) Βενιαμίν Φραγκλίνου, Τζορτζ Ουάσιγκτον, Τζέιμς Μάντισον, Τόμας Τζέφερσον, Τζον Ανταμς, Τζον Τζέι, Αλεξάντερ Χάμιλτον κλπ. να αποκτήσουν ορισμένοι πολιτικοί μεγάλη εξουσία και να εγκαθιδρύσουν κάποιου είδους δικτατορία, ενώ αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό ακόμη και την «τυραννία της πλειοψηφίας». Έτσι εφηύραν ένα θεσμικό σύστημα που να μην μπορεί κανένας να αποκτήσει αυτή τη δύναμη. Και κάτι τέτοιο έγινε με τη συνταγματική πρόβλεψη τριών ξεχωριστών, ισχυρών και αυτόνομων εξουσιών: Πρόεδρος με την κυβέρνησή του, Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δύσκολη η κυριαρχία και στις τρεις, μια και δύσκολα ένα κόμμα κερδίζει ταυτόχρονα και τους τρεις ομοσπονδιακούς πόλους εξουσίας.

Κι αν κάποιες λίγες φορές αυτό συμβαίνει, συνήθως δεν διαρκεί πολύ, γιατί η εκλογή Προέδρου γίνεται κάθε 4 χρόνια (και μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1952 κανείς δεν μπορεί να είναι υποψήφιος για πάνω από 2 θητείες), η Βουλή των Αντιπροσώπων ανανεώνεται στο σύνολό της κάθε δύο χρόνια και η Γερουσία κάθε 6 με ένα κλιμακωτό σύστημα, που κάθε διετία επανεκλέγεται το 1/3 των Γερουσιαστών. Με ανάλογο τρόπο λειτουργεί το θεσμικό σύστημα και στις 50 αμερικανικές πολιτείες, που αποτελούν το άλλο επίπεδο άσκησης της εξουσίας στις ΗΠΑ, με το να μοιράζονται σχεδόν τις μισές αρμοδιότητες με την Ουάσιγκτον και τα ομοσπονδιακά όργανα.

Να σημειωθεί ότι στις εκλογές τις 3ης Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι εκλέγουν, εκτός από Πρόεδρο, σε ομοσπονδιακό επίπεδο το σύνολο της Βουλής των 435 Αντιπροσώπων και 35 Γερουσιαστές από τους 100. Σε πολιτειακό επίπεδο επιλέγουν 11 κυβερνήτες από τους 50, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ανανεώνουν και τα τοπικά νομοθετικά σώματα. Πέραν αυτών, είναι δεκάδες οι περιπτώσεις διεξαγωγής τοπικών/πολιτειακών δημοψηφισμάτων για πλειάδα θεμάτων. Όλοι αυτοί οι πόλοι, καθώς και τα διπλά επίπεδα, συμμετέχουν, τελικά, στους πολιτικούς συσχετισμούς των ΗΠΑ.

Προκειμένου να αντιληφθεί κανείς τη σημασία των εν λόγω συσχετισμών, αρκεί για παράδειγμα να αναλογιστεί ότι εάν το περασμένο διάστημα οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και στη Γερουσία, ο Τραμπ θα μπορούσε να είχε αποπεμφθεί από την προεδρία, μετά τις κατηγορίες που αντιμετώπισε. Επιπλέον, εάν οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, ο Τραμπ δε θα είχε καταφέρει π.χ. να διορίσει με διαδικασίες εξπρές την συντηρητική Εϊμι Κόνεϊ Μπάρετ στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη θέση της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, που απεβίωσε ενάμιση μήνα πριν από τις εκλογές.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν πλέον τις περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν την πλειοψηφία στην Ομοσπονδιακή Βουλή, ενδεχομένως ακόμη και διευρύνοντάς την, αλλά και να κερδίσουν, για πρώτη φορά από το 2008, κι εκείνη της Γερουσίας.

Επιστολικές ψήφοι, πρόωρες κάλπες, ποσοστά συμμετοχής: καθοριστικοί παράγοντες για το αποτέλεσμα

Η επιστολική ψήφος ισχύει στις ΗΠΑ, όπως και σε αρκετές άλλες χώρες του κόσμου. Λιγότερο συναντώμενη αλλού είναι η δυνατότητα που έχουν οι Αμερικανοί στις περισσότερες πολιτείες να μπορούν να ψηφίζουν κι ένα μήνα νωρίτερα –γιατί τους βολεύει, θα λείπουν ή θα εργάζονται τη μέρα των εκλογών- στις λεγόμενες «πρόωρες κάλπες», που στήνονται στα εκλογικά κέντρα ή ακόμη και σε malls κλπ. Aυτά ίσχυαν εδώ και χρόνια, αλλά το εύρος τέτοιων τρόπων συμμετοχής στις εκλογές, που τούτη τη φορά έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις (σε μεγάλο βαθμό για λόγους αποφυγής του συνωστισμού την ημέρα των εκλογών, λόγω του φόβου μόλυνσης από την COVID 19), μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα. Κι αυτό γιατί οι πολίτες που χρησιμοποιούν τα εν λόγω μέσα, όπως δείχνουν σχετικές έρευνες, ψηφίζουν πλειοψηφικά το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ όσοι πηγαίνουν στις κάλπες την ημέρα των εκλογών προτιμούν περισσότερο τους Ρεπουμπλικανούς.

Για το λόγο αυτό ακούσαμε αρκετές φορές τον Πρόεδρο Τραμπ να αμφισβητεί την εγκυρότητα της επιστολικής ψήφου, ενώ σε 44 πολιτείες οι επιτροπές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έχουν κινήσει πολυάριθμες νομικές διαδικασίες προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα των ψηφοφόρων να επιλέξουν αυτόν τον τρόπο. Άλλες, πάλι, προσφυγές γίνονται ώστε να ακυρωθούν, εν συνεχεία, πολλά από αυτά τα ψηφοδέλτια, γιατί θα φτάσουν μετά τις 3 Νοεμβρίου στις εφορευτικές επιτροπές, δε θα φέρουν τις σωστές υπογραφές στο πίσω μέρος του φακέλου (κανονικά πρέπει να τα έχει υπογράψει ο ψηφοφόρος και σε ορισμένες πολιτείες κι ένας ακόμη πολίτης-μάρτυρας και μετά να γίνουν συγκρίσεις με τα αρχεία που διατηρεί η Πολιτεία) ή ο φάκελος με τα ψηφοδέλτια δε θα είναι κλειστός μέσα σε ένα δεύτερο φάκελο, που πρέπει να περιλαμβάνει μόνον τα στοιχεία του ψηφοφόρου.

Να σημειωθεί ότι στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις περίπου το 1% των επιστολικών ψήφων δεν έγινε δεκτό  για τον α ή β λόγο, αλλά το ποσοστό αυτό ενδέχεται να είναι σημαντικά πιο αυξημένο τούτη τη φορά. Όμως  κάτι τέτοιο θα σημάνει ότι θα αμφισβητηθεί η εγκυρότητα εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοδελτίων. Και σε περιπτώσεις που οι διαφορές των δύο υποψηφίων είναι μεγάλες όλα αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία. Τι γίνεται όμως όταν είναι λίγες χιλιάδες ή και εκατοντάδες οι ψήφοι που τους χωρίζουν σε μια πολιτεία, όπου, λόγω συστήματος, ο νικητής, έστω και με μια παραπάνω, παίρνει όλους τους εκλέκτορες;  Υπενθυμίζεται ότι η νίκη Μπους έναντι του Γκορ στις προεδρικές εκλογές του 2000 κρίθηκε με διαφορά μόλις 537 ψήφων στη Φλόριντα και μάλιστα λόγω της απόφασης –του ελεγχόμενου και τότε από τους Ρεπουμπλικανούς-  Ανωτάτου Δικαστηρίου να σταματήσει η χειρωνακτική επανακαταμέτρηση.

Ακόμη, ένας άλλος καθοριστικός παράγων για την έκβαση των εκλογών μπορεί να σταθεί το ποσοστό συμμετοχής. Π.χ. στις προεδρικές εκλογές του 2016 είχαν ψηφίσει 139 εκατ. Αμερικανοί και τώρα ο αριθμός αυτός αναμένεται να περάσει τα 150 εκατ. Όμως, σε μεγάλο βαθμό αυτό μπορεί να συμβεί λόγω της αύξησης της επιστολικής ψήφου και  της συμμετοχής στις πρόωρες κάλπες. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι το 1972 μόνο το 5% των Αμερικανών είχαν ψηφίσει πριν από την ημέρα των εκλογών, έως το 2016 το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 42,5%, ενώ τη φορά αυτή αναμένεται να ξεπεράσει το 60%. Κι όπως προαναφέρεται αυτό μπορεί να επηρεάζει την πολιτική/ιδεολογική σύνθεση των ψηφοφόρων.

Διαδικασίες επικύρωσης ψηφοδελτίων και ανακοίνωσης αποτελεσμάτων που μπορούν να δημιουργήσουν καθυστερήσεις

Τα ψηφοδέλτια που κατατίθενται αυτοπροσώπως από τους ψηφοφόρους καταμετρώνται αυτόματα και στις περισσότερες περιπτώσεις τα αποτελέσματα από αυτά ανακοινώνονται μερικές ώρες (ή ακόμη και λεπτά) αφού κλείσουν τα εκλογικά κέντρα.

Αντίθετα, οι επιστολικές ψήφοι πρέπει να θεωρηθούν έγκυρες προτού καταμετρηθούν, κάτι για το οποίο κάθε πολιτεία έχει δικούς της κανόνες. Ορισμένες πολιτείες δε μετρούν τις επιστολικές ψήφους παρά μόνο την ημέρα των εκλογών, ενώ άλλες τις δέχονται μέχρι και δέκα ημέρες μετά, εφόσον έχουν σταλεί πριν ή ανήμερα της 3η Νοεμβρίου. Μάλιστα, η διορία αυτή καμιά φορά παρατείνεται λόγω της υπερφόρτωσης των ταχυδρομείων. Στη συνέχεια ακολουθεί η διαδικασία επιβεβαίωσης των υπογραφών, το άνοιγμα των φακέλων και η καταμέτρηση. Τα εν λόγω διαφέρουν ανά πολιτεία και μπορούν να καθυστερήσουν από λίγες έως περισσότερες μέρες.

Έτσι, οι αρχές που ασχολούνται με τη διαλογή των ψηφοδελτίων, αλλά και οι εταιρίες που παρακολουθούν τη διεξαγωγή των εκλογών συνιστούν, ειδικά αυτή τη φορά, υπομονή και ψυχραιμία, μια και η διαδικασία ίσως πάρει από μέρες, έως και βδομάδες, για να ολοκληρωθεί. Όμως, το τί μπορεί να συμβεί στις πρωτοφανείς συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης που βιώνουν οι ΗΠΑ, καθώς και του κλίματος που δημιουργεί η έξαρση της πανδημίας, είναι άγνωστο.

Επιπλέον, σημαντικό ρόλο  για τα τελικά αποτελέσματα  ενδεχομένως να παίξει η έκβαση που θα έχουν εκατοντάδες αγωγές και δικαστικές προσφυγές που ξεκίνησαν ήδη πριν τις εκλογές κι αναμένεται να κορυφωθούν μετά. Ελλείψει μάλιστα ενιαίας εκλογικής νομοθεσίας στις ΗΠΑ, το βάρος πέφτει στα πολιτειακά δικαστήρια και τα ομοσπονδιακά εφετεία, με διαφορές στους τρόπους και χρόνους εξέτασης των ζητημάτων. Παίρνοντας αφορμή από τέτοιες δυσοίωνες προοπτικές, το μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου Μπρετ Κάβανο, που είναι ο προτελευταίος δικαστής που κατάφερε να διορίσει ο Πρόεδρος Τραμπ, αποφάνθηκε ότι είναι απαραίτητο πολλές περιπτώσεις να παραπέμπονται σ ’αυτό το επίπεδο για να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις και οι αμφισβητήσεις. Μόνον, που ο Πρόεδρος Τραμπ, με τον τρόπο που μεταχειρίστηκε τους διορισμούς στο Ανώτατο Δικαστήριο, έχει μειώσει το κύρος του στην κοινή γνώμη. Έτσι, οτιδήποτε πέραν ενός καθαρού αποτελέσματος μεταξύ των δύο υποψηφίων, κανείς δεν ξέρει τι συνέπειες μπορεί να έχει τη φορά αυτή όχι μόνον για το θεσμικό οικοδόμημα, αλλά και την κοινωνική ειρήνη και συνοχή, στη φάση που διέρχονται οι ΗΠΑ.

 

Μοιράσου το άρθρο: