Ο κορονοϊός εξαπλώθηκε μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου στην Ισπανία από 500 εισαγωγές που είχαν ραγδαία μετάδοση. Μόνο ένας από τους πολλούς γενετικούς τύπους του κορονοϊού ήταν αρκετός για να προκαλέσει το 60% των κρουσμάτων τον περασμένο Μάρτιο.

Αυτό προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Βιοιατρικής της Βαλένθιας και του CSIC (Κέντρο Επιστημών της Ισπανίας) και είχε ως αποτέλεσμα τη δημοσιοποίηση της “Γενετικής μελέτης του κορονοϊού στην Ισπανία”.

Συγκεκριμένα, η μελέτη εστιάζει σε τέσσερις διαφορετικές ημερομηνίες-κλειδιά, ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο, ως τους βασικούς πυρήνες εισαγωγής του κορονοϊού στην Ισπανία και εξάπλωσής του σε όλη την χώρα. Ειδικότερα:

-19 Φεβρουαρίου 2020. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Αταλάντας και Βαλένθιας στο Μιλάνο.
-18-24 Φεβρουαρίου 2020. Εβδομάδα Μόδας στο Μιλάνο.
-27 Φεβρουαρίου 2020. Η Έκθεση ARCO στη Μαδρίτη και
-23 Φεβρουαρίου 2020. Κηδεία στην πόλη Βιτόρια στη Χώρα των Βάσκων.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δείγματα του γενετικού τύπου του ιού από 30 νοσοκομεία της χώρας και προχώρησαν στην αναγνώρισή του. Όπως υποστηρίζουν, η γενετική ποικιλία αυτού του τύπου είναι μοναδική στην Ευρώπη και βρίσκεται πιο κοντά στους γενετικούς τύπους που κυκλοφόρησαν στην Ασία προς τα τέλη του 2019 και οδήγησαν στην ραγδαία εξάπλωσή του στα τέλη Φεβρουαρίου, όπως ανακοίνωσαν. Ως αποτέλεσμα, λοιπόν, η Ισπανία είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη με τα περισσότερα συγκεντρωμένα δείγματα αυτού του συγκεκριμένου γενετικού τύπου.

Η επιστημονική ανάλυση αναγνωρίζει 519 εισαγωγές στη χώρα από τις 2.170 στην αρχή της πανδημίας. Ο δε ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Αταλάντας και Βαλένθιας αποτέλεσε την ωρολογιακή βόμβα για τους Ισπανούς φιλάθλους που συνόδεψαν την ομάδα τους στο Μιλάνο.

Οι επιστήμονες τονίζουν την αποτελεσματικότητα της πρώτης καραντίνας στην οποία μπήκε η Ισπανία από τις 14 Μαρτίου και διήρκεσε τρεις μήνες, καθώς βοήθησε στην εξάλειψη αυτού του γενετικού τύπου. Επισημαίνουν, δε, ότι στο δεύτερο κύμα της πανδημίας οι γενετικοί τύποι που εμφανίζονται είναι διαφορετικοί από αυτόν του πρώτου κύματος, που δεν εντοπίζεται πλέον στα κρούσματα.

Τέλος, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο περιορισμός της κινητικότητας των πολιτών βοηθά σημαντικά στην μη εξάπλωση των νέων γενετικών τύπων του κορονοϊού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα νέα επιπλέον μέτρα ανίχνευσής τους.

 

Μοιράσου το άρθρο: