Ηθελα να περάσουν λίγες ημέρες. Να «καθίσει η σκόνη» από την ανακοίνωση του ανοίγματος της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου. Από την επέκταση μέρους του παραλιακού μετώπου. Από τον πόνο στα μάτια των Αμμοχωστιανών που συνάντησα. Από την αμείλικτη επέλαση της φύσης. Ήμουν εκεί. Για την ΕΡΤ.

Ο λόγος που γράφω μερικές απλές σκέψεις μετά από ένα ρεπορτάζ που έμελλε να μείνει χαραγμένο στην μνήμη μου για πάντα είναι για να μεταφέρω, όσο αυτό μπορεί να αποτυπωθεί βεβαίως πίσω από ένα πληκτρολόγιο, το τί σημαίνει να επιδεικνύεις διαβατήριο για να πάς στο σπίτι σου. Τί σημαίνει να περνάς από έλεγχο αστυνομικών για να δεις την παραλία που μικρός έκανες μπάνιο και περνούσες τα καλοκαίρια σου. Τί σημαίνει να βλέπεις την άλλοτε ωραιότερη πόλη της Κύπρου, ρημαγμένη. Παγωμένη στο χρόνο.

AP

Ξεκίνησα το πρωί της 9ης Οκτωβρίου 2020 με την κάμερα της ΕΡΤ για την Αμμόχωστο.

Δύσκολο ρεπορτάζ. Απαιτείται αρνητικό τεστ κορονοϊού και σειρά άλλων αναγνωρισμένων και νόμιμων εγγράφων, με τα οποία οφείλεις να αποδείξεις πολλά και διαφορετικά πράγματα. Κατάφερα να τα εξασφαλίσω όλα. Να συνεννοηθώ στα τουρκικά. Να περάσω το οδόφραγμα. Οταν πέρασα το οδόφραγμα νόμιζα ότι όλα τελείωσαν. Οτι ήταν εύκολα τα πράγματα. Ημουν πολύ λάθος. Μόλις ξεκινούσαν.

Προχωρώ με το αυτοκίνητο σε μια περιοχή γεμάτη ραντάρ που ελέγχουν την ταχύτητα κυκλοφορίας. Γνωρίζω ότι βρίσκομαι σε κατεχόμενη περιοχή. Με μια σκέψη. Πρέπει να φτάσω.

Καταφέρνω να βρω το σημείο. Μπροστά μου δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη ήταν η παραλία. Mε γυμνό μάτι βλέπω το ξενοδοχείο Σαλαμίνια. Ηταν το πρώτο ξενοδοχείο που βομβαρδίστηκε κατά την διάρκεια της τουρκικής εισβολής. H άκρη του έχει καταρρεύσει.

Ομως διακρίνονται ακόμη οι ιμάντες του ασανσέρ που έπεσε μονομιάς όταν χτυπήθηκε. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για αυτό το ξενοδοχείο.

Στην παραλία, εν μέσω δυσκολιών στις τηλεπικοινωνίες, καταφέρνουμε να βγάλουμε ζωντανή σύνδεση για το μεσημβρινό δελτίο. Λιγοστοί άνθρωποι κάνουν μπάνιο με φόντο τις τουρκοκυπριακές σημαίες και εκεί ακριβώς βλέπω το σημείο από το οποίο ξεκινά η επέκταση του παραλιακού μετώπου. Πού επεκτείνεται η παραλία. Ο ιδιοκτήτης του μοναδικού καφέ που βρίσκεται εκεί μου μιλά για τις συνέπειες της πανδημίας στον χώρο της εστίασης και ξεδιπλώνει όλο το σκεπτικό του για την υποτίμηση της τουρκικής λίρας όταν του ζητάω να πληρώσω ένα μπουκαλάκι νερό σε ευρώ.

Από την μία εκατοντάδες ερειπωμένα κτίρια.

AP

Είναι αυτά τα κτίρια που χτίστηκαν για να φιλοξενηθεί ο αυξανόμενος αριθμός τουριστών μεταξύ του 1970 και του 1974 στα Βαρώσια. (Σ.Σ. το όνομα Βαρώσια, έχει τις ρίζες του στην Τουρκική λέξη varoş που σημαίνει προάστιο).

Από την άλλη η θάλασσα της Αμμοχώστου. Αυτή που πρωταγωνιστεί σε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες φωτογραφίες που έχουν δει από το 1974 το φως της δημοσιότητας.

Ηθελα να μεινω να δώ. Να ρωτήσω, να μάθω. Ο χρόνος όμως ήταν πολύ λίγος.

Η περίκλειστη πόλη λειτουργεί με ωράριο και πλησίαζε η ώρα της λήξης λειτουργίας της.

Φτάνω στην δεύτερη κατεύθυνση και περνάω νέο έλεγχο. Μπαίνω στην περίκλειστη πόλη. Εκεί, από την πρώτη στιγμή καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι σε μια περιοχή όπου ο χρόνος έχει παγώσει. Σπίτια, καταστήματα, εταιρείες, κάθε λογής οικιακή και επαγγελματική δραστηριότητα παραδομένη στο πέρασμα 46 ετών. Σπασμένα τζάμια, σκουριασμένα σίδερα, σάπια ξύλα, μισογκρεμισμένα κτίρια. Προσωπικά αντικείμενα. Παπούτσια βουτηγμένα στη σκόνη, ρούχα σχεδόν λιωμένα. »Φαγωμένες» επιγραφές. Ηλεκτρικές συσκευές να διακρίνονται από μακριά. Πίσω από βαριά σιδερένια κάγκελα και τόνους από κλαδιά δέντρων που έχουν καταρρεύσει. Πίσω από λεωφόρους που άλλοτε έσφυζαν από ζωή. Και σήμερα είναι »νεκρές». Γεμάτες ξερόχορτα.

Λεωφόρος Κέννεντυ. Λεωφόρος Δημοκρατίας. Και τόσα μικρά δρομάκια γεμάτα κρυμμένα μυστικά που έμελλαν να μείνουν και να περιμένουν από το ’74.

Η κάμερά μου αδιάψευστος μάρτυρας. Οσων πολλές φορές τα λόγια είναι φτωχά να περιγράψουν. Καταγράφω ό,τι βλέπω το μεσημέρι, με στόχο το βράδυ να το δουν οι τηλεθεατές της ΕΡΤ. Εκείνοι – εσείς – να κρίνουν.

AP

Δεν πρόλαβα να σκεφτώ. Δεν διαχειρίστηκα τα συναισθήματά μου. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή . Θυμάμαι τον πρόσφυγα από την Αμμόχωστο που συνάντησα εκεί. Τον κο Κωνσταντίνο Ιωάννου. Και μου δήλωσε ότι παρά τις υπάρχουσες συνθήκες, κατάφερε έστω και έτσι να δει το σπίτι που μεγάλωσε. Την πόλη που όταν ήταν μικρός, του φαινόταν ατέλειωτη και τεράστια. Και τώρα τόσο μικρή. Ολοι νομίζαμε ότι σε 4,5 μέρες θα επιστρέψουμε, μου λέει. Ο,τι φεύγουμε και θα γυρίσουμε. Κι όταν του ζητάω ένα μήνυμα προς τον κόσμο, σφίχτηκε. «Ο Θεός είναι μεγάλος».

Δυσκολίες στο σήμα, στην επικοινωνία, έλεγχοι παντού. Τελικά;

Η εικόνα έφτασε στην Ελλάδα. Και από εκεί σε όλους εσάς. Μέχρι το επόμενο – μεγάλο ή μικρότερο – ρεπορτάζ.

Από την Κύπρο. Μανιάνα Καλογεράκη. Για την ΕΡΤ.

Μοιράσου το άρθρο: