AP Photo/Maya Alleruzzo

Mπορεί να γλίτωσαν από τα νύχια του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), αλλά πλέον σε πολλές περιπτώσεις παλεύουν μόνα με τους δαίμονες και τα τραύματά τους, σωματικά και ψυχικά. Ο λόγος για σχεδόν 2.000 παιδιά της μειονότητας Γεζίντι, για τα οποία εκφράζει την ανησυχία της η Διεθνής Αμνηστία.

Σύμφωνα με έκθεση της ΜΚΟ που δίνεται στη δημοσιότητα σήμερα, 1.992 παιδιά που ανήκουν στην κουρδόφωνη μειονότητα -η οποία υπέστη ανελέητο διωγμό από το ΙΚ, αφού οι τζιχαντιστές θεωρούσαν αιρετικούς τους Γεζίντι- επέστρεψαν στις οικογένειές τους, αφού «απήχθησαν, βασανίστηκαν, εξαναγκάστηκαν να πολεμήσουν, βιάστηκαν» κατά τη διάρκεια της κατοχής του βόρειου Ιράκ από τους τζιχαντιστές (2014-2017).

Ένα κορίτσι που πέρασε 5 χρόνια ως σκλάβα του ISIS. «Με χτυπούσαν και με πουλούσαν και μου έκαναν τα πάντα», λέει. Θύμα βιασμού από πολλούς διαφορετικούς «ιδιοκτήτες» της, διασώθηκε το 2019. (AP Photo/Maya Alleruzzo)

«Μολονότι ο εφιάλτης τους τέλειωσε, τα δεινά τους συνεχίζονται» και «η αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής τους υγείας τους πρέπει να γίνει προτεραιότητα προκειμένου να μπορέσουν να επανενταχθούν αληθινά στις οικογένειες και στην κοινότητά τους», τονίζει η Αμνηστία, η οποία πήρε για την έκθεσή της συνεντεύξεις από δεκάδες από τα νεαρά μέλη της μειονότητας.

Ορισμένα παιδιά είναι αναγκασμένα να μάθουν να ζουν με τους ακρωτηριασμούς που υπέστησαν. Άλλα, με τους εφιάλτες. Κι όλα τους καλούνται να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με τους δικούς τους και μια κοινότητα που οι τζιχαντιστές τα εξανάγκαζαν να μισούν.

Ο δεκάχρονος Dilbar Ali Ravu επανενώνεται με τη θεία του, μετά από πέντε χρόνια αιχμαλωσίας (AP Photo/Philip Issa)

Πολλά από τα παιδιά αυτά, που απήχθησαν σε πολύ μικρή ηλικία, δεν μιλούν πλέον κουρδικά, αλλά τα αραβικά που τα έμαθαν οι τζιχαντιστές. Κάποια άλλαξαν όνομα. Χειρότερα, άλλα εξαναγκάστηκαν να φέρουν όπλα — και να τα χρησιμοποιούν.

Η Αμνηστία εστιάζει σε ένα από τα παιδιά αυτά, τον Σαχίρ (ψευδώνυμο), που εντάχθηκε εξαναγκαστικά στις τάξεις του ΙΚ στα δεκαπέντε του, «επί ποινή θανάτου» εάν παράκουε οποιαδήποτε διαταγή. Μετά την επιστροφή του, είπε, «το μόνο που ήθελα ήταν κάποιος να έρθει να με πάρει αγκαλιά, να μου πει ‘είμαι εδώ για ’σένα’, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ».

Πολλά κορίτσια, που υπέστησαν βιασμούς και ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, πληρώνουν σήμερα βαρύ τίμημα.

Ένα νεογέννητο στην κούνια του στο ορφανοτροφείο al-Zuhour στο Ιράκ. Στο ορφανοτροφείο μεταφέρονται τα παιδιά που γεννήθηκαν από γυναίκες που βιάστηκαν όσο ήταν στην αιχμαλωσία του ISIS (AP Photo/Maya Alleruzzo, File)

«Δεν ήθελα να αποκτήσω παιδί με αυτόν τον άνδρα, δεν θέλω να τον ξαναδώ ποτέ, αλλά θέλω το παιδί μου», λέει η Τζανάν (ψευδώνυμο), 22 ετών. Οι θρησκευτικές αρχές της κοινότητας των Γεζίντι όμως απαγορεύουν την ένταξη στην κοινότητα οποιουδήποτε παιδιού δεν έχει πατέρα και μητέρα που να ανήκει στη μειονότητα. Τα παιδιά των τζιχαντιστών με νεαρές Γεζίντι στέλνονται σε ορφανοτροφεία.

Παιδιά στο ορφανοτροφείο Salhiya, ανεπιθύμητα στην κοινότητα των Γεζίντι, ως απόγονοι ανδρών του ISIS. (AP Photo/Maya Alleruzzo, File)

«Όλες μας έχουμε σκεφτεί να αυτοκτονήσουμε, ή αποπειραθήκαμε να το κάνουμε», αφηγείται η Χανάν, 24 ετών, που δεν βλέπει πια την κόρη της. «Ό,τι κι αν υποστήκαμε από το ΙΚ, υποφέρουμε ακόμη περισσότερο σήμερα».

H Layla Taloo μπροστά στον τάφο μιας γυναίκας Γεζίντι, που αυτοκτόνησε, αφού απελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία (AP Photo/Maya Alleruzzo)

Οι νέες γυναίκες αυτές «υπέστησαν σκλαβιά, βασανιστήρια, βιασμούς. Δεν θα έπρεπε να τιμωρούνται άλλο», στηλιτεύει ο Ματ Γουέλς της Διεθνούς Αμνηστίας.

Πρέπει επίσης πολλά παιδιά να μπορέσουν να επιστρέψουν στο σχολείο, τόπο απολύτως απαραίτητης κοινωνικοποίησης για την επανένταξή τους, τονίζει η ΜΚΟ, θυμίζοντας ότι δεκάδες χιλιάδες Γεζίντι εξακολουθούν να ζουν σε καταυλισμούς προσφύγων.

Παιδιά Γεζίντι σε καταυλισμό προσφύγων (AP Photo/Alice Martins)

Κάτι που θα αποτελέσει στοίχημα για τις οικογένειες, πολλές από τις οποίες καταστράφηκαν οικονομικά αφού χρειάστηκε να πληρώσουν εκατομμύρια ευρώ λύτρα για να πάρουν πίσω τα παιδιά τους, σημειώνει η Αμνηστία.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ, Amnesty International, AP

Μοιράσου το άρθρο: