Στο ρεύμα των Λέσβιων που έφυγαν πρόσφυγες στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναφέρθηκε εκ μέρους των Φίλων της Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας (ΦΙΜΠΟΔ) ο Γιώργος Γαλέτσας και έκανε ειδική αναφορά στην πονεμένη ιστορία του Πλωμαρίτη πρόσφυγα Παντελή Χαλδέζου.

Η ομιλία του έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», στη Μυτιλήνη την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Νέου Κτιρίου του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης.

Την εκδήλωση οργάνωσαν οι Φίλοι της Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας (ΦΙΜΠΟΔ) και η ΕΣΗΕΠΗΝ – Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου – Ηπείρου και Νήσων.

Γιώργος Γαλέτσας

Όπως τόνισε ο Γιώργος Γαλέτσας: «Ανάμεσα στις πολλές χιλιάδες των Αιγαιοπελαγιτών που άφησαν τα νησιά τους για να καταφύγουν στην Τουρκία και ακολούθως στη Μέση Ανατολή, ήταν και πολλοί Λέσβιοι. Η φονική πείνα, η ανάγκη επιβίωσης, οι ναζιστικές θηριωδίες, η ανάγκη να συνεχίσουν τον αντιφασιστικό αγώνα εντασσόμενοι στο αντιστασιακό κίνημα των ενόπλων δυνάμεων της Μ. Ανατολής, ήταν οι βασικοί λόγοι του αντίστροφου, σε σχέση με τη σημερινή περίοδο, προσφυγικού ρεύματος. Συνολικά 291 Λέσβιοι εκτελέστηκαν ή πέθαναν από κακουχίες κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Από το Μάη έως το Σεπτέμβρη του 1941, το βασικό κύμα διαφυγής από τη Λέσβο προς τα μικρασιατικά παράλια, αποτελούν Άγγλου, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, που χρησιμοποιούν το νησί σαν ενδιάμεση βάση. Ο χειμώνας του 1941-1942 ήταν ο χειμώνας της επέκτασης των νεκροταφείων, της πείνας, των σκελετωμένων παιδιών, των ηλικιωμένων που πεθαίνουν αβοήθητοι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες η νεολαία του νησιού δεν κρατιέται με τίποτα.

Ο ζόφος της πείνας κατά κύριο λόγο, αλλά και η διάθεση να πολεμήσουν τον κατακτητή, οδηγεί στη συγκρότηση ομάδων των 5-10 ατόμων που στοχεύουν στη διαφυγή προς τις μικρασιατικές ακτές και ακολούθως τη διεκπεραίωσή τους μέσα από αγγλικά στην αρχή και ελληνικά στη συνέχεια, δίκτυα προς τη Μ. Ανατολή. Έτσι φεύγουν με βάρκες που κλέβουν ή με βάρκες ψαράδων Μικρασιατών προσφύγων που ξέρουν καλά τις απέναντι ακτές και συνήθως δουλεύουν κάτω από την ομπρέλα των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών.

Οι γερμανικές διαταγές προβλέπουν ότι διακινητές ή πρόσφυγες που συλλαμβάνονται ή επιστρέφονται-απελαύνονται από τους Τούρκους (είχαμε και τέτοιες περιπτώσεις) θα έχουν βαριές ποινές σε ειρκτή από 2 έως 15 χρόνια και θα οδηγούνται στις φυλακές του Γεντί Κουλέ και στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη συνέχεια. Είχαμε μάλιστα και περίπτωση όπως αυτή του Μιχάλη του Καραφίδα τον οποίο επέστρεψαν από τον Τσεσμέ οι Εγγλέζοι. Πέθανε μετά από βασανιστήρια οκτώ μηνών, στο σπίτι του.

Έως την άνοιξη του 1942 υπολογίζεται ότι πάνω από 2.000 νεολαίοι έχουν διαφύγει, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί από το Μάη να ξεκινήσουν ένα τσουνάμι εκτελέσεων στην περιοχή Τσαμάκια. Μέσα σε 18 μέρες, εκτελούνται 13 συμπατριώτες μας, όλοι για διαφυγή. Συνολικά στην περίοδο της κατοχής θα χάσουν τη ζωή τους για διαφυγή 55 συμπατριώτες μας. Οι 31 θα εκτελεστούν στα Τσαμάκια, στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά και στα στρατόπεδα του εξωτερικού, σε κατεχόμενες χώρες, οι 6 θα πεθάνουν ως κατάδικοι από κακουχίες στο Γεντί Κουλέ και στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. 13 θα χάσουν τη ζωή τους στις προσπάθειες διαφυγής πολυβολισμένοι από γερμανικές καταδιώξεις. Πέντε θα πεθάνουν στα σπίτια τους ή στο νοσοκομείο της Μυτιλήνης από κακουχίες βασανιστηρίων από τη Γκεστάπο για απόπειρες διαφυγής στη Μέση Ανατολή. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και τους 27 Λέσβιους πρόσφυγες που σκοτώθηκαν ενταγμένοι σαν αξιωματικοί και στρατιώτες υπηρετώντας στις συμμαχικές δυνάμεις της Μ. Ανατολής.

Ο Γ. Γαλέτσας στα Τσαμάκια – τόπο εκτελέσεων, σε εκδήλωση τιμής & μνήμης

Εκατοντάδες άλλοι θα μείνουν στις φυλακές του Γεντί Κουλέ ή θα μεταφερθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή καταναγκαστικής εργασίας στην Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γερμανία, μεταξύ αυτών και ο μπάρμπα Γιάννης Καραγεωργίου που προχτές γιορτάσαμε τα 100 του χρόνια. Πιάστηκε στον Άγιο Φωκά στα Βατερά το 1942. Μεμονωμένες περιπτώσεις ήταν οι διαφυγές οικογενειών από τη Λέσβο και ήταν κυρίως καταζητούμενοι από τη Γκεστάπο για διαφυγές ή άλλες αντιστασιακές ενέργειες, που τους οδήγησαν στο να πάρουν τις οικογένειές τους και να περάσουν απέναντι».

Συνεχίζοντας ο Γιώργος Γαλέτσας, ανέφερε τα εξής:
«Η στρατολογική κατάσταση του Π. Χαλδέζου:
1915 κατατάχθηκε εθελοντής στο σώμα χωροφυλάκων (10 Νοεμβρίου) μακεδονικό μέτωπο
1921 απολύθηκε από τη Μεραρχία Καβάλας (23/2)
1921 μετατέθηκε στο 18ο Σύνταγμα Πεζικού (15/3) Μικρά Ασία
1923 (8/4) απολύθηκε από το στρατόπεδο Αγ. Γεωργίου ως δεκαννέας προερχόμενος από αιχμαλωσία
1940 ήταν 44 ετών και δεν τον φώναξαν στον πόλεμο
1943 (28/4) μετάταξη στην Αλεξάνδρεια ως ναύτης
1944 (3/4) απολύθηκε

Τον φωνάζαν Παντελό γεννήθηκε στο Πλωμάρι, ακόμα ένας ήρωας πεινασμένος και ξυπόλητος».

Η δράση του
Το 1941 αρχίζει να κουβαλάει Εγγλέζους και Έλληνες στην Τουρκία με τη βάρκα του (Πλωμάρι-Τσεσμές). Το Σεπτέμβρη του 1942 τον ειδοποιούν ότι τον ψάχνουν οι Γερμανοί, έτσι το Παντελό φορτώνει ένα βράδυ στη βάρκα τη σύζυγό του Ευαγγελία,την κόρη του Ρηνούλα, το γιό του Γιώργη και τον αβάπτιστο Μανώλη. Το Παντελό είχε αδερφό το Μανώλη χωροφύλακα – σωματοφύλακα του Πλαστήρα, που το 1933 είχε σώσει τον Πλαστήρα και τον είχε φυγαδεύσει με ένα καΐκι από τη Σάμο στην Τουρκία και στο κίνημα του 1935 ο Κονδύλης φρόντισε να εξαφανίσει τον Μανώλη τον αδελφό του Παντελού».

Τσεσμές

Τα εγγόνια του Παντελή Χαλδέζου (γεννηθείς το 1896), Βαγγελιώ Χαλδέζου και Γιάννης Τσαμπάνης, δημοσιοποίησαν ένα έγγραφο που βρήκαν και γράφει: «8/9/1942 ημερομηνία αφίξεως στην Τουρκία και 26/2/1943 είσοδος στο στρατόπεδο στο Χαλέπι.

Το 1942 επί Γερμανών, πέρασα με τη βάρκα μου στον Τσεσμέ, από εκεί μέσω Σμύρνης στη Συρία, από εκεί με στείλανε στην Αλεξάνδρεια, εκεί με φόρεσαν (κατατάχθηκα) και από εκεί με απόσπαση στη Βηρυτό και μετά με μετάθεση στο Σουέζ, όπου βρήκα το διοικητή του φυλακίου μου ανθυπολοχαγό Παναγιώτη Καπτανή. Μετά έγινε η διάλυση και πήγα στο στρατόπεδο Καπρούς. Από εκεί με στείλανε στην Αλεξάνδρεια και μετά ως οικογενειάρχη με έστειλαν στο στρατόπεδο των Πηγών του Μωυσέως στην οικογένειά μου».

Συνεχίζοντας την ιστορία του Χαλδέζου, ο Γ. Γαλέτσας, αναφέρει: «Με την οικογένεια, μερικές κουβέρτες, ένα μαγκάλι, ένα εικόνισμα, με κουπιά και με πανιά, φτάνει στον Τσεσμέ, βρίσκει αγγλόφιλους Τούρκους που τους περιποιήθηκαν καλά. Από εκεί και πέρα αρχίζει η περιπέτεια, ξένα σπίτια, ξένα ρούχα, σήμερα τρως, αύριο δεν τρως, έξι μήνες περιπλάνηση στην Τουρκία.

Σε ηλικία 47 ετών στρατεύεται ως ναύτης στο βασιλικό ναυτικό, συμμετέχει στην αντιφασιστική εξέγερση και τον στέλνουν αιχμάλωτο σε μία έρημο στο Σουδάν (εν τω μεταξύ έχει πεθάνει από αφυδάτωση το αβάπτιστο ο Μανώλης, δεν είχαν ζάχαρη και φάρμακο να του δώσουν και του έδιναν ζαχαρίνες). Ο άλλος γιος, ο Γιώργος πάει σχολείο σε αντίσκηνο στο Χαλέπι με δασκάλα μία Σαμιώτισσα πρόσφυγα, πρώην αρραβωνιάρα του Μανώλη του χωροφύλακα που χάθηκε στο κίνημα του 35.

Η οικογένεια σμίγει ξανά το 1944 στην Αλεξάνδρεια και παίρνει το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα το 1945. Ο Χαλδέζος έχει κάνει άλλες δύο κόρες.
Μία φορά ο μικρός του γιός χάθηκε στο Πλωμάρι και όταν τον ρώτησαν που έμενε, απάντησε ΜΠΛΟΚ Α σκηνή 13.
Ψάρεμα, βιοπάλη, το 1963 τον πλησίασαν κάποιοι έφεδροι πολεμιστές που ήταν με το βασιλιά, να τους πάρουν ένα κατοστάρικο για να του δώσουν παράσημο και τους έδιωξε η γυναίκα του η Ευαγγελία.

Το 1984 η κυβέρνηση του έδωσε παράσημο Εθνικής Αντίστασης και έγιναν ενέργειες από το Σηφουνάκη να του βγει μία σύνταξη γιατί μέχρι τότε δεν έπαιρνε τίποτα.
Το 2015 όταν ο Γιώργος Χαλδέζος, γιος του Παντελή, είδε να βγαίνουν στο Πλωμάρι πρόσφυγες από τη Συρία και κάποιοι να τους βρίζουν, τους βρεγμένους, ξυπόλητους και πεινασμένους, παράτησε την πρέφα στο καφενείο και με θολό το μάτι τους είπε λόγια βαριά».

Μοιράσου το άρθρο: