«Αυτές τις στιγμές χρειάζεται ένα αρραγές εθνικό μέτωπο και θα ήθελα να πιστεύω ότι το πιστεύουμε και όλοι. Υπ’ αυτή την έννοια μου κάνει πραγματικά εντύπωση το άρθρο του κ. Σημίτη, γιατί δεν περίμενα αυτή τη στιγμή να ανοίξει τέτοιο θέμα σε μια στιγμή που όλοι αισθανόμαστε την ανάγκη του αρραγούς εθνικού μετώπου και της εθνικής ομοψυχίας». Ο κ. Γιάννης Βαληνάκης πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα και την Ευαγγελία Μπαλτατζή, επεσήμανε επίσης ότι « είναι και μία συγκυρία που συζητούνται και θέματα προέδρου Δημοκρατίας και πραγματικά πιστεύω ότι η στιγμή δεν προσφερόταν για κάτι τέτοιο.»

Ο κ. Βαληνάκης τόνισε ακόμη ότι «σήμερα όλοι έχουμε συνείδηση ότι έχουμε μπει σε μία πολύ δύσκολη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, υπάρχει ένταση από την πλευρά της Τουρκίας, υπάρχουν απαιτήσεις, ένας αναθεωρητισμός από την μεριά της και όλα αυτά έχουν δημιουργήσει ανησυχία, αν και πιστεύω ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά»

«Ως προς την ουσία των θεμάτων αυτών», είπε ο κ. Βαληνάκης: «είναι ανάγκη να προβληματιστούμε και να καταθέτουμε απόψεις, με τέτοιο τρόπο όμως, ιδίως τα δημόσια πρόσωπα, που να μη δίνουμε επιχειρήματα στην άλλη πλευρά. Εάν πράγματι πιστεύουμε σε αυτές τις αρχές δεν είναι η στιγμή να στέλνουμε βέλη ο ένας εναντίον τους άλλου.»

Ο πρώην υφυπουργός εξήγησε ότι «το Ελσίνκι το 1999 ήρθε μετά την κρίση των Ιμίων, όπου είχαμε υποστεί μία εθνική ήττα γιατί εγκαθιδρύθηκε από την πλευρά της Τουρκίας τουλάχιστον, η θεωρία των γκρίζων ζωνών. Το δυσάρεστο είναι ότι μέχρι τότε δεν υπήρξαν αντιδράσεις από την Ευρώπη, ή τις ΗΠΑ που θα μπορούσαν να πείσουν τη διεθνή κοινότητα ότι πρόκειται για μία θεωρία εξωφρενική, των γκρίζων ζωνών, δεν υπήρξαν σαφείς καταδίκες, όταν μάλιστα θα έπρεπε να το κάνουν οι Ευρωπαίοι, γιατί ήξεραν πολύ καλά σε ποιους ανήκαν τα ‘Ιμια. Έτσι φτάσαμε στο ’99 σε κλίμα αποτυχίας διαφόρων διπλωματικών δραστηριοτήτων, θυμίζω δε την δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου που είχε πει ότι «κάναμε αυτή την χειρονομία στο Ελσίνκι για να επιδείξουμε την καλή μας πρόθεση και δεν περιμέναμε την οποιαδήποτε ανταπόδοση», δηλαδή ότι ήταν μια μονομερής ενέργεια της Ελλάδας που δεν αποσκοπούσε σε κάποια ανταλλάγματα».

Ο κ. Βαληνάκης, πρόσθεσε ότι, «στην πραγματικότητα η συμφωνία που είχε συνάψει η κυβέρνηση Σημίτη με τους Ευρωπαίους, ήταν ότι θα έμπαινε όχι η Κυπριακή Δημοκρατία που γνωρίζαμε και γνωρίζουμε, αλλά η Κύπρος του σχεδίου Ανάν. Το ίδιο έγινε και με τη διαφορά μας με την Τουρκία στα θέματα του Αιγαίου, όπου η αναφορά στο Ελσίνκι μιλούσε για συνοριακές και άλλες σχετικές διαφορές, έβαζε ένα πληθυντικό θεμάτων τον οποίο ποτέ μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει ποτέ αποδειχθεί. Δηλαδή ότι θα δεχόμασταν να πάμε στο ΔΔΧ για οποιοδήποτε θέμα. Και όλα αυτά τα δέχεται η Ελλάδα, όταν είναι ισχυρή με τους συμμάχους της και υποτίθεται ότι εντός ευρωπαϊκού επιπέδου μπορεί να επιτύχει τις πιο δυνατές διατυπώσεις που μπορούν να υπάρξουν, όπως προχθές στο Συμβούλιο Κορυφής που πετύχαμε την καταδίκη της Τουρκίας.

Τότε στο Ελσίνκι εμείς λέγαμε ότι πήραμε πολύ λίγα, ένα από τα οποία ήταν, και εμείς το θεωρούσαμε λάθος,  το θέμα της προσφυγής στο ΔΔΧ. Θυμίζω ότι η προσφυγή στο ΔΔΧ ήταν εθνική άποψή από τη δεκαετία του ’70. Όμως όπως το είχε διατυπώσει ο κ. Σημίτης ήταν μια υποχρεωτική προσφυγή που εμείς δεν θέλαμε, γιατί η προσφυγή στο ΔΔΧ είχε σημασία στη δεκαετία του ’70 , όμως με τη θεωρία των γκρίζων ζωνών που οι Τούρκοι έφεραν στο Αιγαίο μετά τα Ίμια άλλαξαν ορισμένα δεδομένα».

Ο κ. Βαληνάκης επεσήμανε ότι «σήμερα για να έχουμε μία ολοκληρωμένη στρατηγική χρειάζεται να δούμε πάρα πολλές πλευρές και όχι μόνον μία οπτική. Μπορεί το ΔΔΧ σε κάποιο συγκεκριμένο τεχνικό μέρος να αποτελεί βοήθεια και συμπλήρωμα στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Η εκάστοτε κυβέρνηση, εν προκειμένω η κυβέρνηση Μητσοτάκη , θα αποφασίσει εάν θα αλλάξει τα στρατηγική και εάν ναι, σε ποιο βαθμό θα κάνει ένα νέο μείγμα νομικών και πολιτικών διαδικασιών, γιατί και για την προσφυγή στο ΔΔΧ απαιτείται ένα συνυποσχετικό που απαιτεί διάλογο. Αυτό μπορεί να είναι κάτι πολύ γενικό ή μπορεί να είναι πολύ συγκεκριμένο, που οι δύο πλευρές συνομολογούν ότι έχουν επιλύσει μεταξύ τους σε ένα ποσοστό των θεμάτων και ζητούν την επίλυση του υπολοίπου. Αυτό το κείμενο πρέπει να συμφωνηθεί και από τις δύο πλευρές για να υπάρξει μία λύση από πλευρά Διεθνούς Δικαστηρίου.

Ο κ. Βαληνάκης επεσήμανε ότι «ο Ερντογάν έχει την ψευδαίσθηση ότι η χώρα του είναι μία από τις ισχυρότερες στον κόσμο και επειδή πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος για να κερδίσει κάτι είναι να ασκεί πίεση μέσω απειλών, δεδομένου ότι δεν τον ευνοεί και το διεθνές δίκαιο, ασκεί πίεση για να να μας αναγκάσει σε μονομερείς υποχωρήσεις».

Πηγ’η: Πρώτο Πρόγραμμα

Μοιράσου το άρθρο: