EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

«Είναι σίγουρα η μεγαλύτερη ευκαιρία μεταπολιτευτικά για να κάνουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του μοντέλου της ελληνικής οικονομίας» τόνισε ο Γιώργος Γεραπετρίτης, υπουργός Επικρατείας, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα και την Ευαγγελία Μπαλτατζή. Σημείωσε ότι εκείνο που είναι κρίσιμο είναι «να μην έχουμε λογική εφήμερης χρηματοδότησης, να μην αναλωθούν πόροι σε κατανομές που θα έχουν περιορισμένο αποτέλεσμα, αλλά να βλέπουμε μακροσκοπικά, να έχουν δηλαδή ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για την κοινωνία, την αγορά και κυρίως να δημιουργήσουν συνθήκες βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, να μείνει ένα καταπίστευμα και για τις επόμενες γενιές».

Ο υπουργός Επικρατείας τόνισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα πολύ πιο προωθημένο στάδιο επεξεργασίας των δικών της προτάσεων σε ό,τι αφορά το ταμείο ανάκαμψης. Καμία ευρωπαϊκή χώρα, είπε, δεν έχει δημιουργήσει τέτοιου τύπου προϋποθέσεις, έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι τον Οκτώβριο, όταν θα χρειασθεί, να καταθέσουμε συγκροτημένο σχέδιο για τη λήψη των πόρων.

Σχετικά με την αποστροφή του πρωθυπουργού ότι θα υπάρχει ένα εθνικό σχέδιο με συναίνεση, ο κ. Γεραπετρίτης ανέφερε ότι «θα έχουμε διάθεση διαβούλευσης για τα προγράμματα που θα κατατεθούν και για τα οποία θα υπάρξει πολύ μεγάλη διαφάνεια. Θα υπάρξει εκτεταμένος κύκλος διαβούλευσης όχι μόνον με τις πολιτικές δυνάμεις αλλά και τους κοινωνικούς εταίρους για να υπάρξει κοινωνική και πολιτική σύγκλιση για τα χρήματα αυτά. Τα χρήματα αυτά δεν περιέρχονται σε καμία κυβέρνηση και κανένα κόμμα, αλλά στη χώρα. Δεν είμαστε ιδιοκτήτες των χρημάτων αυτών, έχουμε καθήκον εμπιστοσύνης και χρηστής διαχείρισης των πόρων αυτών και θα υπάρξει πολύ υψηλή διαφάνεια στον τρόπο που θα καταρτισθεί το πρόγραμμα. Αυτό σημαίνει ότι αφενός θα υπάρχει διαβούλευση και βεβαίως όταν ολοκληρωθεί θα τεθεί υπόψιν και της Βουλής. Όλα θα στηρίζονται σε αρχές και κριτήρια δεν θα έχουνε χαρακτήρα εξατομικευμένων παροχών, θα δημιουργηθούν νέοι μηχανισμοί που θα διασφαλίζουν τους αδειοδοτικούς μηχανισμούς αλλά και πολύ μεγαλύτερη λογοδοσία. Είναι μοναδική ευκαιρία να μετακινηθούν πόροι και να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας».

Ο κ. Γεραπετρίτης πρόσθεσε ότι και οι προτάσεις της επιτροπής Πισσαρίδη εκεί κατατείνουν στη διαφοροποίηση. «Θα προσπαθήσουμε να δρομολογήσουμε προγράμματα και δράσεις που δεν θα είναι η συντήρηση και ενίσχυση του υφιστάμενου παραγωγικού μοντέλου της χώρας, αλλά ο ριζικός μετασχηματισμός του».

Αναφορικά με το ενδεχόμενο ενός νέου μνημονίου, ο υπουργός Επικρατείας τόνισε ότι τα 19 δισ. ευρώ θα είναι επιδοτήσεις που δεν συνδέονται και δεν επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος, τα 12,5 δισ. θα είναι δανεισμός που συνδέεται με το χρέος και γι’ αυτό το κάθε κράτος μέλος θα μπορεί να αντλήσει εάν θέλει.

«Είναι πολύ σημαντικό που υφίστανται αυτοί οι πόροι, αυτή η δεξαμενή άντλησης. Δεν υπάρχει σύνδεση με νέο μνημόνιο αλλά μέσω ενός ελεγκτικού μηχανισμού στο πλαίσιο της Κομισιόν και της δημοσιονομικής αρχής της Ε.Ε. και με βασικές μεταρρυθμίσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε χώρας. Το κάθε κράτος – μέλος θα έχει την διακριτική ευχέρεια να επιλέγει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία ή όχι. Η έγκριση αυτών των προγραμμάτων δεν θα απαιτεί ομοφωνία ούτε μνημόνιο – αιρεσιμότητα παρά μόνο έναν αυστηρό έλεγχο».

Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι ήδη με τα 19 δισ. ευρώ «έχουμε ένα πολύ μεγάλο, καινούργιο ΕΣΠΑ που θα μπορεί να διοχετευθεί εκεί που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Πρόκειται για μεγάλη τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα που πρέπει να αξιοποιηθεί με το βλέμμα μπροστά και στις επόμενες γενιές παρά στη λογική της εφήμερης ανάλωσης».

Πρόσθεσε ότι «είναι επίσης σπουδαίο το γεγονός ότι διασφαλίσαμε πως στο ταμείο ανάκαμψης να εμπίπτουν και προγράμματα αναδρομικά από τις αρχές του 2020 άρα μπορούμε να λειτουργήσουμε εμπροσθοβαρώς και προγράμματα που ήδη έχουν ξεκινήσει να ενταχθούν στο ταμείο ανάκαμψης. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά προγράμματα που έχουν καταρτιστεί».

Ανέφερε ότι υπάρχουν τρεις μεγάλες κατηγορίες, ενότητες προϋποθέσεων – κριτηρίων:
1. Οι ειδικές ανάγκες κάθε κράτους – μέλους
2. Η αναπτυξιακή δυναμική της κάθε χώρας
3. Η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση

Μοιράσου το άρθρο: