Την ανάγκη μαζικής προσέλευσης στις κάλπες επανέλαβε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Κρήτη TV. Ο πρόεδρος της ΝΔ επέμεινε στη μείωση της φορολογίας και των εισφορών, ενώ έκανε εκτενή αναφορά στην τηλεμαχία των αρχηγών και εξήγησε γιατί δεν είναι απαραίτητο ένα debate με τον πρωθυπουργό. Να παρακολουθήσουμε ένα απόσπασμα.

«Δεν είμαστε μια Προεδρική Δημοκρατία στην οποία δύο υποψήφιοι διαγκωνίζονται για το ποιος θα γίνει Πρόεδρος. Είμαστε μια Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και ο σεβασμός στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες προϋποθέτει ένα ντιμπέιτ με όλους τους κοινοβουλευτικούς αρχηγούς. Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια να οργανωθεί αυτό το ντιμπέιτ. Καταλαβαίνω ότι υπήρχαν κάποιες δυσκολίες που έχουν όντως να κάνουν με εξωγενείς παράγοντες, έχουμε δώσει ημερομηνίες που είμαστε διαθέσιμοι. Προσβλέπω σε αυτό το ντιμπέιτ και πιστεύω ότι τελικά θα γίνει… Έχω κάνει με τον κ. Τσίπρα 42 κοινοβουλευτικές αναμετρήσεις. Ο κόσμος γνωρίζει και εμένα, γνωρίζει και τον κ. Τσίπρα. Η διαφορά μας είναι ότι ο κ. Τσίπρας έχει δοκιμαστεί 4 χρόνια και πρέπει να απολογηθεί για την πολιτική του, για την κατάσταση στην οποία είναι η χώρα. Εγώ πρέπει να εξηγήσω και να πείσω τους πολίτες γιατί το σχέδιό μας είναι το σωστό σχέδιο για την Ελλάδα της επόμενης μέρας. Και βέβαια να τους πείσω ότι διαθέτω τις δυνάμεις και τα στελέχη, αλλά και την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία αυτό το σχέδιο να το εφαρμόσω. Καλό είναι να γίνει και το ντιμπέιτ. Χρήσιμο είναι, αλλά δεν είναι καθοριστικό» είπε ο κ. Μητσοτάκης.

Είπε πως «την πόλωση, την όξυνση και τις προσωπικές επιθέσεις δεν τις επέλεξα ποτέ. Ο αντίπαλός μου τις επέλεξε συστηματικά εδώ και 3,5 χρόνια, από τότε που εκλέχθηκα πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Και βέβαια και αυτή η αντιμετώπιση στο πρόσωπό μου, νομίζω με μια αλαζονεία και με μια συχνά υπεροψία, εμένα προσωπικά δεν με επηρεάζει, αλλά σίγουρα δεν βγήκε σε καλό στον κ. Τσίπρα, διότι το αποτέλεσμα των εκλογών άλλα πράγματα έδειξε».

Ξεκαθάρισε ότι έχει κόκκινες γραμμές για θέματα ενδεχόμενων κυβερνητικών συνεργασιών λέγοντας: «Υπάρχουν κόκκινες γραμμές. Και ιδεολογικές κόκκινες γραμμές και πολιτικές κόκκινες γραμμές. Και γι’ αυτό και διεκδικώ την αυτοδυναμία. Γιατί μόνο μία ισχυρή εντολή μπορεί να επιτρέψει στη χώρα με αυτοπεποίθηση να φύγει μπροστά την επόμενη ημέρα. Δείτε τι γίνεται και στις αγορές, είμαι ο τελευταίος που θα τις «θεοποιήσει», εντός εισαγωγικών, γιατί ξέρω ότι είναι πολύ ευμετάβλητες. Όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι αγορές αποδέχονται την προοπτική ισχυρής εκλογικής επικράτησης της Νέας Δημοκρατίας με ικανοποίηση. Εμένα δεν με ενδιαφέρει η ικανοποίηση των αγορών. Με ενδιαφέρει το γεγονός ότι αυτό αντανακλάται στο μειωμένο κόστος δανεισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας, σε πιο φθηνά δανεικά την επόμενη ημέρα για τον Έλληνα πολίτη και σε πιο φθηνά δανεικά για τις ελληνικές επιχειρήσεις. ‘Αρα αυτό το ζήτημα του πώς βλέπουν και οι αγορές την εκλογική μας, πιθανή κατ’ αυτούς, εκλογική επικράτηση και την ισχυρή νίκη την οποία μπορούμε να πετύχουμε, είναι κάτι το οποίο το καταγράφω. Αλλά από εκεί και πέρα, βεβαίως και υπάρχουν κόκκινες γραμμές και υπάρχουν και κόμματα με τα οποία αποκλείεται ποτέ να συνεργαστούμε».

Δεν θα υπάρξει επιθετική κίνηση της Τουρκίας

Σε ό,τι αφορά την προκλητικότητα της Τουρκίας, είπε πως «στη διπλωματία υπάρχουν πολλά όπλα στο τραπέζι. Οι κυρώσεις είναι ήδη ένα σημαντικό όπλο το οποίο έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη φαρέτρα της. Η τουρκική οικονομία είναι σε εύθραυστο στάδιο αυτή τη στιγμή. Δεν αντέχει πολλές αναταράξεις και από ένα σημείο και πέρα θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο προς όλους ότι η δράση της Τουρκίας θα προκαλέσει αντίδραση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πολλές φορές δεν χρειάζονται πολλά λόγια, ούτε εκτιμήσεις, ούτε υπερβολική ανησυχία, ούτε να φοβάται ο κόσμος αδικαιολόγητα. Η εξωτερική πολιτική θέλει συνέπεια και, όπου χρειάζεται, αυστηρότητα και αποφασιστικότητα. Και προσωπικά, αυτός θα είναι και ο δικός μου αγώνας την επόμενη μέρα στην Ευρώπη. Αλλά θα είναι και μία προσπάθεια να συζητήσω με ειλικρίνεια με την Τουρκία και με τον κ. Ερντογάν βάσει, όμως, του Διεθνούς Δικαίου και των άγραφων κανόνων καλής γειτονίας οι οποίοι σίγουρα παραβιάζονται με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Πιστεύω, όμως, ότι πάντα μία αλλαγή κυβέρνησης, εφόσον μας εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός, είναι μία ευκαιρία για μία ειλικρινή επανεκκίνηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό προϋποθέτει όμως, αυτή τη στιγμή, πρώτα από όλα, κινήσεις καλής θέλησης από πλευράς της Τουρκίας, διότι η κλιμάκωση αυτή είναι προϊόν μίας τουρκικής επιθετικότητας η οποία δεν μπορεί να συνεχίζεται άλλο χωρίς να προκαλεί αντιδράσεις». Σημείωσε πως είναι δυνατόν να επιβληθούν κυρώσεις και να υπάρχουν συζητήσεις με την Τουρκία, ενώ ερωτηθείς για τα σενάρια να κάνει η Τουρκία κάποια κίνηση την ώρα που θα αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας είπε: «Δεν πιστεύω ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Και σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πρόκληση αμφισβητεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Και αυτή είναι μία απάντηση -θέλω να είμαι απολύτως σαφής- την οποία πρέπει να δώσει όποιος είναι Έλληνας πρωθυπουργός. Και σίγουρα αυτή είναι και η απάντηση που σας δίνω σε περίπτωση που υπάρξει. Δεν εκτιμώ ότι θα γίνει κάτι τέτοιο και δεν θέλω να υπάρχει και αυτή η αίσθηση της πρόσθετης ανησυχίας, αλλά δουλειά μας είναι πάντα να είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο σενάριο. Και θα είμαστε».

Πηγή ΕΡΤ, ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: