Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια από σήμερα», δηλώνει  ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στη Handelsblatt, που δημοσιεύεται στο αυριανό φύλλο της εφημερίδας. Αναφερόμενος στο προσφυγικό/μεταναστευτικό σημειώνει ότι θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η Τουρκία επιχειρεί να το χρησιμοποιήσει ως μοχλό άσκησης πίεσης προς την ΕΕ με σκοπό να την οδηγήσει σε παραχωρήσεις.

«Ανέφερα πολύ ανοιχτά στον πρόεδρο Ερντογάν, ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται τους μετανάστες και τους πρόσφυγες αν θέλει να έχει σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα», προσθέτει.

«Τον τελευταίο καιρό, όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με την τουρκική ακτοφυλακή και επισημαίνουμε ότι έφυγε μια βάρκα με μετανάστες από τις τουρκικές ακτές, δεν υπάρχει καμία αντίδραση από πλευράς τους. Αυτό είναι απαράδεκτο γιατί παραβιάζει τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό», αναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απευθυνόμενος στους Ευρωπαίους εταίρους επισημαίνει: «Δεν μπορεί μια χώρα της ΕΕ να διεκδικεί τα πλεονεκτήματα της ζώνης του Σένγκεν και να αρνείται ταυτόχρονα να μοιραστεί τα βάρη, όπως κάνουν ορισμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις χώρες άφιξης όπως η Ελλάδα ως βολικούς χώρους ‘στάθμευσης’ για πρόσφυγες και μετανάστες. Είναι αυτό ευρωπαϊκή αλληλεγγύη; Όχι. Δεν θα το δεχτώ άλλο».

Ο πρωθυπουργός αναφέρεται στις ενέργειες της κυβέρνησης. «Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει, είτε στην Τουρκία, είτε στη χώρα προέλευσής του. Γι’ αυτό θα δημιουργήσουμε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Εκτός αυτών, θα ενισχύσουμε την ακτοφυλακή μας για να μπορεί να επιτηρεί καλύτερα τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».

Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα των 4.000 ασυνόδευτων ανηλίκων που βρίσκονται στην Ελλάδα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν φροντίσουμε αυτά τα παιδιά στα κατάλληλα ιδρύματα; Θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Θα έβλαπτε τόσο πολύ την Ουγγαρία ή την Πολωνία αν υποδέχονταν εκατό από αυτά τα παιδιά;» αναρωτιέται.

Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει», απαντά ότι «θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» και ότι «η ΕΕ θα πρέπει να προωθήσει τις προτάσεις του υπουργoύ Εσωτερικών της Γερμανίας Χορστ Ζέεχοφερ για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου, του Κανονισμού του Δουβλίνου».

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι θα τηρηθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, «τον οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση με τους δανειστές», προσθέτοντας ότι η νέα κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της μείωσης του στόχου για το 2021 και το 2022. «Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και αυτό γιατί μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι αναμενόταν», σημειώνει.

Ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «κλίμα αισιοδοξίας που αντανακλάται στην εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές» και αναφέρει τη μείωση της απόδοσης των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο 1,4% από 3,8% που ήταν πριν από οκτώ μήνες.

«Έχουμε αφήσει πίσω μας την κρίση. Η Ελλάδα δεν ζητά πλέον, αλλά είναι μια χώρα η οποία συμμετέχει επί ίσοις όροις στις συζητήσεις για τα μεγάλα ευρωπαϊκά και παγκόσμια ζητήματα», είπε.

Πηγή ΕΡΤ, ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: