Πρόεδρος της Βουλής αναδείχτηκε με 283 ψήφους σε σύνολο 298 ψηφισάντων, ο βουλευτής Ιωαννίνων της ΝΔ, Κωνσταντίνος Τασούλας. Την εκλογή του κ. Τασούλα στήριξαν οι ΚΟ της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΙΝΑΛΛ, της Ελληνικής Λύσης και του ΜεΡΑ25. Παρών δήλωσε η ΚΟ του ΚΚΕ. Η ψηφοφορία ήταν ονομαστική και η διακομματική στήριξη της εκλογής του νέου προέδρου της Βουλής, οδήγησε στο αποτέλεσμα των 283 ψήφων, ένα αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται ρεκόρ στα κοινοβουλευτικά χρονικά, δεδομένου ότι ξεπέρασε το αποτέλεσμα εκλογής της Ζωής Κωνσταντοπούλου που είχε λάβει 235 ψήφους. Ο Νίκος Βούτσης είχε αναδειχθεί πρόεδρος της Βουλής με 181 ψήφους. Για την εκλογή του προέδρου της Βουλής προηγήθηκε φανερή ψηφοφορία, σύμφωνα με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον Κανονισμό της Βουλής, και όχι μυστική ψηφοφορία όπως έγινε στο παρελθόν. Το μεσημέρι θα γίνουν αντίστοιχες ψηφοφορίες για την εκλογή των υπολοίπων μελών του προεδρείου. Αργά το μεσημέρι εξελέγησαν οι νέοι αντιπρόεδροι.

Το έργο της αναβάθμισης της συμβολικής αξίας του Κοινοβουλίου στα μάτια του ελληνικού λαού, προτάσσει ο πρόεδρος της Βουλής, Κώστας Τασούλας ο οποίος εκφράζει την πεποίθηση ότι πρόκειται μεν για ένα κολοσσιαίο έργο όχι όμως και για έργο σισύφειο, ώστε να αποτύχουν σε αυτό οι πολιτικές δυνάμεις.

Κατά την τελετή παράδοσης – παραλαβής από τον Νίκο Βούτση στον Κώστα Τασούλα στο γραφείο του προέδρου της Βουλής, ο νέος πρόεδρος του Κοινοβουλίου, τόνισε ότι το συμβολικό σκέλος της Βουλής, αυτό δηλαδή που την ταυτίζει με το πολιτικό σύστημα, είναι που οφείλουμε να βελτιώσουμε όλοι. «Γι’ αυτό έριξα βάρος στην ομιλία μου μετά την εκλογή μου στο συμβολικό σκέλος της Βουλής», διευκρίνισε ο κ. Τασούλας και εξήγησε: «Να καταλάβει ο ελληνικός λαός με την συμπεριφορά μας ότι το εθνικό κοινοβούλιο, το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα, μπορεί να τον εκφράσει, μπορεί με βελτιώσεις και αυτοκριτική να τον κάνει να νιώθει περήφανος γι’ αυτό».

«Είναι δύσκολο έργο, κολοσσιαίο, αλλά δεν είναι έργο σισύφειο, που να αποτύχουμε. Κι αξίζει τον κόπο η εξακομματική Βουλή σε συνεργασία να επιχειρήσουμε αυτό το συμβολικό έργο. Την αναβάθμιση της συμβολικής αξίας του Κοινοβουλίου στα μάτια του ελληνικού λαού, γιατί αυτή η συμβολική αξία του Κοινοβουλίου υπέστη τρομερά πλήγματα ιδίως τα τελευταία δέκα χρόνια», είπε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Τασούλας εξέφρασε την χαρά του για το καλωσόρισμα εκ μέρους του απελθόντος προέδρου, Νίκου Βούτση, στο αξίωμα που – όπως είπε – τιμητικά και με απλοχεριά η Βουλή του απέδωσε. «Εσείς με καλωσορίζετε αλλά εγώ δεν σας ξεπροβοδίζω, διότι ο ελληνικός λαός σας εξέλεξε βουλευτή κρατώντας σας στους κόλπους της Βουλής», είπε στον προκάτοχό του ο νέος πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ευχαριστώντας τον για την ενδελεχή, ειλικρινή και φιλική ενημέρωση που του παρείχε για το έργο του κατά την περίοδο των τεσσάρων χρόνων. «Η διάρκεια την οποία απολαύσατε είναι βασικός παράγων επιδόσεως, πράγμα το οποίο συχνά ξεχνάμε στη χώρα μας, που κυνηγάμε το πρόσκαιρο και το προσωρινό» ανέφερε προς τον κ. Βούτση κατά την παράδοση του προεδρικού γραφείου και επισήμανε ότι ο απελθών πρόεδρος επέδειξε έργο το οποίο αξίζει να συνεχιστεί και να διευρυνθεί. Πέραν της ανάδειξης του «συμβολικού προσώπου» της Βουλής, όπως το ανέδειξε ο κ. Τασούλας, υπογράμμισε ότι η Βουλή έχει και το κυριολεκτικό πρόσωπο, που είναι οι υπάλληλοί της, η πολυσχιδής δράση της, «που έχει μια βεντάλια μεγάλη κι έχει να κάνει με την Παιδεία, την ιστορία, τις σχέσεις της χώρας». «Το σκέλος αυτό, έχει ένα σωρό δράσεις που έχουν να κάνουν με τα κτιριακά, τα ιδιοκτησιακά, τις λαμπρές εκδόσεις, τα 200 χρόνια από την εθνική παλιγγενεσία. Είναι φροντισμένο έργο και μπορεί προφανώς να βελτιωθεί», είπε χαρακτηριστικά και έκανε ιδιαίτερη μνεία στην για πρώτη φορά επιβεβλημένη παρουσία του Ελληνικού Κοινοβουλίου στο Άουσβιτς που τιμά την μνήμη των θυμάτων του ναζισμού χάρη στη Βουλή.

Αναλαμβάνω την «σκυτάλη» και θα επιχειρήσω να την πάω όσο μπορώ παραπέρα, δεσμεύτηκε ο νέος πρόεδρος της Βουλής ενώπιον των στελεχών του Κοινοβουλίου και επισήμανε: «Θεωρώ ότι έχουμε περιθώριο καλής δουλειάς εδώ. Προσδιόρισα κάποια πράγματα αλλά αντιλαμβάνομαι ότι άλλα λεν τα γράμματα κι άλλα λεν τα πράγματα. Καταλαβαίνω ότι πολλοί στόχοι όταν είναι ρομαντικοί και ενδεχομένως υπερβολικοί μπορεί να μην επιτυγχάνονται, αλλά υπάρχει μια αφετηρία κι επειδή όλα στη δημόσια ζωή και στη Βουλή είναι μια σκυταλοδρομία».

Από την πλευρά του, ο Νίκος Βούτσης απευθυνόμενος προς τον κ. Τασούλα τον ευχαρίστησε για τα λόγια του, του ευχήθηκε «ό,τι καλύτερο» και υποσχέθηκε ότι «θα προσπαθήσουμε θεσμικά εδώ να προχωρήσουμε μαζί».

Ο κ. Βούτσης, επισήμανε ότι υπάρχουν δύο μεγάλα θέματα τα οποία αφορούν στον φάκελο της Κύπρου και τις γερμανικές αποζημιώσεις με την ελληνική πλευρά να έχει ξεκινήσει την διεκδίκηση και εξέφρασε προς τον νέο πρόεδρο την πεποίθηση ότι «με τις επιστημονικές γνώσεις του και την πολιτική στήριξη που έχει, θα συνεχιστούν». «Διότι γνωρίζω ότι δεν είναι όλοι ευτυχείς ούτε στο εσωτερικό, ούτε στο εξωτερικό για το ότι αυτά τα δύο θέματα έχουν δρομολογηθεί», υπογράμμισε ο κ. Βούτσης.

Το προφίλ του νέου προέδρου της Βουλής

Βουλευτής Ιωαννίνων, ο Κώστας Τασούλας εκλέγεται συνεχώς απο το 2000 και έχει υπηρετήσει σε κυβερνητικές θέσεις. Γνωστός για την ευρυμάθεια του, το χιούμορ και την αγάπη του για την ιστορία και τον Καβάφη.

Οι νέοι αντιπρόεδροι της Βουλής

Ανακοινώθηκαν οι Αντιπρόεδροι της Βουλής, στη βάση των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας που διενεργήθηκε νωρίτερα στην Ολομέλεια. Ειδικότερα,

Α; Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Νικήτας Κακλαμάνης (ΝΔ) με 290 ψήφους «υπέρ», 5 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Β΄ Αντιπρόεδρος εξελέγη ο Χαράλαμπος Αθανασίου (ΝΔ) με 212 ψήφους «υπέρ», 83 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Γ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Θανάσης Μπούρας (ΝΔ) με 273 ψήφους «υπέρ» και 22 «παρών» σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Δ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Δημήτρης Βίτσας (ΣΥΡΙΖΑ) με 282 ψήφους «υπέρ», 13 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Ε΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος (ΚΙΝΑΛ) με 214 ψήφους «υπέρ», 81 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Στ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Γιώργος Λαμπρούλης (ΚΚΕ) με 273 ψήφους «υπέρ», 22 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Ζ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Απόστολος Αβδελάς (Ελληνική Λύση-Κυριάκος Βελόπουλος) με 180 ψήφους «υπέρ», 114 «παρών», σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Η΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής εξελέγη η Σοφία Σακοράφα (ΜεΡΑ25) με 243 ψήφους «υπέρ», 52 «παρών» σε σύνολο 295 ψηφισάντων.

Για το αξίωμα των Κοσμητόρων, ψήφισαν 295 βουλευτές. Από τη ΝΔ ο κ. Νικόλαος Βασίλειος Υψηλάντης έλαβε 269 ψήφους, 26 βουλευτές ψήφισαν «παρών, η ‘Αννα Μάνη Παπαδημητρίου έλαβε 268 ψήφους, 27 «παρών». Από τον ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη Κοσμήτορας ο κ. Μάριος Κάτσης με 280 ψήφους, 15 «παρών».

Για το αξίωμα των Γραμματέων, ψήφισαν 295 βουλευτές. Από τη ΝΔ εξελέγη ο Ευάγγελος Λιάκος με 270 ψήφους, 25 «παρών», ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης εξελέγη με 238 ψήφους και 57 «παρών», ο Βασίλης Βασιλειάδης εξελέγη με 266 ψήφους και 29 «παρών», η Μαρία-Αλεξάνδρα Κεφάλα έλαβε 267 ψήφους, 28 «παρών». Από τον ΣΥΡΙΖΑ στο αξίωμα του Γραμματέα εξελέγη η Ραλία Χρηστίδου με 282 ψήφους και 13 «παρών». Από το ΚΙΝΑΛΛ ο Απόστολος Πάνας έλαβε 273 ψήφους, 22 παρών.

Από το ΚΚΕ έγινε γνωστό ότι οι βουλευτές του ψήφισαν όλους τους Αντιπροέδρους που προτάθηκαν από τα κόμματα, πλην του Απόστολου Αβδελά για τον οποίο το ΚΚΕ δήλωσε «παρών». Το ΚΚΕ, κατά πάγια πρακτική, δηλώνει «παρών», στον προτεινόμενο για το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής.

H oμιλία του Προέδρου της Βουλής

Πριν απ’ όλα ευχαριστώ τα μέλη της Θ΄Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, αυτής που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου για την άκρως τιμητική υπερψήφιση της υποψηφιότητός μου, μιας υποψηφιότητος που μου επεφύλαξε τη μεγάλη διάκριση και ευθύνη να υποβάλλει η Νέα Δημοκρατία και ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Επιτρέψτε μου όμως να εκφράσω ξεχωριστά τις ευχαριστίες, το σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μου προς τους πολίτες της ιδιαίτερης πατρίδος μου, των Ιωαννίνων, που επί εικοσαετία, σε εννέα διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, με επιλέγουν ως εκπρόσωπό τους στο Εθνικό Κοινοβούλιο με το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά σε τι τοπίο και με ποιόν ορίζοντα ξεκινά τις εργασίες της η νέα εξακομματική Βουλή της ΙΗ΄ περιόδου; Προφανώς απέχουμε πολύ από την περιγραφή της πατρίδος του, όπως την έκανε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ στο συναρπαστικό βιβλίο του “Τα Νεανικά μου Χρόνια”:

“Εγώ ήμουν παιδί της Βικτωριανής εποχής όταν η θέση της χώρας μου φαινόταν σταθερά διαμορφωμένη, όταν η θέση της στο εμπόριο και στη θάλασσα ήταν ασυναγώνιστη, και όταν η συνειδητοποίηση του μεγαλείου της Αυτοκρατορίας μας και του καθήκοντός μας να το διατηρήσουμε αύξανε διαρκώς.”

Η μεγάλη εικόνα για μας είναι προφανώς διαφορετική, εκτός, ελπίζω, από τη συνειδητοποίηση του καθήκοντος να στερεώσουμε με διάρκεια τη χώρα και τους θεσμούς της. Είναι και αφάνταστα δυσκολότερη, αλλά και προκλητικά απλή: Τα χρόνια της κρίσης σε οικονομικούς όρους, η Ελλάδα πήγε 25% πίσω στο ΑΕΠ της, και η Ευρωζώνη 25% μπροστά. Γι’ αυτό και το κοινό όραμα του λαού μας, του κουρασμένου και εύλογα δύσπιστου λαού μας, είναι η επίτευξη της προκοπής και μιας καλύτερης και ισχυρής Ελλάδος. Αυτή την Ελλάδα καλείται η τρισυπόστατη Πολιτεία να επιδιώξει. Αυτή την Ελλάδα οφείλουμε εμείς, οι αντιπρόσωποι του κυρίαρχου λαού, να χτίσουμε μέσα από τη θεσμική αρματωσιά της νομοθετικής εξουσίας.

Καλωσορίζουμε σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων, τους Έλληνες βουλευτές. Κυρίες και Κυρίους. Επανεκλεγέντες και πρωτοεκλεγέντες. Και τους καλωσορίζουμε ή τους ξαναβλέπουμε στην περιπέτεια του δημόσιου βίου που επέλεξαν αλλά και τους επέλεξαν. Του δημόσιου βίου… Να τι λέει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος που κόσμησε με το πνεύμα του αυτήν την αίθουσα για το δημόσιο βίο προλογίζοντας το έργο του “Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος”:

“Το ιστορικό τούτο δοκίμιο το χρωστούσα στον εαυτό μου. Ήθελα και έπρεπε να γνωρίσω κάπως καλύτερα τον αρχαίον Έλληνα, και ειδικώτερα, τα βήματα που έκαμε στο δρόμο, όπου στήνονται οι πιο πολλές ενέδρες. Ο δρόμος αυτός είναι ο δημόσιος βίος, η πολιτική. Ο Έλλην είναι ακριβώς εκείνος που έκαμε τον βίο του ανθρώπου δημόσιο. Πριν από τον Έλληνα, ούτε ο πανίσχυρος Ένας, ο απόλυτος κύριος μιας χώρας, δεν ήταν δημόσιος. Ο Φαραώ ήταν κρυμμένος.”

Σε αυτή την πορεία δεν είμαστε μοναδικοί, ούτε πρωτοφανείς. Αποτελούμε ιστορικά ένα προσωρινό κομμάτι, εμείς «τα βιαστικά και άπειρα όντα της στιγμής», του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας, που από πολύ νωρίς, ακόμα και για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα, καθιερώθηκε κυρίως μετά το 1844. Η πρόδρομη περιγραφή του κομματικού φαινομένου, ή μάλλον των φατριών που προηγήθηκαν, γίνεται το 1812, όταν ο περιηγητής Χένρι Χόλλαντ ευρισκόμενος εις τα Ιωάννινα πληροφορήθηκε από τον Ιωάννη Βηλαρά την ύπαρξη των τριών ρευμάτων στην Ελλάδα: Οι έμποροι, οι νησιώτες και οι μωραΐτες συμπαθούν τους Άγγλους, οι ρουμελιώτες και οι εγγράμματοι τους Γάλλους, τα λαϊκά στρώματα και ο κλήρος την Ρωσία.

Αξίζει να θυμηθούμε πως η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που καθιερώνουν το κοινοβουλευτικό σύστημα και την καθολική ψηφοφορία των αρρένων πολιτών, ασχέτως περιουσίας. Και αυτό το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό καθεστώς εμβολιάσθηκε στο πολύ αρχαιότερο και καλά εδραιωμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της πατρωνείας… Ο εμβολιασμός γέννησε έτσι ένα ιδιότυπο και εξισωτικό μείγμα δημοκρατίας και πελατειακού συστήματος (Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας, σ. 593).

Να γιατί, όταν μιλάμε και επιδιώκουμε την ισχυρή Ελλάδα, κυριολεκτικά δεν ζητούμε επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά προσπάθεια κατάκτησης της κανονικότητας, χωρίς φυσικά να αρνούμαστε ένα ιστορικών διαστάσεων έργο εδαφικής επέκτασης και οικονομικής ανόρθωσης της χώρας, που επιτελέστηκε, παρά τους επτά πολέμους, τους τέσσερις εμφυλίους και τις επτά πτωχεύσεις. Το Κοινοβούλιο και η αντιπροσωπευτικότητα, αυτό δηλαδή που ο Αλέξανδρος Σβώλος χαρακτήρισε ως το ύπατο δείγμα της σοφίας των ανθρώπων, το ultimum sapientiae, ωστόσο δεν βγαίνουν αλώβητα από την κρίση. Απεναντίας υπέστησαν τεράστιο πλήγμα κυρίως αποξένωσης του λαού, αλλά και επιπτώσεων από το σφιχταγκάλιασμα της εκτελεστικής εξουσίας.

Κι αν η ομιλία κάθε νεοεκλεγμένου Προέδρου της Βουλής οφείλει να υπογραμμίσει πως θα συνεχισθεί ή θα διορθωθεί και προφανώς θα διευρυνθεί το πολύπτυχο και πολυσήμαντο έργο της Βουλής στις διεθνείς της σχέσεις, στην παρακολούθηση της διπλωματικής διεκδίκησης των οφειλών από τους παγκοσμίους πολέμους, στην παιδευτική της αποστολή, στη διάδοση της γνώσης της πολιτικής μας ιστορίας, στην τηλεοπτική της παρουσία, στους πολύτιμους στόχους του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία και του εορτασμού των δύο αιώνων από το 1821, και όλα αυτά και άλλα πολλά με τη βοήθεια του συγκροτημένου προσωπικού της, άλλο τόσο και περισσότερο σε αυτή τη συγκυρία χρέος μας είναι να συμβάλλουμε, ώστε στα μάτια και στη συνείδηση των πολιτών η Βουλή να ανατρέψει την εικόνα απαξίωσής της, φιλοδοξώντας να γίνει ο κοινοβουλευτικός πυλώνας της ανόρθωσης της χώρας. Στόχος πολύ δύσκολος, τιτάνιος θα έλεγα, αλλά ας φροντίσουμε να μην αποδειχθεί και σισύφειος!

Το έργο της Βουλής έχει μια ιδιοτυπία. Και δεν ομιλώ για τις επιμέρους πολυσχιδείς αρμοδιότητές της, για την εξωστρέφειά της, για την επισκεψιμότητά της, για τα χρήσιμα τεχνικά προγράμματα που είναι εν εξελίξει. Και που πρέπει να τα προσέξουμε και να τα φροντίσουμε για να πάνε ακόμη καλύτερα. Ομιλώ για την πολιτική της υπόσταση, για την συνωνυμία της με το πολιτικό σύστημα και τις καταφορές που αυτή η συνωνυμία προκαλεί. Το έργο της Βουλής, λοιπόν, δεν είναι βασικά ποσοτικό, αλλά ποιοτικό. Η Κυβέρνηση επιδιώκει να βελτιώσει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό είναι μετρήσιμο. Να αξιοποιήσει περισσότερο το Π.Δ.Ε. Αυτό είναι μετρήσιμο. Να μειώσει την ανεργία. Αυτό είναι μετρήσιμο. Η Βουλή όμως δεν θα κριθεί από τον αριθμό των ερωτήσεων ή επερωτήσεων που θα υποβληθούν, αλλά από μια βαθύτερη ποιοτική διεργασία στη λειτουργία της και στον προορισμό της.

Να γιατί στη Βουλή δεν πρέπει διαχρονικά να έχει θέση καμία αδιάλλακτη εκδοχή του σκληρού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού! Να γιατί πρέπει να εκφράσουμε, όσο μπορούμε, την έννοια της ελεύθερης εντολής των βουλευτών, να γιατί οφείλουμε να τηρήσουμε κανόνες καλής νομοθέτησης στη νομοπαραγωγική διαδικασία κόντρα στην πολυνομία και στην κακονομία, να γιατί καλούμεθα να αποποιηθούμε την εμπαθή και τυφλή και την προφανώς αβάσιμη, όταν είναι προφανώς αβάσιμη και το ξέρουμε, μετατροπή κοινοβουλευτικών διαδικασιών σε γκιλοτίνες διαβολής ή δικονομικής εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων, να γιατί αξίζει να ασκούμε υπεύθυνο και τεκμηριωμένο Κοινοβουλευτικό Έλεγχο, να γιατί δεν μπορούμε να δεσμεύουμε συστηματικά τις μελλοντικές Βουλές, να γιατί οφείλουμε να ολοκληρώσουμε ως Αναθεωρητική Βουλή με θεσμικό τρόπο τη Συνταγματική Αναθεώρηση που εκκρεμεί!

Αν η Κυβέρνηση μετά την πρόσφατη εντολή του ελληνικού λαού καλείται σε πολλαπλές βελτιώσεις και ανασυγκροτήσεις, η αποκατάσταση του κύρους του Κοινοβουλίου είναι εξίσου, αν όχι επιτακτικότερη, ανάγκη. Καλούμαστε να λειτουργήσουμε ελεύθερα και δημοκρατικά, σοβαρά και υπεύθυνα και οφείλω, διευθύνοντας τις εργασίες του Σώματος, ως Πρόεδρος όλων των πτερύγων της Βουλής, όπως ένας συνεπής Νεοδημοκράτης κάλλιστα μπορεί να είναι, με τη συνεργασία των Αντιπροέδρων που θα εκλεγούν αργότερα, να μεριμνώ για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης διεξαγωγής των συνεδριάσεών του, την κατοχύρωση της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης όλων των βουλευτών, και την τήρηση της τάξης. Στο σημείο αυτό οφείλω να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο κ. Νίκο Βούτση για την ενδελεχή ενημέρωση που ο ίδιος και οι συνεργάτες του μου παρείχαν.

Καλούμαστε συνεπώς να είμαστε χρήσιμοι και γόνιμοι, όχι προφανώς συμφωνώντας σε όλα, αλλά μέσα από μια πολιτική αντιπαράθεση που εξελίσσεται σε μορφή ελευθερίας. Και για να θυμηθούμε τον Δημήτρη Τσάτσο:

“Τι σημαίνει όμως “αντίπαλοι”; Η λέξη εκφράζει δύο εξίσου σημαντικά στοιχεία: Πρώτο, σημαίνει αντίθεση πολιτική ή (και) ιδεολογική. Δεύτερο, όμως, σημαίνει και αποδοχή της κοινής διαδικασίας, των κανόνων του παιχνιδιού. Σημαίνει τελικά αποδοχή και αναγνώριση του αντιπάλου! Από την ώρα που η σχέση των αντιπάλων γίνεται σχέση εχθρών, τότε παραμένει βέβαια η αναγκαία για τη δημοκρατία αντίθεση, χάνεται όμως η εξίσου αναγκαία για τη δημοκρατία αποδοχή των διαδικασιών, των κανόνων του παιχνιδιού και τελικά του αντιπάλου. Η αντιπαράθεση αντιπάλων στεριώνει τη δημοκρατία, η σύγκρουση εχθρών μέσα στο χώρο της είναι η αρχή του τέλους.” (Δ. Τσάτσος, Η Κρίση του Πολιτικού Λόγου, Εκδόσεις Θεμέλιο 1983, σ.69).

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πριν 25 αιώνες ένας ταπεινός πωλητής χαλκού ρωτούσε το Δία και τη Διώνη στο μαντείο της Δωδώνης “ει εν λιμένι χαλκοπωλέομεν;”, αν θα πρέπει δηλαδή να ασκήσει το επάγγελμά του στο λιμάνι. Και κάποιος ονόματι Επίλυτος “επερωτήι τον Δία τον Νάιον και ταν Διόναν τι ποιών ευτυχιοί και πότερα ταν Φαινομέναν γυναίκα λάβω ή άλλαν”, δηλαδή ο Επίλυτος ρωτάει τους θεούς για το αν θα έχει ευτυχία και αν θα πρέπει να επιλέξει για γυναίκα του την Φαινομένη ή άλλη. Βλέπουμε πως οι ανάγκες και οι αγωνίες των ανθρώπων είναι οι ίδιες, μόνο που τώρα οι λύσεις βρίσκονται από εμάς τους ίδιους και όχι από τον Κεραύνιο Δία. Γι’ αυτό και πρέπει να εγκαταλείψουμε την πρωταρχία και την αποκλειστικότητα της τεχνολογίας της πολιτικής που αξιοποιεί λυσσωδώς το πολιτικό marketing και να καταφύγουμε στις απαρχές της πολιτικής, στην τέχνη δηλαδή της πολιτικής, στην πράξη, στη δουλειά, στο αποτέλεσμα. Να κάνουμε δηλαδή και ως Κοινοβούλιο πολιτικά πιο βαρύνουσα διαδικασία τον απολογισμό του Κράτους από τον προϋπολογισμό. Αλλά αυτό σημαίνει πως η πολιτική ξαναγίνεται αυτό που ελάχιστοι σήμερα πιστεύουν πως είναι, και αυτό εξαρτάται από την έμπνευση, την αφοσίωση και την πεποίθηση όλων μας, και δεν είναι θέμα Κανονισμού της Βουλής, ούτε καν του Συντάγματος. Διακινδυνεύω τελειώνοντας την ομιλία μου να θεωρηθώ αφελής ή, ακόμη χειρότερα υποκριτής, παραθέτοντας έναν καταγεγραμμένο διάλογο για την αξία και την ουσία της ανάμειξης στην πολιτική, ανάμεσα σε έναν πατέρα και σε ένα γιο, που περιέργως με συγκινεί όσο όταν τον πρωτοδιάβασα στα πολύ νεανικά μου χρόνια:

-« Άκουσε Κώστα

-Δεν είσαι καμωμένος γι’ αυτό το επάγγελμα. Σε ξέρω, έχεις χαρακτήρα: αδιάλλακτος, αλύγιστος, ό,τι χρειάζεται για να σπάσης τα νεφρά σου. Αυτό δεν είναι κατηγόρια, Κώστα, αντίθετα. Μ’ αρέσεις, τέτοιος που είσαι, σε παραδέχομαι, γι’ αυτό ακριβώς… Ή θα συμβιβασθής, θα δεχθής συναλλαγές, κομπίνες, υποκρισίες, και δεν θα είσαι πια ο Κώστας ή θα κρατήσης την ακαμψία σου, την ωραία σου ακαμψία, και θα αποτύχης.

Έχεις, δόξα στο Θεό, ένα επάγγελμα, ένα καλό επάγγελμα όπου μπορείς να πετύχης χωρίς μαζί και να εξευτιλιστής, Κώστα, να μη ξεπέσης στα ίδια σου τα μάτια. Σκέψου το ακόμη πριν του παραδώσης τ’ όνομά σου… τ’ όνομά μας.

Για να απαντήσει ο γιός:

– Αν πιστεύης πως σκέφτηκα τον εαυτό μου. Ποτέ μου δεν υπολόγισα, ποτέ μου δεν λογάριασα ούτε την επαγγελματική επιτυχία, ούτε το γόητρο, ούτε τον καλό γάμο, ούτε τίποτα απ’ αυτά που φαίνεται να πιστεύης. Αν πρόκειται για να τακτοποιηθώ, να αποκατασταθώ, πρέπει να το πάρης απόφασι: δεν θα είμαι ποτέ λογικός – κατά τον τρόπο αυτό. Αν έχω φιλοδοξία, αυτή αποβλέπει αλλού, υπερβαίνει κατά πολύ τον εαυτό μου. Τι αφέλεια, ε; Είμαι αφελής! Στοχάζομαι πως δεν δικαιώνεται η παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γή, με το να καλλιεργή μια περιορισμένη προσωπική ευτυχία. Είμαστε ο καθένας ένας άνθρωπος ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, το ξέρεις καλά αυτό, το έχεις ο ίδιος αρκετά αποδείξει. Μα ο καθένας αναλίσκεται κατά τον τρόπο του, κατά τον καιρό του, κατά τις περιστάσεις. Σήμερα, και για μένα η πολιτική μου προσφέρει αυτή την τύχη. Θα ήθελα να αφιερωθώ στους ανθρώπους του λαού μου, γι’ αυτούς και διά μέσου αυτών θα ήθελα να δικαιώσω το πέρασμά μου από τον κόσμο αυτό…

Το ζήτημα λύθηκε μεταξύ τους, όχι από μια νέα συζήτησι, ούτε από τη μητέρα, ούτε από κανέναν άλλο, αλλ’ από τον τύφο. Επί δύο μήνες, ο γιος δεν άφησε τις Σέρρες. Μια φορά μονάχα γύρισε στην Πρώτη και ξανάδε τον πατέρα του. Μερικές μέρες αργότερα, χτυπημένος απότομα από την αρρώστεια, ο Γεώργιος Καραμανλής πέθαινε.

-Συχνά, εμπιστεύεται ο Πρόεδρος στον συνομιλητή του, είχα το αίσθημα πως ο πατέρας μου πέθανε μ’ αυτή την πίκρα στην καρδιά. Σκεφτόταν πως τη μια ή την άλλη μέρα, ασφαλώς όμως, θα παράκουγα τις συμβουλές που μου είχε δώσει. Συχνά επίσης, σ’ όλη μου τη ζωή, αναθυμήθηκα τα λόγια του. Και κάθε φορά αναρωτήθηκα αν, από τους δυό μας, δεν ήταν εκείνος που είχε δίκιο».

(Μωρίς Ζενεβουά, Η Ελλάς του Καραμανλή, ή Η Δημοκρατία Δυσχερής;, Αθήνα 1972, σελ.95-101).

Είναι προφανές πως πιστεύω ότι δίκαιο είχε ο γιος, ο μετέπειτα Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά για να γίνει αυτό το δίκαιο αντιληπτό και αποδεκτό πάλι πρέπει ο καθένας από εμάς και κάθε μία ξεχωριστά να το υποστηρίξουμε αναλογιζόμενοι την απαράμιλλη τιμή που μας έκανε ο ελληνικός λαός εκλέγοντάς μας. Για να το πω διαφορετικά και συντομότερα: Τώρα που γίναμε αυτό που θαυμάζαμε, πόσοι άραγε θαυμάζουν αυτό που γίναμε;

Στο χέρι μας είναι να το επιτύχουμε. Καλή επιτυχία, καλή δουλειά, και καλή συνεργασία σε όλες και όλους!

ΠΗΓΗ: ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ρεπορτάζ: Κώστας Κωνσταντόπουλος

Σχετική είδηση: Το πρωί εκλέγεται ο νέος Πρόεδρος της Βουλής – Ορκίστηκαν οι βουλευτές (video)

Μοιράσου το άρθρο: