Καθώς οι νοσηλείες λόγω του Covid-19 συνεχίζουν να αυξάνονται σε όλο τον κόσμο, ένας μύκητας προσβάλλει όλο και περισσότερους ασθενείς, σύμφωνα με άρθρο του National Geographic.

Πρόκειται για το πρώτο παντοδύναμο στέλεχος του Candida auris που είναι ανθεκτικό σε όλα τα μείζονα αντιμυκητιασικά φάρμακα, εισβάλλει στον οργανισμό μέσα από τα αυτιά, ή παλιές πληγές και μπορεί να προκαλέσει απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις εάν εισέλθει στο αίμα ανθρώπων με ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC). Ο μύκητας αυτός προσκολλάται σε επιφάνειες και εξαπλώνεται εύκολα σε χώρους υγειονομικής περίθαλψης, ειδικά μεταξύ ασθενών με καθετήρα ή άλλη ενδοφλέβια γραμμή κατά τη διάρκεια μιας θεραπείας. Τα πρώτα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αύξηση των νοσηλειών ασθενών με Covid-19 στα νοσοκομεία, μπορεί επίσης να αυξήσει τις λοιμώξεις από τον C. auris.

Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη αναφέρει 1.272 περιπτώσεις μυκητιασικής λοίμωξης φέτος, σύμφωνα με το CDC – δηλαδή περίπου 400% αύξηση σε σχέση με τον αριθμό των περιπτώσεων που καταγράφηκαν το 2018. Φέτος, ο αριθμός μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερος, δεδομένου ότι η πανδημία έχει διαταράξει τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της εξάπλωσης του μύκητα. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλα είδη μυκήτων του γένους Candida που μοιάζουν με τον C. auris, και για αυτό απαιτείται εξειδικευμένο διαγνωστικό τεστ.

«Δυστυχώς, έχουμε καταγράψει περιπτώσεις όπου επανεμφανίστηκε ο μύκητας C. auris», δήλωσε ο Τομ Τσίλερ, επικεφαλής του τμήματος μυκοτικών παθολογιών στο CDC. «Διαπιστώνουμε επίσης ότι εξαπλώνεται σε νοσοκομεία οξείας περίθαλψης και σε ορισμένες μονάδες όπου νοσηλεύονται ασθενείς με κορονοϊό. Το πρόβλημα είναι ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί», προσθέτει.

Σύμφωνα με το CDC, ο μύκητας μπορεί να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο δέρμα του ασθενούς χωρίς να προκαλέσει εμφανή συμπτώματα. Άλλες παραλλαγές του μύκητα είναι επίσης ανθεκτικές στα μείζονα αντιμικροβιακά φάρμακα όπως είναι η φλουκοναζόλη ή η αμφοτερικίνη Β.

Οι περισσότερες γνωστές παραλλαγές του C. auris μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντιμυκητιασικά φάρμακα τρίτης γραμμής που ονομάζονται εχινοκανδίνες, αλλά αυτές οι θεραπείες δεν είναι άμεσα διαθέσιμες σε όλες τις χώρες. Επιπλέον, ορισμένες παραλλαγές του μύκητα είναι ανθεκτικές και στις τρεις κατηγορίες αντιμυκητιασικών φαρμάκων, σημειώνει το CDC. Από τότε που εντοπίστηκε ο μύκητας το 2009, έχουν αναφερθεί μερικές χιλιάδες περιπτώσεις σε όλο τον κόσμο. Περίπου το 30% έως 60% των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί από τον μύκητα παγκοσμίως έχουν πεθάνει, αν και πολλοί από αυτούς έπασχαν από άλλα σοβαρά υποκείμενα νοσήματα.

Η Ανουράντα Τσαουντάρι (Anuradha Chowdhary), καθηγήτρια ιατρικής μυκολογίας στο Ινστιτουτο Vallabhbhai Patel Chest του Πανεπιστημίου του Δελχί, δήλωσε στο National Geographic ότι οι ασθενείς με Covid-19 θα πρέπει να εξετάζονται τακτικά για τον μύκητα C. auris, έτσι οι γιατροί θα μπορούν να παρακολουθούν τα ποσοστά μόλυνσης και να προσδιορίζουν πιθανές θεραπείες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν.

«Εάν δεν εντοπίσουμε τις λοιμώξεις από τον μύκητα, τότε δεν ξέρουμε εάν ένας ασθενής έχει πεθάνει από τη νόσο Covid-19 ή άλλη αιτία», δήλωσε η Τσαουντάρι. «Αλλά αν είναι ανθεκτικός στα αντιβιοτικά, τότε πώς θα μπορέσουμε να τον αντιμετωπίσουμε;» πρόσθεσε.

Η έρευνα δείχνει ότι η χρήση πολλών κατηγοριών αντιμυκητιασικών φαρμάκων ταυτόχρονα μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα και να συμβάλλει στη μείωση της ανθεκτικότητας του μύκητα σε μεμονωμένα φάρμακα, αν και αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί με περισσότερα δεδομένα.

ΠΗΓΗ: Livescience

 

 

Μοιράσου το άρθρο: