Ένα από τα πιο γνωστά δρομολόγια από Πειραιά για Κυκλάδες τη δεκαετία του ’90 ήταν η γραμμή Σύρος – Τήνος – Μύκονος. Οι τουρίστες ταξίδευαν ώρες για τα τρία νησιά του Αιγαίου, με πλοία που πλησίαζαν ή είχαν περάσει την ηλικία απόσυρσης. Θαλάσσια διαδρομή εξίσου δημοφιλής με την κλασσική Πάρος- Νάξος-Ίος- Σαντορίνη.

Η χρήση νέων πλοίων στις ελληνικές θάλασσες και το άνοιγμα των γραμμών στα τέλη του ’90 έφερε τα νησιά πιο κοντά στην Αττική. Νέα δρομολόγια έχουν προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα, και τα ταχύπλοα σκάφη καλύπτουν την απόσταση από Πειραιά και Ραφήνα σε δύο ώρες για το πρώτο λιμάνι τους.

Το δικό μας ταξίδι στις Κυκλάδες είναι οινικό. Παίρνουμε το πλοίο της γραμμής και περιδιαβαίνουμε τα αμπελοτόπια σε μια προσπάθεια αποτύπωσης των οινικών δρώμενων.

Σύρος, η παλιά Αγαπημένη

Αμπελώνας στην Παρακοπή της Σύρου

Πρώτη στάση η Σύρος. Πολύ κοντά στην πρωτεύουσα του νησιού, την Ερμούπολη, στην περιοχή του Λαγκαδά, στον Τάλαντα, βρίσκεται ένα από τα μικρότερα οινοποιεία της Ελλάδας. Το «Οινοποιείο Σύρου» αποτελεί  δημιούργημα του οινολόγου Νίκου Χατζάκη. Εργάστηκε ως οινολόγος σε μεγάλα οινοποιεία πριν καταλήξει στη Σύρο, «λόγω έρωτα» όπως λέει, καθώς το νησί είναι τόπος καταγωγής της συζύγου του Νικολέτας Μακρυωνίτου.

Ο οινοποιός Νίκος Χατζάκης

Ξεκίνησε την προσπάθειά του το 2011  όταν κατάφερε συνεργαζόμενος με αμπελοκαλλιεργητές του νησιού να κυκλοφορήσει το πρώτο του κρασί, τη Φάμπρικα. Λευκά σταφύλια από διαφορετικά αμπελοτόπια του νησιού (Μονεμβασιά και λευκή Κουντούρα) δίνουν ένα έντονο φρουτώδες κρασί, ενώ η ερυθρή έκδοση φτιάχνεται από Μανδηλαριά και το αποτέλεσμα είναι ένα ευχάριστο φρέσκο κόκκινο κρασί, ελαφρύ και δροσερό. Είναι εμφιαλωμένο ένα-ένα στο χέρι, ενώ με χειρωνακτικό τρόπο θα μπουν και οι ετικέτες. Είναι μία κοπιαστική δουλειά αποτέλεσμα της προσπάθειας κυρίως ενός ανθρώπου. Ο Νίκος Χατζάκης καταπιάστηκε και με το Ασσύρτικο, την πιο γνωστή ποικιλία σταφυλιού στις Κυκλάδες, και έφτιαξε ένα κρασί που το ονόμασε «Σαν τα Μάραθα». Ωραίες οξύτητες και έντονα φρούτα στο στόμα με κυρίαρχο το άρωμα του λεμονιού και του κίτρου. Στην πιο πρόσφατη δουλειά του ασχολήθηκε με την τοπική ποικιλία των Κυκλάδων που ονομάζεται Σερφιώτικο και κυκλοφόρησε μια ιδιαίτερη ετικέτα.

Πνεύμα ανήσυχο ο ίδιος, δεν σταματάει να κάνει σχέδια και να πειραματίζεται. Συμμετέχει σε ένα μεγάλο καινούργιο οινικό project που στήνεται στο νησί, που θα έχει εκτός των άλλων και οινοτουριστικό προφίλ. Η πώληση σε ξένους επισκέπτες τοπικού κρασιού είναι για τον Χατζάκη (και για πολλούς άλλους οινοποιούς) η καλύτερη εξαγωγή. Στην κουβέντα μας είναι εμφανής η αγάπη του για το νησί, τον πολιτισμό και την κουλτούρα που κουβαλάει. Η προσπάθειά του επικεντρώνεται στην ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών και του ξεχωριστού χαρακτήρα των κρασιών του νησιού. Ο κύριος όγκος της παραγωγής του, που φτάνει τις 20.000 φιάλες για φέτος, «φεύγει» στο νησί, ενώ η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση τον οδηγεί σε νέες συνεργασίες με παραγωγούς, αλλά και σε νέες φυτεύσεις σε ιδιόκτητα ή νοικιασμένα αμπέλια που διαχειρίζεται.

 

Εδώ και λίγους μήνες στη Σύρο υπάρχουν κι άλλα δύο οινοποιεία. Το πρώτο είναι το «Ουσύρα». Δημιούργημα του Edward Maitland-Makgill-Crichton και της συζύγου του Eillen. Βρίσκεται στα Χρούσα, ένα μικρό χωριό στο εσωτερικό του νησιού, στο δρόμο για τον Φοίνικα. Φτιάχνουν δύο κρασιά, ένα λευκό από Σεριφιώτικο κι ένα ροζέ από Φωκιανό, για το οποίο χρησιμοποιούνται σταφύλια από τη Νάξο. Ο τρύγος του 2018 οινοποιήθηκε για πρώτη φορά στο ιδιόκτητο οινοποιείο με τη συμβολή του οινολόγου Σπύρου Ζουμπούλη.

Το ροζέ, απέσπασε πολύ καλές κριτικές στην πρώτη παρουσίαση του, που έγινε στο πλαίσιο του φετινού Οινοράματος, αλλά και στο Drink Pink, την έκθεση που έγινε τον Ιούνιο. Και τα δύο κρασιά διακρίνονται για τον έντονο αρωματικό φρουτώδη χαρακτήρα και την αίσθηση φρεσκάδας, τόσο στη μύτη, όσο και στο στόμα. Ο Edward πρόσφατα αγόρασε ένα αμπέλι στο χωριό, με Σερφιώτικο ηλικίας 30 ετών, και σύντομα αναμένεται να επεκταθεί κι άλλο. Υποστηρίζει φανατικά τη βιολογική καλλιέργεια. Σκοπεύει μέχρι του χρόνου η δική του καλλιέργεια, αλλά και τα σταφύλια που προμηθεύεται από συνεργαζόμενους παραγωγούς να είναι βιολογικά, με σκοπό να ακολουθήσει στη συνέχεια και τα πρωτόκολλα της βιοδυναμικής.

Στη φιλοσοφία τους περιλαμβάνεται η προσπάθεια ανάδειξης των σπάνιων τοπικών ποικιλιών, ενώ όπως λέει ο Edward: «ακούμε προσεκτικά αυτά που έχουν να μας πουν οι αγρότες, καθώς εκείνοι έχουν την εμπειρία».

Ο οινοποιός Edward Maitland-Makgill-Crichton

Η σχέση του με το νησί είναι πολύ ιδιαίτερη. Η οικογένειά του αγόρασε στα Χρούσα πριν από 40 χρόνια ένα σπίτι, όπου περνούσαν τα καλοκαίρια τους. Σε ένα από αυτά τα ζεστά καλοκαίρια γνώρισε και την μελλοντική σύζυγό του Eillen, η οικογένεια της οποίας έμενε δίπλα στη δική του, στο νησί. Ο ίδιος είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη, και ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν «πολύ γρήγορα» και το κοινό τους πια ταξίδι είχε τελικό προορισμό την Ελλάδα.  Πρώτος σταθμός, για δέκα «δύσκολα χρόνια», όπως θυμούνται, η Αθήνα της κρίσης, μέχρι που τελικά πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στα αγαπημένα ζεστά καλοκαίρια της Σύρου και να ανοίξουν το δικό τους οινοποιείο. Ο Εdward και η Eillen Botsford Βελισσαροπούλου, που είναι εικαστικός, public artist και εκπαιδευτικός, με καταγωγή από τη Σύρο, ήξεραν πως με αυτόν τον τρόπο θα έδιναν την ευκαιρία στα τρία παιδιά τους να μεγαλώσουν κοντά στη φύση, σε ένα  περιβάλλον μακριά από το θόρυβο της πόλης. Η ευτυχία τους μεταφέρθηκε στις ετικέτες των κρασιών τους. Το όνομα «Σύρα» (Σύρος) σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή προέρχεται από τους πρώτους κατοίκους του νησιού, τους Φοίνικες, ενώ σύμφωνα με μια δεύτερη, προέρχεται από το «Συρ» που σημαίνει βράχος. «Ουσύρα» στα φοινικικά σημαίνει ευτυχής. «Θέλουμε οι άνθρωποι που αγοράζουν το κρασί μας ουσιαστικά να αγοράζουν εμάς, την ιστορία και τον τρόπο ζωής μας» μας λένε με απλότητα.

 

Κλείνουμε την οινική περιήγηση καταγράφοντας τη νεότερη προσπάθεια. Ο Πέτρος Ρούσσος από την Παρακοπή προερχόμενος από αγροτική οικογένεια, ανέλαβε την επιχείρηση του πατέρα του σε ηλικία μόλις 21 ετών. Όντας από πολύ μικρός μέσα στα χωράφια και στα αμπέλια της οικογένειας, για εκείνον ήταν μονόδρομος η ενασχόληση με την οινοποιία. Έφτιαξε ένα μικρό οινοποιείο και το ονόμασε «Παρά κόποις». Καλλιεργεί σε ιδιόκτητα αμπέλια Σεριφιώτικο, Ροδίτη και Κουντούρα. Στην πρώτη του χρονιά έφτιαξε δύο κρασιά. «Νήσου μέθη», λευκό και ροζέ, με τη συμβουλή ενός έμπειρου οινολόγου του Ηλία Ρουσσάκη. Το σύνολο των περίπου 7.000 φιαλών της παραγωγής διατίθεται αποκλειστικά στη Σύρο, καθώς όπως λέει ο ίδιος, πρέπει να πατήσει πρώτα στα πόδια του και μετά να ανοιχθεί σε μεγαλύτερες αγορές. Στόχος του είναι να βελτιώσει την ποιότητα του κρασιού που παράγει, και παράλληλα να προωθήσει την τοπική ποικιλία, το Σεριφιώτικο, στις δυνατότητες της οποίας δείχνει να πιστεύει. Σύμμαχοι στην προσπάθεια του οι γονείς και η γυναίκα του, σε μία καθαρά οικογενειακή επιχείρηση.

 

Η Τήνος των οινικών θαυμάτων

Καλοκαιρινός προορισμός που «ανεβαίνει» συνεχώς, το νησί της Τήνου διεκδικεί με αξιώσεις μία θέση πολύ ψηλά στη λίστα των οινόφιλων για διακοπές. Συνδυάζουν τη χαλάρωση και την ξεκούραση με την επίσκεψη σε κάποιο από τα οργανωμένα Κτήματα του νησιού. Στην Τήνο αναπτύχθηκε τον 20ο αιώνα κυρίως, ένα από τα πιο διαδεδομένα είδη θεματικού τουρισμού, αυτό του θρησκευτικού. Ωστόσο, σήμερα ο γαστρονομικός τουρισμός -με πρωτεργάτες τους ανθρώπους που τρέχουν το project «Tinos Food Paths»- αλλά και ο οινοτουρισμός φαίνεται ότι κερδίζουν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Τα κρασιά έχουν αποκτήσει ποιότητα και φήμη, που λειτουργεί ως εφαλτήριο για τις δραστηριότητες που κινούνται γύρω από το κρασί, όπως οι περιηγήσεις, οι οινογνωσίες και η γαστρονομία.

Η Τήνος νοείται συνδεδεμένη με το κρασί στο πέρασμα των χρόνων, με αναφορές για την πρωτεύουσα θέση του στη ζωή των κατοίκων από την αρχαιότητα. Τα ευρήματα στο αρχαιολογικό μουσείο επιβεβαιώνουν την ιδιαίτερη λατρεία των ανθρώπων της προς τον Διόνυσο.

Η οινική πορεία του νησιού ήταν αδιάκοπη μέχρι τον 17ο αιώνα, με περιηγητές από την εποχή του Βυζαντίου αλλά και της Ενετοκρατίας να μνημονεύουν ειδικά την καλή ποιότητα των κρασιών που παρήγαγε το νησί. Η απόφαση του ανακριτή Πασκουαλίνγκο για εκρίζωση των αμπελιών προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή σιτηρών, άλλαξε την κατάσταση για κάποιες δεκαετίες, αλλά από τα μέσα του 19ου αιώνα η παραγωγή είχε ήδη αυξηθεί φτάνοντας τα 6000 βαρέλια κρασί το 1858 από τα οποία το ένα τρίτο προορίζονταν για εξαγωγή. Τον 20ο αιώνα η καλλιέργεια του αμπελιού μειώθηκε σημαντικά, ανακάμπτοντας ουσιαστικά από τις αρχές του 21ου αιώνα.

ξωκλησι του Αγίου Νικολάου

Στην Τήνο υπάρχουν αυτή τη στιγμή έξι επιχειρήσεις που παράγουν κρασί. Αυτή που ξεχωρίζει έχει την επωνυμία «Τηνιακοί Αμπελώνες». Πρόκειται για το εγχείρημα που άνοιξε το δρόμο ώστε να ακολουθήσουν τα βήματα του Αλέξανδρου Αβατάγγελου κι άλλοι άνθρωποι στο νησί. Από το 2002 στην περιοχή του Φαλατάδου, σε ένα τοπίο που δεν θυμίζει κυκλαδονήσι αλλά εικόνα από άλλο πλανήτη, έχουν φυτευτεί αμπέλια σε γρανιτικό έδαφος και σε σχετικά υψηλό, για τα δεδομένα του τόπου, υψόμετρο. Η θέση αυτή δέχεται μεγάλες βροχοπτώσεις. Ειδικά ο φετινός χειμώνας έδωσε ποσότητα νερού τριπλάσια από τον ετήσιο μέσο όρο.

Ο πρώτος τρύγος εδώ έγινε το 2008 στην περιοχή των Στεγαστών, και σήμερα η παραγωγή φτάνει τις 25.000 φιάλες και στόχος είναι να φτάσουν στις 40.000 με την ολοκλήρωση του project. Ασσύρτικο και Μαλαγουζιά είναι οι δύο λευκές ποικιλίες που καλλιεργούνται, ενώ στα κόκκινα επιλέχθηκαν Μαυροτράγανο και Αυγουστιάτης. O μεγαλύτερος αμπελώνας βρίσκεται στα Στεγαστά, με έκταση 60 στρέμματα. Στον Ράσονα έχει φυτευτεί  Μαυροτράγανο σε αργιλώδες και αμμώδες έδαφος, ενώ άλλα 25 στρέμματα με αμπέλι βρίσκονται στον Άγιο Δημήτριο Φαλατάδου. Η συνολική έκταση αυτή τη στιγμή είναι 130 στρέμματα και με την ολοκλήρωση θα φτάσει τα 170. Έχουν φυτευτεί 90.000 φυτά και η στρεμματική απόδοση είναι τόσο χαμηλή που κάθε φιάλη κρασί γίνεται από τα σταφύλια που παράγουν σχεδόν 3 φυτά. Σε λίγους μήνες θα αρχίσει η κατασκευή του νέου οινοποιείου που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες που θα προκύπτουν ακόμα και όταν ολοκληρωθεί το project.

Ο Αλέξανδρος Αβατάγγελος με τον Gérard Margeon (chef sommelier & wine director των εστιατορίων του Alain Ducasse, σε όλο τον κόσμο) βλέποντας τους τεράστιους γρανιτένιους βράχους οραματίστηκαν έναν αμπελώνα. Ο πρώτος οινολόγος του Κτήματος ήταν ο Θάνος Φακορέλλης, που έστησε το project. Σήμερα η σκυτάλη έχει περάσει στον Stéphane Derenoncour, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στον κόσμο -αν όχι το σπουδαιότερο- στον τομέα της συμβουλευτικής αμπελουργίας. Ο ίδιος και η ομάδα του επιδιώκουν κυρίως να εκφράσουν το χαρακτήρα και την ταυτότητα των αμπελιών ως ζωντανό οργανισμό του εδάφους στο οποίο μεγαλώνουν, του κλίματος στο οποίο εκτίθενται και του έργου των ανθρώπων που τα καλλιεργούν.

Συνολικά κυκλοφορούν οχτώ ετικέτες με τις επωνυμίες: Clos Stegasta (Ασσύρτικο το λευκό και Μαυροτράγανο το κόκκινο), T-oinos (Mαλαγουζιά η λευκή ετικέτα και blend Αυγουστιάτη με Μαυροτράγανο η ερυθρή),  Mavrose (ροζέ από το ίδιο blend) και το Mavro (100% Μαυροτράγανο). Δύο εξαιρετικά σπάνιες (όπως λέει και το όνομά τους) είναι τα Clos Stegasta Rare (Ασύρτικο και Μαυροτραγανο) από ειδικά επιλεγμένα τμήματα των αμπελώνων, με την καλύτερη πρώτη ύλη και σε εξαιρετικές χρονιές. Μεγάλο μέρος αυτή της μικρής συνολικά παραγωγής εξάγεται και τα κρασιά αυτά θα τα συναντήσει κανείς στις λίστες των καλύτερων εστιατορίων του κόσμου όπως για παράδειγμα  του Alain Ducasse και του Joel Robuchon.

Όπως μας λέει ο οινολόγος Θάνος Γεωργιλάς, υπεύθυνος του οινοποιείου:

«Σκοπός μας είναι να φτιάχνουμε κρασιά που εκφράζουν το terroir του νησιού και τα χαρακτηριστικά των ποικιλιών που καλλιεργούμε: Ενέργεια, καθαρότητα, ένταση και ακρίβεια. Πέντε άνθρωποι δουλεύουν καθημερινά στο αμπέλι με επικεφαλής τον υπεύθυνο αμπελώνων Μιχάλη Τζανουλίνο. Στόχος μας είναι να παράγουμε 20.000 φιάλες Ασσύρτικο το χρόνο και περίπου 10.000 φιάλες Μαυροτράγανο. Θέλουμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε εντατικά κυρίως με τις δύο αυτές ποικιλίες. Προσπαθούμε να εξελισσόμαστε και να γινόμαστε καλύτεροι κάθε χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα φυτά, δίνουν όλο και καλύτερη ποιοτικά πρώτη ύλη και προφανώς ένα καλό σταφύλι μπορεί να δώσει ένα καλό κρασί.»

 

Η προσπάθεια του Αλέξανδρου Αβατάγγελου άνοιξε στην ουσία το δρόμο του κρασιού στην Τήνο. Τα ποιοτικά κρασιά των Τηνιακών αμπελώνων δημιούργησαν μια υπεραξία και αποτέλεσαν τον οδηγό για νέες προσπάθειες. Μία από αυτές είναι η πολύ καλή δουλειά που κάνει ο Μιχάλης Κοντιζάς, ιδιοκτήτης του Volacus Winery.  Η οικογενειακή επιχείρηση με τα φυτώρια στο νησί τον βοήθησε να αναζητήσει κάτι πιο ιδιαίτερο. Αγόρασε μια έκταση στη Γάρδαρη του Φαλατάδου το 2009 και ένα χρόνο αργότερα έκανε τις πρώτες φυτεύσεις με Μαλαγουζιά. Ακολούθησαν Ασσύρτικο και Μαυροτράγανο λίγα χρόνια αργότερα. Νέες εκτάσεις προστίθενται σιγά σιγά και σήμερα κυκλοφορούν τρεις ετικέτες και ετοιμάζονται κι άλλες. Οι αμπελώνες βρίσκονται σε υψόμετρο 400 μέτρων, σε αργιλοαμμώδες και γρανιτικό έδαφος. Ο Μιχάλης Κοντιζάς κατά τη συζήτησή μας αναφέρεται στα ιστορικά στοιχεία που αποδεικνύουν την καλλιέργεια αμπελιού στη συγκεκριμένη περιοχή στο πέρασμα των χρόνων, αλλά στεκόμαστε και στη δική του προσπάθεια.

Ο οινοποιός Μιχάλης Κοντιζάς

«Δουλέψαμε περίπου ένα χρόνο στην αρχή για να μετατρέψουμε το τοπίο αυτό σε αμπελώνα. Τεράστιες πέτρες που έπρεπε να σπάσουν η να μετακινηθούν. Δημιουργήσαμε τις αναβαθμίδες για να συγκρατείται το χώμα και φυτέψαμε. Από εκεί και πέρα όλη η δουλειά εδώ είναι χειρωνακτική. Δεν χρησιμοποιούμε μηχανήματα και θέλω να πιστεύω ότι η προσπάθεια που κάνουμε αντανακλάται στο κρασί. Τα κρασιά της Τήνου έχουν δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η ορυκτότητα, που προέρχεται προφανώς από τα γρανιτώδη εδάφη της περιοχής μας και το δεύτερο είναι η αίσθηση της αλμύρας στο στόμα. Οι άνεμοι που φυσάνε από τη θάλασσα και «χτυπάνε» τα κλήματα μεταφέρουν τη θάλασσα πάνω στα τσαμπιά και αυτή η αίσθηση περνάει στη γεύση», λέει.

Στόχος του είναι η παραγωγή ποιοτικού κρασιού από τη μία και η συμβολή στην ανάδειξη του νησιού ως οινικό προορισμό. Για αυτό ανακαίνισε την παλιά «κατοικιά» που υπήρχε στο κτήμα. Η «κατοικιά», είναι ένα σύνολο πέτρινων κτισμάτων που χρησιμοποιείται από τις αγροτικές οικογένειες ως προσωρινή στέγη την περίοδο της συγκομιδής των καρπών από τα χωράφια, αλλά και της βοσκής των ζώων. Για το λόγο αυτό χτίζονταν πολύ κοντά ή μέσα στο χωράφι ώστε να διευκολύνονται οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι. Κυριαρχεί ο χώρος που μένει η οικογένεια. Άλλα κτίσματα περιλαμβάνουν συνήθως το μαντρί, τις αποθήκες για τη σοδειά και σε κάποιες περιπτώσεις το λιοτρίβι, το αλώνι και το πατητήρι

Ο Μιχάλης μαζί με τη γυναίκα του, την Ειρήνη, φιλοδοξούν η δική τους «κατοικιά» να γίνει μια φιλόξενη στέγη για τους οινόφιλους που επισκέπτονται το κτήμα, με τα αναγκαία για μια σωστή γευσιγνωσία και την αποθήκευση των κρασιών. Ο οινοτουρισμός είναι κομμάτι που καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στη σκέψη τους, και χρόνο στην ενασχόληση τους με το κρασί. Το κτήμα τους είναι επισκέψιμο, αρκεί να προηγηθεί μια συνεννόηση. Η εμπειρία της επίσκεψης ολοκληρώνεται στον ίσκιο των δέντρων με ένα ποτήρι κρασί και την αφήγηση της ιστορίας από το ζευγάρι. Μοιράζονται το πάθος για τον τόπο τους και για το κρασί με σεμνότητα, γνώση και απόλυτα ρεαλιστική προσέγγιση για αυτό που κάνουν.

Στεγασμένο πατητήρι στην Τήνο

Η ξενάγηση στους αμπελώνες περιλαμβάνει επίσης κάτι πολύ ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Στον αμπελώνα με το Ασσύρτικο θα βρούμε ένα από τα μοναδικά σκεπαστά πατητήρια που στέκουν μέχρι σήμερα. Τα πατητήρια που εφάπτονται στα αμπέλια είναι μια συνηθισμένη εικόνα στις Κυκλάδες. Οι αγρότες πατούσαν τα σταφύλια αμέσως μετά τη συγκομιδή και γι’ αυτό έφτιαχναν με αυτό τον τρόπο τα πέτρινα πατητήρια. Η διαφορά στην Τήνο, και συγκεκριμένα στην περιοχή του Φαλατάδου, είναι η σκεπή που τους προστάτευε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και κυρίως από τους ισχυρούς ανέμους και τη βροχή. Τα μικρά, χαμηλά στεγασμένα πατητήρια ονομάζονταν Στεγαστά κι από αυτά πήρε το όνομα της όλη η περιοχή των Στεγαστών.

 

Με καταγωγή από την Τήνο, ο Γιάννης Μωραΐτης ζει στην Αττική αλλά το 2012 η αγάπη του για το νησί τον οδήγησε στην απόφαση να ασχοληθεί με την παραγωγή κρασιού. Στο χωριό του τη Μέση, που βρίσκεται κοντά στον Φαλατάδο, επιχείρησε μια επαναφύτευση του παλιού αμπελώνα των προγόνων του που ξεκίνησε λίγους μήνες αργότερα και έδωσε τα πρώτα κρασιά το 2016. Tα πρώτα χρόνια οι οινοποιήσεις δεν γίνονταν στην Τήνο, από φέτος όμως έχει δικό του οινοποιείο, το «Οινοποιείο Βαπτιστής», πολύ κοντά στα αμπέλια. Συνολικά παράγονται 5.500 φιάλες το χρόνο οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν όταν θα αποδώσουν καρπούς και οι νέες φυτεύσεις έκτασης περίπου 15 στρεμμάτων που έγιναν πέρσι. Στόχος του είναι να φτάσει στις 25.000 φιάλες και μέσα σε αυτές να περιλαμβάνεται κι ένα «μεγάλο κρασί».

Ο Γιάννης Μωραΐτης περιγράφει το όνειρο του: «Θεωρώ ότι η Τήνος μπορεί να δώσει ένα μεγάλο κρασί που θα ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Τα εδάφη είναι μοναδικά, υπάρχουν τουλάχιστον τρία διαφορετικά terroir. To έδαφος, τα υψόμετρα, οι μεγάλες διαφορές που επικρατούν, ακόμα και στις καιρικές συνθήκες, κάνουν τον κάθε αμπελώνα ξεχωριστό. Τα κρασιά του νησιού χαρακτηρίζονται από οξύτητα και έντονο αρωματικό χαρακτήρα ο οποίος προκύπτει από τις ποικιλίες που καλλιεργούνται».

Το «Οινοποιείο Βαπτιστής» κυκλοφορεί λευκά, ροζέ και κόκκινα κρασιά, πέντε ξηρά και ένα γλυκό από ελληνικές ποικιλίες που δοκιμάστηκαν και δείχνουν ότι προσαρμόζονται στις συνθήκες της Τήνου. Ασσύρτικο, Μονεβασιά, Ροδίτης, το σπάνιο Μαυροθήρικο με προέλευση από τη Νίσυρο και ακόμα Μαυροτράγανο και Μανδηλαριά. Ο Γιάννης Μωραΐτης δεν σταματάει τις δοκιμές και τους πειραματισμούς στην καλλιέργεια, αλλά και στην οινοποίηση, ενώ στα κρασιά που δοκιμάσαμε μαζί του είχαμε την ευκαιρία να δούμε και τη μικρή εξέλιξη σε κάποιες από τις ετικέτες του από το 2016 μέχρι σήμερα.

 

Ο πρώτος άνθρωπος που ασχολήθηκε με το κρασί και εμφιάλωσε την παραγωγή του στην Τήνο είναι ο Χρήστος Φόνσος. Ξεκίνησε το 1996 όταν στο νησί το σταφύλι κατέληγε να γίνει κυρίως ρακί ή χύμα κρασί. Πίστεψε στις άγνωστες τότε παραδοσιακές τοπικές ποικιλίες, όπως είναι το (λευκό και μαύρο) Ποταμίσι, το Κουμαριανό, αλλά και η Μονεμβασία. Φύτεψε συνολικά 12 στρέμματα σε διαφορετικά σημεία, δεδομένου ότι οι κλήροι είναι ιδιαίτερα μικροί στην Τήνο, και παραμένει πιστός στις ιδέες του οινοποιώντας με παραδοσιακό στυλ στο ιδιόκτητο οινοποιείο στην Κώμη. Παράγει κάθε χρόνο 3.500 με 4.000 φιάλες, οι οποίες πωλούνται αποκλειστικά στο νησί.

Ο οινοποιός Χρήστος Φόνσος

Πολλά εστιατόρια, κάβες και μπαρ στηρίζουν την καλή δουλειά που γίνεται και διαθέτουν στους πελάτες τους κρασιά και από τους έξι παραγωγούς της Τήνου προάγοντας με αυτό τον τρόπο τα τοπικά προϊόντα, κάτι που δεν το συναντάμε σε πολλές άλλες οινοπαραγωγικές ζώνες.

Άλλη μια οινική προσπάθεια, που ξεκίνησε πρόσφατα στην Τήνο και δείχνει να έχει καλές προοπτικές, είναι στο χωριό Εξώμβουργο από τον Θεόδωρο Κοσμόπουλο που ίδρυσε το οινοποιείο X-Bourgo. Ξεκίνησε το 2011 με σκοπό να ασχοληθεί με τη γη. Φύτεψε 8 στρέμματα σε μια πλαγιά του Τριπόταμου και δημιούργησε έναν αμπελώνα που εκτείνεται σε 11 πεζούλες. Οι αναβαθμίδες αποτελούν ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τοπίου των Κυκλάδων και στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταμόρφωσαν την επικλινή πλαγιά σε καρπερό χωράφι. Ελληνικές παραδοσιακές ποικιλίες συναντούμε και εδώ. Ένα λευκό κρασί από Ασσύρτικο κι ένα ερυθρό από Μαυροτράγανο και Μαυροθήρικο που προέρχονται αποκλειστικά από τον ιδιόκτητο αμπελώνα. Τα σταφύλια μεταφέρονται στην Αττική και οινοποιούνται σε οινοποιείο των Μεσογείων, όμως ο αμπελώνας είναι ανοιχτός στους επισκέπτες. Η βόλτα ανάμεσα στα αμπέλια και η ξενάγηση που πραγματοποιείται κατόπιν ραντεβού ολοκληρώνεται με τη γευσιγνωσία των κρασιών στον δροσερό ίσκιο των δέντρων και στα μικρά κτίσματα του κτήματος.

 

Για τελευταίο σταθμό της οινικής περιοδείας μας στα αμπέλια της Τήνου, αφήσαμε την πιο ιδιαίτερη. Πρόκειται για το Domaine De Κalathas. Ο Γάλλος αντικέρ και γραφίστας Jerome Binda αγάπησε το νησί σε μία επίσκεψή του και αγόρασε ένα σπίτι στα Λουτρά το 2005 όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα το 2011. Η επιθυμία του να ασχοληθεί με τη γη τον βοήθησε να ανακαλύψει τα αμπέλια και τα σταφύλια της Τήνου. Κυρίως την άγρια πλευρά. Σε ένα τοπίο ημιάγριο, όπως το αποκαλεί ο ίδιος, στην ανατολική πλευρά του νησιού, στον ίσκιο του Καλαθά, βρήκε την ενέργεια του τοπίου ιδανική. Εδώ δημιουργεί κάτι μοναδικό σε πολύ μικρή απόσταση από το Φαλατάδο. Στο σημείο που είναι το κτήμα του δεν υπάρχει ρεύμα. Ούτε καν σήμα στο κινητό. Νερό υπάρχει αλλά πρέπει να το μαζεύεις γιατί είναι λίγο και πολύτιμο.

Στην κουβέντα μας ο Jerome αναφέρεται συχνά στην έννοια vigneron. Έτσι χαρακτηρίζει τον εαυτό του. Ως έναν αμπελουργό που παράγει κρασί. Η φιλοσοφία του χαρακτηρίζεται από την επιμονή και τη στόχευση. Παράγει φυσικά κρασιά με ελάχιστη ή μηδενική παρέμβαση. Κρασιά που μπορούν να χαρακτηριστούν χειροποίητα. Χειρωνακτική καλλιέργεια και φυσικά τρύγος με το χέρι και παραδοσιακό πάτημα πρώτα με τα πόδια. Εμφιάλωση ένα προς ένα, ετικετάρισμα και πακετάρισμα. Ακόμα κι αν ήθελε δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μηχανήματα για να τρυγήσει σε τέτοια μέρη, αλλά το βασικό είναι ότι αυτές οι μέθοδοι απέχουν πολύ από την προσέγγισή του. Έχει βιολογική πιστοποίηση και ακολουθεί κάποιες μεθόδους βιοδυναμικής γεωργίας αλλά προσαρμόζεται  και  στις συνθήκες του νησιού. Για παράδειγμα δεν χρησιμοποιεί κοπριά από αγελάδες, όπως απαιτείται στο σχετικό πρότυπο, αλλά από κατσίκες που βόσκουν εκεί. Στην ουσία φροντίζει να παράγει υψηλής ποιότητας πρώτη ύλη για να φτιάξει σπουδαία κρασιά με αντοχή στον χρόνο. Υγιές και δυνατό σταφύλι ώστε να μη χρειάζεται παρέμβαση. Θεωρεί οδηγό τη διαίσθηση και την καρδιά του, και όπως λέει, μαθαίνει από τα λάθη του.

Ο vigneron Jerome Binda

Με σεβασμό στις οινικές ρίζες του νησιού καταπιάνεται με τις σπάνιες τοπικές ποικιλίες, όπως το Άσπρο Ποταμίσι, το Μαύρο Ποταμίσι, το Κουμαριανό, αλλά και το παρεξηγημένο Ροζακί. «Για μένα είναι πολύ ιδιαίτερο σταφύλι και αν προσέξεις είναι διαφορετικό ακόμα και από χωριό σε χωριό. Από αυτό έφτιαχναν κυρίως ρακί, γιατί πίστευαν ότι δεν μπορεί να δώσει καλό κρασί. Ναι, του λείπει η οξύτητα, αλλά αν το πιστέψεις και δουλέψεις σωστά θα δεις καλά αποτελέσματα», σημειώνει. Καλλιεργεί επίσης Κοντούρα, Μανδηλαριά, Μαυροτράγανο, Ασσύρτικo και Syrah. Μάλιστα από τις δύο τελευταίες ποικιλίες καλλιεργεί σπάνιους κλώνους, αλλά σε αυτό το κομμάτι θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά σε μια νέα ιστορία. Τα κλήματα έχουν ηλικία που ξεπερνά σε κάποιες περιπτώσεις και τα 150 χρόνια. Είναι φυτεμένα σε αμμώδες έδαφος σε αντίθεση με το υπόλοιπο νησί που έχει κυρίως γρανιτικά εδάφη.

Πιστεύει στις δυνατότητές των σταφυλιών του νησιού, βλέπει τις δυσκολίες και προσπαθεί να τις υπερκεράσει και να δώσει στα κρασιά τον χαρακτήρα του τόπου. Φρεσκάδα, αλμύρα, βοτανικότητα και έντονη ορυκτή γεύση. Αρώματα ευγενικά με έμφαση στο φρούτο. Αίσθηση της θάλασσας και του αέρα του Αιγαίου. Αυτά σου μένουν από τα κρασιά του Jerome. Οι ετικέτες αλλά και τα ονόματα των κρασιών του είναι ιδιαίτερα ευφάνταστα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αγαπάει την τέχνη αλλά και τη γραφιστική και το αποτέλεσμα (προφανώς πρόκειται για δική του δουλειά) είναι ξεχωριστό. Η επωνυμία του Domaine De Kalathas έχει αρχίσει να γίνεται γνωστή στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Συνολικά εξάγει σε δέκα χώρες. Τα κρασιά του πουλιούνται σε δύσκολες αγορές, όπως της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Δανίας. Φιγουράρουν σε λίστες κορυφαίων βραβευμένων εστιατορίων. Από τα περίπου 45 στέμματα παράγει κάθε χρόνο 10.000 φιάλες, κάτι που σημαίνει ότι οι στρεμματικές αποδόσεις είναι εξαιρετικά χαμηλές.

«Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εδώ είναι να ζήσουμε τον τόπο και να τον εκφράσουμε στο κρασί. Χρειάζεται να αποκτήσεις δυνατή σχέση. Με το αμπέλι, με οτιδήποτε άλλο υπάρχει στο χώρο. Τα δέντρα, τα φυτά τα ζώα και φυσικά τους ανθρώπους που ζουν μαζί σου. Η διαφορά προκύπτει από τον τρόπο του καθενός, γιατί ακόμα κι αν μαζέψουμε το ίδιο σταφύλι δεν θα φτιάξουμε ακριβώς το ίδιο κρασί….» μας λέει.

 

Στην Τήνο ξεκίνησε εδώ και λίγο καιρό και ένα καινούργιο οινικό project στην περιοχή των Λουτρών. Πρόκειται για μια σημαντική επένδυση που θα έχει και οινοτουριστικό χαρακτήρα καθώς θα περιλαμβάνει αγροτουριστικά καταλύματα με έντονο οινικό στοιχείο. Με επικεφαλής τον οινολόγο Σπύρο Ζουμπούλη έγινε μια πολύ προσεκτική προετοιμασία του εδάφους που κράτησε τρία χρόνια. Τον Απρίλιο φυτεύτηκαν Ασσύρτικο, Μαυροτράγανο και Άσπρο Ποταμίσι και σε επόμενο στάδιο θα κατασκευαστεί εκεί ένα οινοποιείο. Φιλόδοξη προσπάθεια που χαρακτηρίζεται από μεθοδικότητα και στοχοπροσήλωση. Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται μετά από τρία ή τέσσερα χρόνια, αλλά η προσέγγιση δείχνει ότι ετοιμάζεται κάτι πραγματικά σπουδαίο.

 

Η (άγνωστη) Μύκονος του κρασιού

Επόμενο λιμάνι μας είναι αυτό της Μυκόνου. Στο πιο κοσμικό νησί της χώρας, η καλλιέργεια του σταφυλιού και η παραγωγή κρασιού δεν είναι από τις πιο δημοφιλείς δραστηριότητες. Αντίθετα είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο η κατανάλωση κρασιού τους καλοκαιρινούς μήνες στα γνωστά beach bar και εστιατόρια του νησιού με τα τεράστια ποσά που ξοδεύονται για τις πολύλιτρες φιάλες σαμπάνιας και σπάνιων κρασιών.

Δύο προσπάθειες όλες κι όλες καταγράφονται στο νησί και είναι εκ διαμέτρου αντίθετες ως προς το μέγεθος του εγχειρήματος. Η πρώτη προέρχεται από ένα μεγάλο Κτήμα της βόρειας Ελλάδας και η δεύτερη είναι μια μικρή προσωπική προσπάθεια ενός οδοντίατρου από όπου και θα ξεκινήσουμε. Ο Γιώργος Ξυδάκης  στο οικογενειακό αγρόκτημα καλλιεργεί τοπικές ποικιλίες όπως Παριανό, Κουντούρα, Σερφιώτικο, Ασπρο και Μαύρο Ποταμίσι αλλά και τις εξαιρετικά σπάνιες: Μαύρη Ασκαθαριά, Αγιαννιώτικο, Κουφόρρωγο, Ξερομαχαιρούδες και εμφιαλώνει το κρασί που παράγει στο μικρό-οινοποιείο στην Κούτελα. Η ποικιλιακή σύνθεση μπορεί να διαφέρει χρόνο με τον χρόνο, ανάλογα με το πώς πήγε η σοδειά. Το αμπέλι και το υπόλοιπο κτήμα που δίνει φρούτα και λαχανικά έχουν πιστοποίηση βιολογικής καλλιέργειας από τον οργανισμό ΔΗΩ. Πρόκειται για μια προσπάθεια που ξεκίνησε ως ερασιτεχνική από έναν άνθρωπο που ασχολήθηκε κυρίως με το αμπέλι και τις κυκλαδίτικες ποικιλίες. Τα τελευταία χρόνια όμως οι σπάνιες φιάλες του κλέβουν την παράσταση σε γευσιγνωσίες και συζητήσεις οινόφιλων.

 

Το άλλο οινικό project της Μυκόνου στήνεται από το Château Nico Lazaridi, την εταιρία που έθεσε τα θεμέλια της αμπελουργίας στον Νομό Δράμας και έχει αναδειχθεί σε μία από τις σημαντικότερες οινοποιίες στην Ελλάδα. Αυτό το διάστημα κατασκευάζει στην Άνω Μερά Μυκόνου, στην θέση Μαού ένα σύγχρονο οινοποιείο που φέρει τον τίτλο Aμπελώνες Μυκόνου Α.Ε. Το κτιριακό συγκρότημα αρχιτεκτονικά εντάσσεται στο πνεύμα των Κυκλάδων και στους χώρους του περιλαμβάνει αίθουσα τέχνης και χώρους εκδηλώσεων, καθώς δίνεται ιδιαίτερη μέριμνα στην παροχή οινοτουριστικών υπηρεσιών.

Το οινοποιείο έχει ιδιόκτητα χωράφια έκτασης 70 στρεμμάτων, τα οποία ξεκίνησαν να φυτεύονται σταδιακά από την άνοιξη του 2019. Οι ποικιλίες που έχουν ήδη φυτευτεί είναι γηγενείς, Ασσύρτικο, Μαντιλάρι, Μαυροτράγανο και Μονεμβασιά, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή λευκών και ροζέ κρασιών. Τα αποτελέσματα αναμένονται σύντομα.

Μοιράσου το άρθρο: