Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα, η FED, ανακοίνωσε αύξηση του βασικού επιτοκίου της σηματοδοτώντας την είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε μια νέα φάση, με πολλές αβεβαιότητες.

Η FED αποφάσισε να ακολουθήσει “σφικτή” νομισματική πολιτική, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιό της επειδή διαπιστώνει ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε ανοδική πορεία και προεξοφλεί ότι θα συνεχίσει στην κατεύθυνση αυτή χάρη στη μείωση της φορολογίας και την αύξηση των δημοσίων δαπανών για δημόσια έργα σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα που έχει εξαγγείλει ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της χώρας Ντόναλντ Τραμπ.

Η ομοσπονδιακή τράπεζα ανακοίνωσε αύξηση κατά 0,25% του βασικού επιτοκίου της, το οποίο διαμορφώνει το κόστος χρήματος στην αγορά και στο εξής θα κυμαίνεται στη ζώνη 0,5%-0,75%, ενώ προανήγγειλε και τρεις αντίστοιχες αυξήσεις μέσα στο 2017.

Με λίγα λόγια επιβεβαιώνεται ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε άνοδο και ότι μπορεί να συνεχίσει ακόμα και χωρίς φθηνό χρήμα. Για το λόγο αυτό η FED σπεύδει να αυξήσει τα επιτόκια για να εμποδίσει την υπερθέρμανση της οικονομίας και την εμφάνιση υψηλού πληθωρισμού.

Βασικός παράγων που συντηρεί τις ανοδικές προβλέψεις για την οικονομία των ΗΠΑ είναι τα σχέδια Τραμπ για δημοσιονομική επέκταση.

Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μόλις προ ημερών αποφάσισε ότι θα συνεχίσει την χαλαρή νομισματική πολιτική κρατώντας τα δικά της επιτόκια στο μηδέν ή κάτω από αυτό και ότι θα συνεχίσει να “τυπώνει” χρήμα και να το διοχετεύει στην αγορά αγοράζοντας ομόλογα.

Η πολιτική της ΕΚΤ οφείλεται στο ότι η οικονομία της Ευρωζώνης “σέρνεται” με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ επιπλέον το 2017 υπάρχει μεγάλη πολιτική αβεβαιότητα, λόγω των εκλογών στην Ολλανδία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, η οποία ενδεχομένως να επηρεάσει αρνητικά τις κεφαλαιαγορές. Έτσι, η ΕΚΤ θέλει να έχει ενεργό το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για να παρεμβαίνει εκτονώνοντας τις πιέσεις.

Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η Κομισιόν, αλλά και η ΕΚΤ το τελευταίο διάστημα τάσσονται υπέρ περισσότερων δημοσίων επενδύσεων και στην Ευρώπη για να “πάρει μπροστά” η οικονομία, τέτοιες λύσεις δεν προχωρούν λόγω των αντιρρήσεων της Γερμανίας, η οποία επιμένει στις περιοριστικές πολιτικές, στη λεγόμενη “λιτότητα”.

Με τα δεδομένα αυτά η εικόνα που διαμορφώνεται διεθνώς συνηγορεί υπέρ της ανόδου του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ καθώς η αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων αλλά και η ανοδική πορεία θα στρέψει κεφάλαια στο αμερικανικό νόμισμα (σε καταθέσεις, ομόλογα και μετοχές). Δεν αποκλείεται σύντομα η ισοτιμία των δύο νομισμάτων να διαμορφωθεί στο 1 προς 1, επίπεδο που βρίσκεται περίπου 5% ψηλότερα για το δολάριο από τη σημερινή του τιμή.

Οι προβλέψεις είναι θετικές και για τις αμερικανικές μετοχές, οι τιμές των οποίων το τελευταίο διάστημα έχουν σημειώσει σημαντική άνοδο, παρά τη χθεσινή πτώση μετά την ανακοίνωση της αύξησης των επιτοκίων, καθώς η είδηση ήταν αναμενόμενη, αλλά όχι και η προαναγγελία ότι τα αμερικανικά επιτόκια θα αυξηθούν ταχύτερα το επόμενο διάστημα.

Εκείνο που μένει να φανεί είναι εάν η αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου αυτή τη φορά θα έχει παρενέργειες στις αναδυόμενες αγορές, όπως είχε γίνει πέρσι το Δεκέμβριο όταν η FED είχε προχωρήσει στην πρώτη αύξηση επιτοκίων και οι επενδυτές διεθνώς είχαν φοβηθεί ότι η αύξηση του κόστους χρήματος θα δημιουργήσει προβλήματα σε υπερδανεισμένες εταιρείες και χώρες που έχουν λάβει μεγάλα δάνεια σε δολάρια τα τελευταία χρόνια που υπήρχαν μηδενικά επιτόκια.

Μοιράσου το άρθρο: