Toυ Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Η πρόσφατη απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να επαναφέρει σε ισχύ τη Συνθήκη του Δουβλίνου και να επαναπροωθεί σε όλες τις χώρες εισόδου της ΕΕ τους πρόσφυγες, περιλαμβανομένων και των Σύρων, που ζητούν άσυλο στη Γερμανία, εξαιρώντας πάντως την Ελλάδα, ανοίγει και πάλι τη συζήτηση για τη σκοπιμότητα και τον τρόπο λειτουργίας της εν λόγω Συνθήκης.

Να σημειωθεί ότι από τον περασμένο Αύγουστο η Γερμανία είχε αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή της Συνθήκης, αν και μόνο για τους προερχόμενους από τη Συρία. Τώρα το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF) θα αρχίσει να ελέγχει ξεχωριστά κάθε υπόθεση εισόδου στη Γερμανία για να αποφασίσει αν κάποιος θα σταλεί πίσω στη χώρα από την οποία εισήλθε στην ΕΕ.

Για την εν λόγω απόφαση υπήρξαν αντιδράσεις όχι μόνον στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της Γερμανίας από τους Πράσινους αλλά και αρκετούς πολιτικούς των Σοσιαλδημοκρατών (SPD). Οι τελευταίοι, επικρίνοντας την απόφαση της κυβέρνησης, κατήγγειλαν ότι ο υπουργός Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ δεν είχε ενημερώσει το κόμμα τους, που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, για την απόφαση αυτή.

Απ΄την άλλη, υπήρξαν και υποστηρικτές αυτής της κίνησης, όπως είναι η περίπτωση της προερχόμενης από το Λαϊκό Κόμμα υπουργού Εσωτερικών της Αυστρίας Γιοχάνα Μικλ-Λάιτνερ, η οποία χαιρέτισε την απόφαση του Βερολίνου. «Είναι ένα μήνυμα που περιμέναμε τις τελευταίες εβδομάδες», δήλωσε η συντηρητική πολιτικός. Πρόκειται «για ένα σημείο καμπής από την κουλτούρα υποδοχής χωρίς όρια πίσω σε μια κουλτούρα της λογικής και μέτρου», τόνισε η Μικλ- Λάιτνερ. Τώρα είναι «απαραίτητο να στείλουμε ξεκάθαρα το νέο αυτό στον κόσμο, ώστε να έχει αποτέλεσμα».

 

Ποιοί είναι και τι προβλέπουν οι Κανονισμοί Δουβλίνο I, ΙΙ & ΙΙΙ

Ο περίφημοι Κανονισμοί Δουβλίνο ΙΙ, ΙΙΙ κλπ είναι νομικά κείμενα που θεσπίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και καθορίζουν τη χώρα η οποία θα είναι υπεύθυνη για να δώσει άσυλο στον αιτούντα πρόσφυγα. Ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ (ή Κανονισμός 343/20030) αντικατέστησε τη σύμβαση του Δουβλίνου του 1990 (θεωρούμενη ως Δουβλίνο Ι), η οποία όριζε τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του αρμόδιου κράτους όσον αφορά την εξέταση αίτησης ασύλου. Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ εφαρμόζουν τον εν λόγω Κανονισμό, όπως επίσης και η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Ελβετία και το Λιχτενστάιν. Ο εν λόγω Κανονισμός αντικαταστάθηκε με τη σειρά του από τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ που ετέθη σε ισχύ από 1/1/2014, διατηρώντας και επεκτείνοντας το πνεύμα των προηγουμένων.

Σύμφωνα με τους εν λόγω Κανονισμούς, ο μετανάστης δικαιούται να ζητήσει άσυλο στην ευρωπαϊκή χώρα στην οποία θα εισέλθει την πρώτη φορά. Π.χ. οι μετανάστες που εισέρχονται στην Ελλάδα και κατόπιν μεταβαίνουν σε άλλη χώρα για να αιτηθούν άσυλο θα πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ, αλλά και τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ θα έπρεπε να επιστρέφονται πίσω στη χώρα μας.

Και οι τρεις προαναφερόμενοι και διαδοχικοί Κανονισμοί θέτουν την αρχή ότι ένα μόνο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου. Στόχος είναι η αποφυγή της αποστολής των αιτούντων άσυλο από τη μια χώρα στην άλλη, αλλά επίσης η αποτροπή της κατάχρησης του συστήματος με την υποβολή περισσοτέρων αιτήσεων ασύλου από ένα μόνο άτομο. Επομένως, ορίζονται αντικειμενικά και ιεραρχημένα κριτήρια, προκειμένου να προσφέρουν τη δυνατότητα προσδιορισμού, για κάθε αιτούντα άσυλο, του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο.

 

Η εξαίρεση της Ελλάδας

Ωστόσο, λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων εφαρμογής του ασύλου στην Ελλάδα, οι Κανονισμοί αυτοί βρίσκονταν άτυπα σε επανεξέταση ήδη από το 2010-2011, πολύ πριν την έκρηξη της πρόσφατης προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης.

Συγκεκριμένα, από τον Απρίλιο του 2011, μετά από έκθεση της Γαλλίδας Σοσιαλίστριας Ευρωβουλευτού Σιλβί Γκιγιόμ, που υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έγινε σύσταση στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν πάντα την αρχή της επαναπροώθησης των αιτούντων άσυλο στην πρώτη χώρα εισόδου στην Ευρώπη και εννοώντας κυρίως την περίπτωση της Ελλάδας. Επίσης, στις 21 Δεκεμβρίου 2011 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι κινδυνεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών που επιστρέφουν ειδικά στην Ελλάδα μέσω του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, απόφαση που χαρακτηρίστηκε ότι ανατρέπει defacto τον Kανονισμό Δουβλίνο ΙΙ.

Ωστόσο, η Ελλάδα, παρά την άτυπη αναστολή του Δουβλίνου ΙΙ και III ως προς αυτήν, παραμένει ουσιαστικά εγκλωβισμένη σε ευρωπαϊκούς κανονισμούς που υπέγραψε πριν μερικά χρόνια, χωρίς να εξασφαλίσει τα κατάλληλα ανταλλάγματα, εκτός από τις κοινοτικές ενισχύσεις για τη Frontex, προηγουμένως τα κέντρα κράτησης και τώρα τα λεγόμενα hot spots.

Ετσι, όπως κατεξοχήν έχει διαφανεί τους τελευταίους μήνες, ως χώρα υποδοχής, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να διαχειριστεί ένα τεράστιο πρόβλημα -ευρωπαϊκό κατ’ ουσίαν- που θα διαρκέσει επί μακρόν και με δεδομένη τη δυσχερή οικονομική της κατάσταση. Και παρά τη σχετική κινητοποίηση της ΕΕ από την προηγούμενη άνοιξη γύρω από το πρόβλημα και τη δημιουργία κάποιων περιορισμένων ευρωπαϊκών μηχανισμών, η χώρα μας δεν έχει τα κατάλληλα μέσα να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση ενώ οι Ευρωπαίοι, εν τέλει προστατευμένοι από το Δουβλίνο ΙΙ και III, κατ΄ ουσία αδιαφορούν.

 

Αδιεξοδική η αμφισβήτηση του Σένγκεν-Ανάγκη συμμαχιών για αλλαγή του Δουβλίνου

Ολο αυτό το διάστημα της όξυνσης της προσφυγικής/μεταστευτικής κρίσης υπήρξαν φωνές στην Ελλάδα που υποστήριξαν την έξοδο της χώρας από τη Συνθήκη Σένγκεν και την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων στους πρόσφυγες και ακόμη και τους μετανάστες ώστε το πρόβλημα να μετακυλιστεί στους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Όμως, οι εισηγητές τέτοιων θέσεων ξεχνούσαν κάτι βασικό. Οι Κανονισμοί Δουβλίνο ΙΙ και τώρα III «πηγαίνουν πακέτο» με τη συνθήκη Σέγκεν. Αυτό αφενός σημαίνει ότι, σε περίπτωση αποχώρησης της Ελλάδας από το Σένγκεν, οι Έλληνες πολίτες θα έχαναν το προνόμιο να ταξιδεύουν μόνο με την ταυτότητα τους στις χώρες της Ευρώπης και θα χρειαζόταν να εκδώσουν ξανά διαβατήρια, εξέλιξη-πισωγύρισμα για τη χώρα. Αφετέρου, σε μια τέτοια περίπτωση τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ στην περιοχή θα έπαυαν να είναι τα ελληνικά και θα μετατίθεντο στα επόμενα γεωγραφικώς κράτη μέλη, τα οποία, τότε εκείνα, αφού θωρακίζονταν, θα μας επέστεφαν και πάλι, τουλάχιστον μέρος των προσφύγων και μεταναστών που θα είχαν διέλθει από ελληνικό έδαφος.
Το μόνο ρεαλιστικό, δίπλα στις υπόλοιπες προσπάθειες για δημιουργία μιας κοινής πολιτικής της ΕΕ για το προσφυγικό και μεταναστευτικό, θα ήταν η χώρα μας, σε συνεργασία και με άλλα ενδιαφερόμενα για το πρόβλημα κράτη όπως Ιταλία, Ισπανία, Κύπρο, Μάλτα, Βουλγαρία κλπ. να ανοίξει μια επαναδιαπραγμάτευση για αυτούς τους Κανονισμούς και να θέσει τους υπόλοιπους εταίρους προ των ευθυνών τους ώστε να βελτιώσει θεσμικά τους σχετικούς όρους. Αντιθέτως, μια μονομερής αμφισβήτηση αυτών των κανόνων θα οδηγούσε στην αντίδραση των υπολοίπων μελών της ΕΕ.

Μοιράσου το άρθρο: