Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Ταυτισμένα στο συλλογικό υποσυνείδητο με τις έννοιες της σκληρής ιδεολογίας, της αυστηρής ιεραρχίας και του εθνοκεντρισμού, τα στρατιωτικά καθεστώτα έδιναν πάντα προτεραιότητα στη δημιουργία μιας εικονικής πραγματικότητας αφενός για ν’ αντιμετωπίσουν τις αντιδράσεις στην επιβολή τους, αφετέρου για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους. Αυτό έπραξε και η δικτατορία των συνταγματαρχών, εκμεταλλευόμενη, μάλιστα, το εύφορο πεδίο που είχε καλλιεργηθεί κατά τη μετεμφυλιακή πορεία της χώρας. Στηριζόμενο στους μύθους και στην προπαγάνδα, το καθεστώς των συνταγματαρχών πέτυχε να επιζήσει για επτά συναπτά έτη και κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η συνέχειά του αν δεν επικρατούσαν οι άφρονες σκέψεις του Ιωαννίδη και το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974.

Η συνωμοτική δράση του Παπαδόπουλου είχε επισημανθεί ήδη από τα μέσα του 1965

Η μετεμφυλιακή εποχή (1949-1967) διακρίνεται από στοιχεία έντονης ιδεολογικής φόρτισης, βασισμένης στις έννοιες του «αντικομμουνισμού» και της «εθνικοφροσύνης» και πλαισιωμένης από την εμπεδωμένη πρακτική του αυταρχισμού ως κύριου χαρακτηριστικού στις μεθόδους εφαρμογής της εξουσίας. Σε θεσμικό επίπεδο, μάλιστα, το λεγόμενο «παρασύνταγμα», ένα καταναγκαστικό πλέγμα περιορισμού των πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών, αποτέλεσε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου το ιδιότυπο όχημα νομιμοποίησης των παρακρατικών μεθόδων. Μοναδικό σχήμα που θα μπορούσε να υπερκεράσει το βαθύ ιδεολογικό χάσμα μεταξύ κομμουνισμού-αντικομμουνισμού και ν’ αποτελέσει τη βάση για την πολυπόθητη λήθη του παρελθόντος ήταν η ανάπτυξη. Όμως, το παρελθόν ήταν ακόμα πολύ έντονο, ενώ ο δρόμος για την ευημερία παρέμενε μακρύς και γεμάτος εμπόδια – για κάποιους μικρότερα, για άλλους απροσπέλαστα. Πέρα, λοιπόν, από την εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, το τρίγωνο της εξουσίας συμπληρωνόταν, και επί της ουσίας εξαρτάτο, από δύο διακριτούς και κατεξοχήν «βαρείς» ιδεολογικά πόλους: Τα Ανάκτορα ως κορωνίδα του αστικού κράτους και τον στρατό ως εγγυητή του κοινωνικού καθεστώτος. Τις λίγες φορές που η νόμιμη κυβέρνηση επιχείρησε να ανεξαρτητοποιηθεί από το Στέμμα, το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο. Παρά το γεγονός ότι αμφότεροι υποβοηθήθηκαν από τα Ανάκτορα για ανέλθουν στην πρωθυπουργία -τόσο ο Καραμανλής το 1963, όσο και ο Παπανδρέου το 1965- αποσταθεροποιήθηκαν κατόπιν σχεδιασμένων βασιλικών πρωτοβουλιών, υπό το άγρυπνο βλέμμα των στρατοκρατών. Παλάτι και Ένοπλες Δυνάμεις δήλωναν πάντα την παρουσία τους στα πολιτικά πράγματα και μάλιστα με εκκωφαντικό τρόπο.

Ο θάνατος του βασιλιά Παύλου το 1964, η τάση ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας από τα κάτω, και δη από τη νεολαία, με κύριο αίτημα τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής, καθώς και ο συμβιβασμός των παλαιών ΙΔΕΑτών αξιωματικών -καθώς πια είχαν ανέλθει στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας- με την καθεστηκυία τάξη, αποτέλεσαν τις βασικές αιτίες της κινητοποίησης των μεσαίων αξιωματικών, η οποία κατέληξε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι συνταγματάρχες ανέτρεψαν τελικά μια αμιγώς δεξιά κυβέρνηση, με επικεφαλής τον έντονα συντηρητικοποιημένο εκείνα τα χρόνια Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Από τις πρώτες ώρες της ζωής του φάνηκε ότι το χουντικό καθεστώς ήταν έμφορτο ιδεολογικών αγκυλώσεων. «Η αδίστακτος και αθλία κομματική συναλλαγή, ο εκτραχηλισμός μεγάλης μερίδας του Τύπου, η μεθοδική επίθεσις εναντίον όλων των θεσμών, η διάβρωσίς των, ο κατεξευτελισμός του κοινοβουλίου, η κατασυκοφάντισις των πάντων, η παράλυσις της κρατικής μηχανής, η πλήρης έλλειψις κατανοήσεως προς τα φλέγοντα προβλήματα της νεολαίας, η ηθική κάμψις (…) εδημιούργησαν κλίμα αναρχίας και χάους, εκαλλιέργησαν συνθήκας μίσους και διχασμού και μας οδήγησαν εις το χείλος της εθνικής καταστροφής. Δεν απέμενεν πλέον άλλος τρόπος σωτηρίας από την επέμβαση του Στρατού». Αυτά περιλαμβάνονταν στην πρώτη παράγραφο του διαγγέλματος της αυτοαποκαλούμενης «εθνοσωτηρίου», η οποία, προκειμένου να αιτιολογήσει την παρέμβασή της, επικαλέστηκε, όπως συνηθιζόταν μετεμφυλιακά, τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Αν έπρεπε να αναδείξουμε το βασικό ιδεολόγημα της δικτατορίας πλην του αντικομμουνισμού, αυτό θα ήταν ο ελληνοχριστιανισμός, πασπαλισμένος με τη χρυσόσκονη μιας μεταφυσικής υπεροχής του ελληνικού έναντι των άλλων εθνών: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», με έντονα τα μεταξικά χαρακτηριστικά του Γ’ Ελληνικού Πολιτισμού, όπως αυτός αποτυπώθηκε στις κιτς εκδηλώσεις του Παναθηναϊκού Σταδίου. Άλλωστε, οι αξιωματικοί που πρωταγωνίστησαν στο πραξικόπημα και την άσκηση της εξουσίας μπήκαν στην Ευελπίδων επί δικτατορίας Μεταξά και πραγματοποίησαν τα πρώτα τους βήματα στα σκληρά κατοχικά και εμφυλιακά χρόνια. Πήραν το βάπτισμα του πυρός στον αγώνα κατά των «συμμοριτών».

«Δεν χωρεί η πολιτική εις όλας τα εκδηλώσεις της ζωής», συνήθιζε να λέει ο Παπαδόπουλος, προσθέτοντας ότι η συντεταγμένη Πολιτεία πρέπει να προστατεύεται από «εγωκεντρικάς αντικοινωνικάς τάσεις και επιδιώξεις ατόμων ή και ομάδων προερχόμενων εκ του εκλογικού κοινοβουλευτικού σώματος». Η χούντα των συνταγματαρχών έτρεφε βαθύ μίσος για την αστική τάξη και τους παλαιούς πολιτικούς. Σε όλες τις κινήσεις ήταν φανερό ότι ήθελε ν’ ανατρέψει τα κοινοβουλευτικά πεπραγμένα των προηγούμενων ετών, ενώ θεωρούσε τη διανόηση της εποχής ως κύρια αιτία της διαφθοράς και του αποπροσανατολισμού της νεολαίας. Έλεγε τότε ο συνταγματάρχης Λαδάς, εκπρόσωπος της πιο φασίζουσας τάσης εντός του καθεστώτος: «Κοιτάξτε τη σαπίλα των ξένων νεολαιών, που βυθισμένες στους βούρκους των ναρκωτικών, του πανσεξουαλισμού, της παρακμής και του εκφυλισμού γυρίζουν αδέσποτες στους δρόμους των μεγαλουπόλεων χωρίς όνειρα, χωρίς ιδανικά, χωρίς ελπίδες, χωρίς μέλλον». Η δικτατορία εξέφραζε, λοιπόν, μια «ηθική αγανάκτηση», επιρρίπτοντας όλα τα προβλήματα στους ταγούς, αυτούς που διαχειρίζονταν τόσα χρόνια την εξουσία. Τελικά, όμως, οι ίδιοι οι συνταγματάρχες απόλαυσαν ακόμα περισσότερο τα πρωτεία που τους έδινε η κυριαρχία τους, ενώ η δικτατορία, ειδικά επί της απόλυτης κυριαρχίας του Παπαδόπουλου, έσπευσε να συνεργαστεί άμεσα -τόσο σε επίπεδο διοικητικού και εκτελεστικού προσωπικού, όσο και αργότερα κατά την επιχείρηση της δήθεν φιλελευθεροποίησης- με τμήμα του προχουντικού πολιτικού προσωπικού, όπως ήταν ο Μαρκεζίνης, ο Ευταξίας, ο Καψάλης κ.λπ. Φέροντας μέσα τους την κληρονομιά ενός κακώς εννοούμενου επαρχιωτισμού, οι συνταγματάρχες διατυμπάνιζαν την απέχθειά τους έναντι της κοινωνικής ζωής της πρωτεύουσας και κατά των προνομίων που απολάμβανε η κρατικοδίαιτη πολιτική τάξη. Το μίσος και η απέχθεια ήταν ο κοινός παρονομαστής των συνειδητά απάνθρωπων βασανιστηρίων που υπέστησαν οι χιλιάδες κρατούμενοι της ελληνικής χούντας.

«Δεν ανήκομεν ούτε εις την οικονομικήν ολιγαρχίαν, την οποίαν ομοίως δεν είμεθα διατεθειμένοι ν’ αφήσωμεν να προκαλή την πενίαν. Ανήκομεν εις την τάξιν του μόχθου. Και θα σταθώμεν εις το πλευρόν των πτωχών αδελφών μας Ελλήνων». Οι συνταγματάρχες παρουσίασαν μια κατά κάποιο τρόπο ψευδοσοσιαλιστική-αντικαπιταλιστική ρητορική στο πεδίο της οικονομίας, κινούμενοι στην κατεύθυνση ιδεολογικής προσέγγισης του στρατοκρατικού καθεστώτος του Νάσερ στην Αιγύπτο, το οποίο στηρίχθηκε στις εθνικοποιήσεις βιομηχανιών και επιχειρήσεων. Υποσχέθηκαν την εκδίωξη του «φαύλου, χωρίς πατρίδα κεφαλαίου» και την «ανάπτυξη υπέρ του λαού και όχι υπέρ των λίγων». Ανέτρεψαν εν μια νυκτί την οικονομική πολιτική που θεμελιώθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 με πυξίδα το τρίπτυχο «νομισματική σταθερότητα, ανάπτυξη βασισμένη στην πρωτογενή παραγωγή, χαμηλός πληθωρισμός», απλώς και μόνο για να δείξουν ότι διαφέρουν από τους προηγούμενους. Οδήγησαν συνειδητά στην υπερθέρμανση συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας μέσω του ανεξέλεγκτου δανεισμού και με στόχο να διευρύνουν τα λαϊκά ερείσματά τους. Τελικά, και άνοιξαν περαιτέρω τις πόρτες στο ξένο κεφάλαιο και παρέδωσαν την ελληνική οικονομία στο χείλος του γκρεμού: διογκωμένο εθνικό χρέος, ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, καλπάζων στασιμοπληθωρισμός, σειρά οικονομικών σκανδάλων, «θαλασσοδάνεια» στους ημέτερους της εποχής. Αυτά ήταν τα οικονομικά πεπραγμένα της δικτατορίας. Παραλλήλως, η χούντα διέκοψε συνειδητά την κοπιώδη διαδικασία σύγκλισης της ελληνικής με την ευρωπαϊκή οικονομία, απλώς και μόνο για να δείξει ότι είναι «αντιδυτική», αλλά και νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα ενθαρρύνει τη συνεργασία με τον αμερικανικό παράγοντα.

Στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να προπαγανδίσουν αφενός την ιδεολογία τους, αφετέρου τα «έργα» τους, οι συνταγματάρχες επιδόθηκαν συστηματικά και σε όλη τη διάρκεια της επταετίας στην προσπάθεια βελτίωσης της δημόσιας εικόνας του καθεστώτος, με προφανή σκοπό τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Η προπαγάνδα αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της δικτατορίας. Κυρίαρχο μέσο, όπως συνέβη και στη δικτατορία Μεταξά, ήταν το ραδιόφωνο. Τα διαγγέλματα, τα μηνύματα και οι ειδήσεις απευθύνονταν στο μαζικό ακροατήριο του ραδιοφώνου, σε πανελλαδική μάλιστα εμβέλεια, ενώ οποιαδήποτε είδηση μπορούσε να θίξει το καθεστώς δεν υπήρχε στην ημερήσια διάταξη. Βρισκόμασταν, όμως, τότε διεθνώς και στην απαρχή της εποχής της εικόνας. Έτσι, καίριο ρόλο έπαιξαν και τα κινηματογραφικά επίκαιρα, διάρκειας περίπου 10 λεπτών, τα οποία προβάλλονταν στις αίθουσες πριν από την έναρξη της ταινίας (δείτε στο αρχείο της ΕΡΤ) και είχαν ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στους θεατές. Χρησιμοποιούνταν, με την αντίστοιχη στομφώδη αφήγηση, κυρίως για την ανάδειξη των έργων υποδομής, όπως ήταν οι δρόμοι, τα δημόσια κτήρια, τα νοσοκομεία κ.λπ. Συνολικότερος στόχος ήταν η δημιουργία μιας ψευδεπίγραφης εντύπωσης ευμάρειας, ανάπτυξης και σταθερότητας, η οποία ερχόταν δήθεν σε αντίθεση με την προ της χούντας πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Την ίδια εποχή αναπτυσσόταν και η τηλεόραση, που επίσης συνέβαλε στην ευρεία πρόσληψη των προπαγανδιστικών μηνυμάτων της χούντας, όχι μόνο μέσω των ελεγχόμενων και λογοκριμένων ειδήσεων, αλλά και των τηλεοπτικών σειρών, με κορυφαία τον σαφώς αντικομμουνιστικό και αποθεωτικό για τη γενικότερη δράση των Ελλήνων αξιωματικών «Άγνωστο Πόλεμο». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρωταγωνιστής της σειράς, Διαγόρας Βαρτάνης, ήταν συνταγματάρχης και είχε υπηρετήσει στην ΚΥΠ, όπως ακριβώς ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Στο ίδιο κλίμα ήταν και πολλές κινηματογραφικές ταινίες της εποχής, όπως «Στα σύνορα της προδοσίας», «Δραπέτες του Μπούλκες», «Ο τελευταίος των κομιτατζήδων» κ.λπ., η παραγωγή των οποίων υποστηρίχθηκε από το καθεστώς. Οι περισσότερες, μάλιστα, σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Όσο, όμως, κι αν προσπαθούσε το καθεστώς να κρυφτεί μέσα στην εικόνα, η ασυναρτησία, η σύγχυση και κυρίως η ημιμάθεια, πάντα σε… άπταιστο καθαρεύουσα, ήταν έκδηλες, ιδίως στους λόγους του Παπαδόπουλου: «Αισθάνομαι, ότι τη στιγμήν αυτήν θεμελιώ Ναόν, Ναόν του Έθνους. Θα υπάρξη το οικοδόμημα του Ναού, θα υπάρξουν οι ιερείς. Εκ των πιστών εξαρτάται η απόλυτος κατά την Ελληνοχριστιανικήν παράδοσιν λατρεία της Επιστήμης, η οποία υπήρξε γέννημα του Ελληνικού πνεύματος».

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» στις 22 Ιουλίου 1974

Παρά το μέγεθος της προπαγάνδας, ελάχιστοι ήταν αυτοί που περίμεναν λαμπρά αποτελέσματα από την οικονομική, αλλά και τη γενικότερη «πολιτική» προσέγγιση της δικτατορίας στα ελληνικά πράγματα της περιόδου. Αυτό, όμως, που θα φαντάζονταν οι περισσότεροι είναι ότι τουλάχιστον στη διατήρηση του αξιόμαχου του στρατεύματος και τη θωράκιση της χώρας από τις έξωθεν απειλές οι συνταγματάρχες θα έδειχναν μια συνέπεια. Ματαίως. Η επί της ουσίας κατάργηση της ιεραρχίας, καθώς την εξουσία ανέλαβε μια δράκα μεσαίων αξιωματικών, οι τοποθετήσεις φίλων και υποστηρικτών του καθεστώτος σε καίρια πόστα, οι απομακρύνσεις πολλών ικανών φιλομοναρχικών ειδικά μετά το αντικίνημα του Κωνσταντίνου, η επικέντρωση στον εσωτερικό εχθρό, δηλαδή τον κομμουνισμό, καθώς και η εμμονική στρατηγική με στόχο την ανατροπή του Μακαρίου στην Κύπρο, αποτέλεσαν τις κύριες αιτίες της αποσάθρωσης του στρατεύματος. Δυστυχώς η κατάσταση αυτή δεν περιορίστηκε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά αποτυπώθηκε με αίμα στην τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1974. Μετά το άφρον πραξικόπημα κατά του Μακαρίου αποδείχθηκε ότι η τόσο η ελληνική άμυνα στην Κύπρο, όσο και τα γενικότερα αντανακλαστικά των Ενόπλων Δυνάμεων σε όλη την επικράτεια παρέμεναν εν υπνώσει. Η τουρκική επέλαση αλλά και η φαιδρή επιστράτευση μαρτυρούν τη μοιραία πραγματικότητα. Αυτό που ενδιέφερε τους στρατοκράτες ήταν να εξοντώνουν αυτούς που απειλούσαν την εξουσία τους. Θεωρούσαν ότι υπό τη σκέπη του ΝΑΤΟ και με την Ουάσιγκτον σε ρόλο επιδιαιτητή, κάθε πιθανή ελληνοτουρκική διένεξη θα αποτρέπετο εν τη γενέσει της. Αυτός ήταν ακόμα ένας μύθος, ο τελευταίος, εντός του οποίου έζησε η επταετής χούντα. Μόνο που ο συγκεκριμένος μύθος κόστισε τους περίπου 3.500 νεκρούς και αγνοούμενους Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριους, το 35% του κυπριακού εδάφους, ενώ προκάλεσε και το -ακόμα- αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους αδελφούς λαούς Ελλάδας και Κύπρου. Την ώρα που στην Αθήνα ο κόσμος πανηγύριζε για την πτώση της δικτατορίας, η μισή Λευκωσία είχε γεμίσει πρόσφυγες.

Μοιράσου το άρθρο: