του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Σπάνις (αρχ.): Σχετική έλλειψη, στενότητα, σπανιότητα.

Σπανιότητα (στην οικονομία): Οι ανάγκες είναι απεριόριστες και αλλάζουν συνεχώς. Λόγω της σπανιότητας των πόρων οι ανάγκες δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθούν όλες.

 Είχε γίνει και στο παρελθόν, αλλά ποτέ σε τέτοια ένταση. Και πάντα υπήρχε μια υφέρπουσα βεβαιότητα, έβρισκες έναν κάβο από τον οποίο μπορούσες να πιαστείς άσχετα αν λυσσομανούσε ο αέρας και σε πήγαινε εδώ κι εκεί. Το καλοκαίρι του 2015 με το δημοψήφισμα και τα capital controls, παρότι η χώρα έφτασε ένα βήμα από το χείλος του γκρεμού, οι περισσότεροι λίγο- πολύ είχαν στο πίσω μέρος του μυαλό τους ότι Ελλάδα και Ευρώπη με κάποιο τρόπο κάπου θα κατέληγαν. Το 1996 στα Ίμια, η αγκάλη των Αμερικανών ήταν τόσο μεγάλη που στο τέλος χώρεσε και τα δύο παιδιά της πριν αυτά αρχίσουν να πυροβολούν το ένα το άλλο. Το καλοκαίρι του 1974 η σκληρή αντανάκλαση των γεγονότων της Κύπρου στην Ελλάδα και η τραγωδία της επιστράτευσης προκάλεσαν μεν τον πανικό, αλλά το πληθωριστικό χρήμα και το ολοένα και αυξανόμενο κόστος ζωής – αποτελέσματα αμφότερα της οικονομικής πολιτικής των χουντικών μαθητευόμενων μάγων και της πετρελαϊκής κρίσης- δεν επέτρεπαν μαζικές εφόδους στα σούπερ μάρκετ. Αυτό, όμως, που βιώνουμε σήμερα, με την επέλαση του κορονοΐου, έχει δύο πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά: Αφενός, είναι μια θανατηφόρος παγκοσμιοποιημένη ασθένεια, η οποία δεν ξέρουμε ακόμα πότε και με ποιον τρόπο θα αναχαιτιστεί. Αφετέρου, οδηγεί ατομικά και συλλογικά σε μια σκιαμαχία διαρκείας εναντίον ενός αόρατου αντιπάλου.

Πριν ακόμα ξεσπάσει το δεύτερο κύμα του ιού, την εβδομάδα που τελείωνε με το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, όταν δηλαδή ακόμα συζητούσαμε αν ήταν σωστή η απόφαση ματαίωσης του καρναβαλιού της Πάτρας, η ζήτηση στην αγορά, σε σχέση πάντα με την αντίστοιχη περίοδο πέρσι, διαμορφώθηκε ως εξής: Αντιβακτηριακά μαντιλάκια άνοδος 670%, αντισηπτικά τζελ 297%, κρεμοσάπουνα 286,3%, όσπρια 187%, μακαρόνια 176%, ρύζι 172,3%, έτοιμα γεύματα 162%, καθαριστικά κουζίνας και μπάνιου 160%, άλευρα 153% και αφρόλουτρα 123%. Χλωρίνες 104%, πλαστικά γάντια 103%, χαρτομάντιλα 98%, πελτές 94,4%, φαγητό σε κονσέρβα 92,3%. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας που πραγματοποίησε η IRI Hellas από τις 24 Φεβρουαρίου έως την 1η Μαρτίου. Ο τζίρος των σούπερ μάρκετ στα συγκεκριμένα προϊόντα ήταν αυξημένος κατά περίπου 25 εκατομμύρια ευρώ.
Κάπως έτσι προέκυψαν οι εικόνες με τα άδεια ράφια που κυκλοφόρησαν ευρέως μεταξύ φίλων, αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα, όχι μόνο τότε, αλλά ακόμα εντονότερα το περασμένο σαββατοκύριακο. Δεν έλειψε φυσικά και ο σχετικός σχολιασμός, τόσο από τα μίντια, όσο και από τη μεγάλη διαδικτυακή κοινότητα.

Μια καταναλωτική κοινωνία, η οποία είναι εδώ και δεκαετίες μαθημένη να έχει απόλυτη πρόσβαση στα αγαθά, είναι σε ένα βαθμό λογικό ν’ αντιδρά κατ’ αυτόν τον τρόπο όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σπανιότητα. Αν εξαιρέσει κανείς, άλλωστε, τους επιζώντες της δεκαετίας του 1940, η σπανιότητα των πόρων είναι μια κατάσταση άγνωστη στους περισσότερους από εμάς. Ούτως ή άλλως η συμπεριφορα αυτή, να στοκάρουμε δηλαδή τρόφιμα μακράς διαρκείας και αντισηπτικά δεν είναι προνόμιο των Ελλήνων καταναλωτών, αλλά συναντάται σχεδόν σε ολόκληρη τη Δύση, αλλά και την καπιταλιστικά κομμουνιστική Κίνα.

Ήδη, όμως, βρισκόμαστε σε αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «δεύτερη ανάγνωση». Οι σειρήνες της ατομικής ευθύνης ηχούν εδώ και μέρες, αλλά δεν φαίνεται να μειώνουν την καταναλωτική μανία που επικρατεί στη χώρα. Τα σούπερ μάρκετ δεν πρόκειται να κλείσουν. Ούτε τα μακαρόνια να τελειώσουν. Το μόνο που πετυχαίνει κανείς με την τακτική της αποθεματοποίησης, εκτός του να γεμίζει τα ντουλάπια του με τρόφιμα, είναι να ταλαιπωρεί τους συνανθρώπους του, αλλά και να προσθέτει ένα λιθαράκι στο αόρατο τείχος του πανικού. Ταλαιπωρία γι’ αυτόν που όταν θα πάει ν’ αγοράσει θα βρει το ράφι άδειο και θα αναγκαστεί είτε να περιμένει τον ανεφοδιασμό, είτε να ξαναπροσπαθήσει αργότερα. Πανικό για όλους σε όσους φτάνουν οι εικόνες με τα άδεια ράφια και οι φήμες για τις ελλείψεις των βασικών αγαθών.

Πράγματι, η απομόνωση και αδυναμία πρόσβασης στην τροφή μπορούν να προκαλέσουν ένα εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμο φοβικό συναίσθημα. Αυτό είναι κατανοητό. Είναι μακρύς ο δρόμος για να φτάσουμε από την εμπεδωμένη λογική που λέει «ας είναι διαθέσιμα τα προϊόντα κι ας μην μπορώ να τα αγοράσω», στην πρακτική «να σκεφτώ την πρόσβαση και των υπολοίπων στα αγαθά». Μέσα σε όλα όσα συμβαίνουν και πρόκειται ακόμα να συμβούν, ξεπηδά μια μεγάλη ευκαιρία μαζικής ενδοσκόπησης και αλλαγής. Είναι η ευκαιρία να περάσουμε από την απόλυτη κυριαρχία του ατομισμού και από τη μάχη της προσωπικής επιβίωσης, στην αδήριτη ανάγκη συλλογικής προσέγγισης της σκληρής πραγματικότητας. Αν όχι τώρα πότε;

Μοιράσου το άρθρο: