του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Όταν καταγράφηκαν τα πρώτα κρούσματα κορονοϊού στους λεγόμενους «κλειστούς πληθυσμούς», δηλαδή σε περιβάλλοντα που είτε από επιλογή, είτε αναγκαστικά, είτε ως αποτέλεσμα ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών, διαβιώνουν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, άνθρωποι υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες υγιεινής, έγινε αντιληπτό ότι απαιτείται ειδική διαχείριση προκειμένου να μην βρεθούμε προ απροόπτων. 

Δομές φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών, καταυλισμοί Ρομά, δομές αστέγων, προγράμματα απεξάρτησης, γηροκομεία, φυλακές, ακόμα και πλοία όπως το «Ελευθέριος Βενιζέλος», αλλά και μεγάλα αεροπλανοφόρα όπως το αμερικανικό «Ρούζβελτ» και σήμερα το γαλλικό «Ντε Γκολ», αποκλήθηκαν, όχι με απόλυτη πολιτική ορθότητα, «υγειονομικές βόμβες». Τόσο για τους εντός διαμένοντες, όσο και για την υπόλοιπη κοινωνία, καθώς δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκλειστεί εντελώς η πρόσβαση των «εντός» στον αστικό ιστό που ζουν οι «εκτός». 

Ο καθηγητής κ. Τσιόδρας έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου όταν επιβεβαιώθηκε ότι 23 άνθρωποι που ζουν στη δομή της Ριτσώνας βρέθηκαν θετικοί στον κορονοϊό. Αυτό που σόκαρε αρχικά ήταν ότι συνολικά ελέγχθηκαν 63, άρα είχαμε να κάνουμε με ποσοστό εξάπλωσης που ξεπερνούσε το 30% των επαφών του πρώτου ασθενή. Αντιστοίχως και στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», με 119 κρούσματα επί των 380 ελεγχθέντων. «Γνωρίζαμε δύο πράγματα από την εξέλιξη της πανδημίας. Πρώτον, ότι ο ιός σε τέτοιες δομές μπορεί πάρα πολύ εύκολα να εξαπλωθεί. Δεύτερον, ότι σε αυτές τις δομές είναι ιδιαίτερα σημαντικό να έχουμε πλάνο και πρόγραμμα δράσης», είπε τότε ο επικεφαλής λοιμωξιολόγος της Επιτροπής του υπουργείου Υγείας. 

Ενώ, όμως, είναι σχετικά εύκολο να αποκλειστεί η είσοδος και η έξοδος προς και από τους «κλειστούς πληθυσμούς», το δύσκολο είναι να τηρηθούν εντός των δομών τόσο οι συστάσεις και οι επιταγές της Πολιτείας, όσο και οι στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής. Και αυτό δεν συμβαίνει εξαιτίας κάποιας ιδιαίτερης κουλτούρας των ανθρώπων αυτών, αλλά εκ των πραγμάτων: Όταν έξι, οκτώ ακόμα και δέκα άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να ζουν σε κλειστό χώρο 30 τετραγωνικών μέτρων, να στέκονται σε ουρές για να πάνε στην τουαλέτα ή για να πάρουν το συσσίτιο, τότε πώς είναι δυνατόν να αποφευχθεί ο συνωστισμός; Αν συνυπολογίσουμε ότι μεγάλη μερίδα αυτών των ανθρώπων νοιώθουν -και είναι- κοινωνικά αποκλεισμένοι, γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί θεμέλιο για το επίπονο χτίσιμο μιας στάσης υπακοής και μάλιστα υπό εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες, αντιλαμβανόμαστε ότι για τους «κλειστούς πληθυσμούς» επιβάλλονται διακριτοί χειρισμοί. Και οι χειρισμοί αυτοί δεν είναι δυνατόν να στηριχθούν στη μέθοδο της επιβολής. 

Είδαμε τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τους περιορισμούς της κυκλοφορίας έξω από τα Κέντρα Ταυτοποίησης και Μεταναστών στα νησιά, όπου η υφιστάμενη κατάσταση δεν άφηνε περιθώρια για εναλλακτικές δράσεις. Εν πολλοίς πετυχημένη η έως τώρα εφαρμογή τους, καθώς ούτε κρούσματα υπάρχουν, αλλά ούτε και ιδιαίτερες εντάσεις. «Κλειδί», όμως, στην επιτυχία είναι η ενημέρωση, η δράση των οργανώσεων, αλλά και η ατομική ευθύνη των ίδιων των διαμενόντων. Στη Σάμο για παράδειγμα, τη δομή η οποία επί της ουσίας αποτελεί συνέχεια του αστικού ιστού της πρωτεύουσας του νησιού, οι 7.000 πρόσφυγες και μετανάστες έχουν ενημερωθεί πλήρως -και ενημερώνονται σε καθημερινή βάση- για την κατάσταση που επικρατεί παγκοσμίως με τον κορονοϊό. Από τα περιπολικά της ΕΛΑΣ εκπέμπονται μηνύματα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να υπενθυμίζονται οι περιορισμοί, αλλά και ο τρόποι αυτοπροστασίας απέναντι στον ιό. 

Αυτό, όμως, που βλέπουμε να συμβαίνει στην περιοχή Νέα Σμύρνη της Λάρισας με τους Ρομά είναι διαφορετικό. Μπορεί να πρόκειται, τουλάχιστον σε ένα βαθμό, για «κλειστό πληθυσμό» – ο οποίος όμως έως σήμερα δεν υπόκειτο σε ειδικούς περιορισμούς·  πολύ περισσότερο όταν πολλά από τα μέλη του δραστηριοποιούνταν μέχρι χθες στις λαϊκές αγορές της ευρύτερης περιοχής, πάντα με τη λογική της νομαδικής διαβίωσης, της αέναης κίνησης, αλλά και την εμπεδωμένη αντίληψη ότι πρόκειται για δια βίου παρείσακτους της ελληνικής κοινωνίας. Πώς, λοιπόν, μπορεί κανείς να πείσει τώρα αυτούς τους ανθρώπους για την τήρηση των μέτρων υγιεινής και της καραντίνας; Υπάρχουν ήδη οι πρώτες περιπτώσεις ανυπακοής, ενώ η επιβίβαση στο ελικόπτερο μαζί με τους κυρίους Τσιόδρα και Χαρδαλιά του προέδρου της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ελλήνων Ρομά λέει πολλά για τη σοβαρότητα της κατάστασης. «Πρέπει να παρέμβουν μέσα στην καραντίνα», διαμήνυσε ο δήμαρχος της Λάρισας. Κανείς δεν ξέρει αν αυτό θα καταστεί εφικτό, καθώς θα χρειαστεί να «παραβλεφθούν» τα εκατέρωθεν ριζωμένα στερεότυπα. Αυτό που είναι σίγουρο, ασχέτως αν δεν είναι προτεραιότητα του παρόντος, είναι πως το ελληνικό κράτος πρέπει επιτέλους να εκπονήσει και να προχωρήσει στην εφαρμογή πολιτικής για την κοινωνική ενσωμάτωση, τόσο των προσφύγων -αυτών που θα μείνουν στη χώρα- όσο και των Ρομά. Η υγειονομική κρίση κάποια στιγμή θα τελειώσει. Δεν είναι, όμως, δυνατόν χιλιάδες άνθρωποι να συνεχίσουν να ζουν στο περιθώριο

Μοιράσου το άρθρο: