Στα Φεστιβάλ του Κόσμου: Τορόντο 2019

Γράφει ο Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος

Στις 15 Σεπτεμβρίου, το 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο ολοκλήρωσε τη δεκαήμερη γιορτή της 7ης Τέχνης με την ανακοίνωση των βραβείων. Με αφορμή τις περίπου 40 ταινίες που παρακολούθησα, μοιράζομαι μαζί σας μερικές σκέψεις. Θα ήθελα να σας προκαταβάλω ότι στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ -όπου βλέπεις ακόμα και πέντε ταινίες στη σειρά, κάνεις συνεντεύξεις, ενημερώνεσαι για την επικαιρότητα- ενδέχεται να έχεις αδικήσει κάποια ταινία. Όποιες από αυτές αξίζουν μια δεύτερη ανάγνωση, επιλέγω να την κάνω με την κυκλοφορία τους στη χώρα μας. Οι πρώτες σκέψεις όμως δίνουν ένα στίγμα πιο αυθόρμητο, λιγότερο φιλτραρισμένο και σίγουρα πιο άμεσο.

H μούσα του Jacques Demy και του Luis Buñuel, Catherine Deneuve, με συγκρατημένο αυτοσαρκασμό επαναπροσδιορίζει τη θέση της στο κινηματογραφικό στερέωμα. Ο Hirokazu Koreeda την «τρολάρει» χωρίς έλεος, με ιαπωνική ευγένεια, της ψιθυρίζει κάτι γαλλικά και της δίνει τη δικαιολογία να εξιλεωθεί στο κοινό και στους θαυμαστές της, χαρίζοντας της ένα ρόλο κομμένο-και-ραμμένο από τιγκελούδες του Dior· υποδύεται μια φαινομενικά ιδιαίτερα σκληρή diva, που τυγχάνει και ταλαντούχα ηθοποιός, η οποία ποτέ της δεν ζητάει συγνώμη από άντρες (δεν το λέω εγώ), αδιαφορεί για τις ανεξίτηλες πληγές που έχει αφήσει στα μέλη της οικογένειάς της, και ζηλεύει χωρίς έλεος όσα δεν μπορεί να αποκτήσει ξανά: νιάτα, φρεσκάδα, δεύτερη ευκαιρία να αντιδρά πιο χαλαρά. Εγκλωβισμένη στην εικόνα και τις ευκολίες μιας μακρόχρονης καριέρας, η ηρωίδα της ευτυχεί όταν κάνει τους άλλους να δυστυχούν και εξαργυρώνει το σταριλίκι της μεταπηδώντας με ευκολία απ’ το καλό προφίλ στην πικρή ειρωνεία.

Φωτογραφία: TIFF

Δεν υπάρχει δικαιολογία: ο Hirokazu Koreeda τιμωρεί θεραπευτικά την Deneuve με το The Truth, αφήνοντάς τη να ζει μέσα από την ηρωίδα της σ’ έναν κόσμο με υποκρισία, που τρέφεται από υποκρισία και παράγει ακόμα περισσότερη υποκρισία· για ποιο άλλο λόγο να άφηνε την ηρωίδα της (Fabienne) να κυκλοφορεί σαν φάντασμα σε χώρους με κρεμασμένα πόστερ της παρελθοντικής της επιτυχίας Belle of Paris (ξεκάθαρη αναφορά στο Belle De Jour); Ευρηματικά στήνει μια εισαγωγική σκηνή συνέντευξης και τη βάζει να απαντά σε βλακώδεις ερωτήσεις, στοιχείο που δεν μένει ανεκμετάλλευτο και λειτουργεί σαν εύρημα με την ολοκλήρωση της ταινίας. Στη συσκευασία μιας ανάλαφρης γαλλικίζουσας κομεντί που μας πλασάρει, μελετά τις μεταλλάξεις του DNA από γενιά σε γενιά, παραθέτοντας -και δίνοντας τη δική του- απάντηση στο αν τελικά αυτό που είμαστε ενυπάρχει εγγεγραμμένο στα κύτταρά μας ή είναι ζήτημα παιδείας/επιθυμίας/συστήματος και επιλογής η μετεξέλιξή μας σ’ έναν άλλο (αν όχι και καλύτερο) εαυτό. Δεν περιορίζεται όμως στα ανθρώπινα και απάνθρωπα του χώρου: σχολιάζει εύστοχα τον υποβιβασμό της υποκριτικής σε πόζες και πρόσωπα που έχουν θέση μόνο σε διαδικτυακές σειρές.

Σε ένα ιψενικό σύμπαν, διακρίνεις με την πρώτη την ξεκάθαρη σκηνογραφική έμπνευση, ένα διαλυμένο κουκλόσπιτο που για χρόνια κανείς δεν έχει φιλοτιμηθεί να επισκευάσει – το οποίο σε κάποιον πιο ψαγμένο θεατή θυμίζει και δάνειο από την κινηματογραφική απόδοση του θεατρικού Actrius του Josep Maria Benet i Jornet σε σκηνοθεσία Ventura Pons. Με θεατρικές ερμηνείες και μετρημένες υπερβολές, το παλιό με το νέο συγκρούονται γιατί δεν τους έχει μείνει και κάτι άλλο να κάνουν. Ο τίτλος, ένα ακόμα παιχνίδι με την ηρωίδα,η οποία δηλώνει ξεκάθαρα ότι την αναστατώνει η αλήθεια, αλλά και με τους θεατές, οι οποίοι γνωρίζουν ότι αυτό που θα παρακολουθήσουν είναι μια πράξη που αποδίδει με αλήθεια και γνησιότητα το ψέμα που βιώνουν όσοι και όσες θέλουν να συντηρήσουν τον μύθο τους. Έναν χρόνο, λοιπόν, μετά τη βράβευση του Kore-Eda με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών, με γαλλόφωνη ταινία έρχεται tet-a-tet με τη γαλλική υποκρισία, το δήθεν, το κίβδηλο. Τεχνίτης άψογος ακόμα και σ’ αυτή, τη λιγότερο καλή των τελευταίων ταινιών του.


*Η κριτική της ταινίας γράφτηκε μετά την προβολή του φιλμ στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο.

Φωτογραφίες: TIFF
Βίντεο για το φεστιβάλ: TIFF Talks

Μοιράσου το άρθρο: