Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Οι ανακοινώσεις του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ότι θα μειώσει το βασικό επιτόκιο και θα παρατείνει τη χορήγηση ρευστότητας μέσω της αγοράς ομολόγων (τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση ή «τύπωμα χρήματος») δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί, δίνοντας την εντύπωση ότι οι γερμανικές αντιρρήσεις εμπόδισαν τη λήψη ισχυρότερων μέτρων.

Ο Μάριο Ντράγκι, άλλωστε, είπε ξεκάθαρα ότι οι αποφάσεις δεν ήταν ομόφωνες, ένδειξη ότι οι διαφωνίες των Γερμανών έπαιξαν το ρόλο τους.

Η ΕΚΤ κατέβασε ακόμα πιο κάτω το -ήδη αρνητικό- επιτόκιο με το οποίο δέχεται καταθέσεις από τις εμπορικές τράπεζες στο -0,3% (από -0,2% που ήταν προηγουμένως), με στόχο να αποθαρρύνει τις εμπορικές τράπεζες από το να «παρκάρουν» τα χρήματα αντί να τα διοχετεύουν στην αγορά. Ταυτόχρονα ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων θα παραταθεί κατά έξι μήνες, μέχρι την άνοιξη του 2017 και θα περιλάβει ομόλογα των περιφερειών και των δήμων.

Οι επενδυτές όμως περίμεναν περισσότερα και, το κυριότερο, ότι η ΕΚΤ θα αύξανε την ποσότητα των ομολόγων που αγοράζει η οποία ήταν -και θα παραμείνει- στα 60 δισ. ευρώ μηνιαίως.

Οι αγορές κρατικών ομολόγων αποτελούν το λεγόμενο «τύπωμα χρήματος». Το εφάρμοσε η FED, η  ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ, στο πλαίσιο των έκτακτων νομισματικών μέτρων από τo 2008 μέχρι τον Οκτώβριο του 2014, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στο να βγει η αμερικανική οικονομία από το τέλμα.

Τώρα πλέον η FED ετοιμάζεται να αρχίσει σταδιακά να ανεβάζει και τα επιτόκια, τα οποία δεν μπορούν να βρίσκονται στο μηδέν επ’ αόριστον με στόχο να επαναφέρει τη νομισματική πολιτική στην περιοχή της κανονικότητας.

Η πρόεδρος της FED κυρία Τζάνετ Γέλλεν έχει ήδη εμμέσως προαναγγείλει σχετικές ενέργειες και πολλοί εκτιμούν ότι αυτό θα γίνει στα μέσα του Δεκέμβρη.

Είναι φανερό λοιπόν ότι η προοπτική ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων ανησυχεί τον κ. Ντράγκι, αλλά και όσους φοβούνται ότι το τέλος της εποχής των μηδενικών επιτοκίων για το δολάριο θα επιφέρει αρκετές ανατροπές, οδηγώντας σε αποσυμπίεση της φούσκας δανεισμού και «χαρτιών» με άνοδο των τιμών των μετοχών και των ομολόγων που έχει δημιουργηθεί παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ανακοινώσεις του Μάριο Ντράγκι σηματοδοτούν τη βούληση της ΕΚΤ να συνεχίσει εκείνη στο δρόμο της νομισματικής χαλάρωσης, ιδιαίτερα καθώς η οικονομία της ευρωζώνης δεν έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, δεδομένου ότι ο τιμάριθμος κινείται στο 1%, τη στιγμή που στόχος είναι να βρίσκεται «κάτω, αλλά όχι μακριά από το 2%».

Ο αποπληθωρισμός «σκοτώνει» τις οικονομίες, καθώς οι επενδυτές και οι καταναλωτές αναβάλλουν τις κινήσεις τους όταν προβλέπουν ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ύφεση. Περισσότερο ευάλωτες στην σημερινή κατάσταση είναι οι χώρες του Νότου, αλλά η Γερμανία δεν θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα και αυτός είναι ο λόγος που οι εκπρόσωποί της στον ΕΚΤ επιχειρούν κάθε φορά να μπλοκάρουν τις κινήσεις του κ. Ντράγκι για περισσότερη χαλάρωση. Ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ Γιενς Βάιντμαν και το μέλος του εκτελεστικου συμβουλίου κυρία Σαμπίνε Λαουτενσλάγκε είναι δύο από τις φωνές που αντιδρούν στην νομισματική χαλάρωση, η οποία εκτιμούν ότι δεν εξυπηρετεί τα γερμανικά συμφέροντα.

Οι Γερμανοί έχουν μια θεμελιώδη φοβία, από την εποχή του υπερπληθωρισμού της δεκαετίας του 1930 που τροφοδότησε το Ναζισμό και η ιδέα ότι «τυπώνεις χρήμα» τους τρομάζει, ενώ ο ππληθωρισμός απειλεί να εξανεμίσει και την αγοράστική αξία των πλεονασμάτων τα οποία συσσωρεύουν.

Επιπλέον η κυρίαρχη σκέψη του Βερολίνου είναι ότι η νομισματική χαλάρωση ίσως ανακουφίσει τις χώρες του Νότου, αλλά δεν θα λύσει τα προβλήμάτά τους και, κυρίως, θα αφαιρέσει την πίεση για τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν συμβαίνουν εν κενώ, αλλά σε μια ευρωπαϊκή οικονομία η οποία σέρνεται τα τελευταία χρόνια, με ρυθμούς ανάπτυξης που προβλέπονται στο 1,7% για το 2016 και στο 1,8% για το 2017 (από 1,9% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη).

Ο κ. Ντράγκι αναφέρθηκε και στις ανησυχίες για την ευρωπαϊκή οικονομία, εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι αναδυόμενες αγορές και της στασιμότητας του διεθνούς εμπορίου, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΚΤ έχει και άλλα όπλα νομισματικής χαλάρωσης εάν η κατάσταση επιδεινωθεί.

Είναι πολύ πιθανόν ότι ο κ. Ντράγκι πολύ σύντομα θα  χρειαστεί να κάμψει τις γερμανικές αντιρρήσεις σε νέα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης.

Μοιράσου το άρθρο: