Όταν οι πόρτες έκλεισαν, τα Hashtags έγιναν κάγκελα φυλακής. Αυτά τα τόσο δικά μας κελιά με την προσωπική μας διακόσμηση, έχουν πολλά παράθυρα, όχι 100% προσαρμοσμένα στα ντουβάρια και λέγονται οθόνες. Πίσω από τα «σίδερα» του hashtaging, υπάρχουν οι λεβέντες και οι λεβέντισσες που επαναπροσδιορίζουν τα όρια της ελευθερίας, με άλλοθι -ή δικαιολογία- το συμπαντικό καλό.

Με τα ελάχιστα εναπομείναντα βίντεοκλαμπ, αποτέλεσμα της μη ουσιαστικής αντιμετώπισης του σημαντικότατου θέματος της πειρατείας, που -δυστυχώς- στις συνειδήσεις των περισσοτέρων «είναι μια πράξη επαναστατική και νόμιμη», τους χειμερινούς κινηματογράφους που σταμάτησαν να βαυκαλίζονται ότι «θα τα ξαναπούμε πριν από την καλοκαιρινή σαιζόν» και τη στασιμότητα σε νέες κυκλοφορίες ταινιών, η στροφή στα «εντός», τα «μέσα», τα «κατ’ επιλογήν» είναι μονόδρομος.

Στην ΕΡΤ η πλατφόρμα που θα βρείτε στο https://webtv.ert.gr είναι ένα κάποιο αλεξίσφαιρο τζάμι που σας απομονώνει από τα after effects του κορονοϊού, της τρομοφοβίας, της παραίτησης. Τί άραγε θα μπορούσαμε να βλέπαμε εκεί αυτές τις μέρες; Με φίλτρο το προσωπικό μου κριτήριο στις περισσότερες ταινίες -αν όχι και σε όλες-, από την ένταξη τους στο πρόγραμμα μέχρι σήμερα που κυκλοφορούν «ελεύθερες με περιορισμό» (όπως και εμείς), ξεχωρίζω κάποιες που θα απολάμβανα να παρακολουθήσω ξανά στη μικρή οθόνη του υπολογιστή μου και της τηλεόρασης, που αυτές τις μέρες δείχνει πιο μεγάλη από ποτέ.

Οι επιλεγμένες ταινίες:

The Tale

Τελευταία μέρα σήμερα που θα υπάρχει στην πλατφόρμα η ταινία The Tale, γίνεται το must της κριτικής σκέψης μιας αποστασιοποιημένης βιωματικής κατάθεσης ψυχής της δημιουργού Jennifer FoxKάθε άλλο από αυτό που ορίζει ο τίτλος, η ταινία αντικρούει στο μεγαλύτερο μέρος της τον μίτο του παραμυθιού και το «ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα», χωρίς όμως να προκαλεί επιθετική συγκίνηση. Στο δικό μου μυαλό αντηχεί το όνομα της ως το ομόηχο The Tail, η ουρά ενός τρωκτικού που δεν θα πιαστεί εύκολα στη φάκα.

Η Τζένιφερ (η Λόρα Ντερν, η φετινή νικήτρια των Όσκαρ που ήταν υποψήφια για την ερμηνεία της σε αυτή την τηλεταινία για Χρυσή Σφαίρα) δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει το καλά κρυμμένο φάντασμα από το παρελθόν της: τη σειρά βιασμών που είχε υποστεί από ένα ζευγάρι ανθρώπων, οι οποίοι είχαν αναλάβει την εκπαίδευση της στην ιππασία. Όντας μια βιωματική εμπειρία της ντοκιμαντερίστα Jennifer Fox που υπογράφει σενάριο και σκηνοθεσία, επιλέγει όχι τον ασφαλή τρόπο αλλά τον πιο έντιμο: την σταδιακή αποστασιοποίηση από τα γεγονότα. Ο παρελθοντικός χρόνος (η ηρωίδα-παιδάκι που θυμίζει στην ενήλικη ηρωίδα την ηλικία της και τα γεγονότα) αγκαλιάζει τη βία, τις πληγές, τα ανεξίτηλα σημάδια.

Η -όποια- δικαίωση προς το τέλος, σαν μαριονέτα κρεμασμένη από ένα ετοιμόρροπο καρφί, δεν φέρνει ανακούφιση, διότι δικαιοσύνη και τιμωρία πάνε αγκαζέ στην 7η τέχνη· η ηρωίδα, με δήμιο αλλά και θεραπευτή τη μητέρα της και «ψυχολογικές πατερίτσες» να ορθώνουν το ανάστημα της από τον ίδιο της τον παιδικό εαυτό, κάνει το καλύτερο δυνατό για να αποδεχτεί την αναπηρία ψυχής που της επέβαλαν κοινωνία, φόβος και το καταρρακωμένο ψυχόσωμά της.

Χαίρομαι που είχα δει την πρώτη της προβολή στη μεγάλη οθόνη στο φεστιβάλ της Ζυρίχης, αλλά ακόμα πιο πολύ χαίρομαι που τώρα υπάρχει στις μικρές οθόνες για να διαδώσει το μήνυμα: «βρες τη φωνή σου, σώσε το παιδί που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, ζήσε ξανά από την αρχή σαν να ήσουν σε πρόβα, δέξου το χειροκρότημα από το πιο αληθινό κοινό -τον ίδιο σου τον εαυτό-».

Ιστορίες για Αγρίους

Το Ιστορίες για Αγρίους είναι μια σπονδυλωτή ταινία εκδίκησης που πιάνει τους χαρακτήρες λίγο πριν από τη στιγμή που θα αποδώσουν δικαιοσύνη στον εαυτό τους μετον πλέον αντιχριστιανικό τρόπο.

Ο Αργεντίνος Ντάμιαν Σιφρόν δίνει ευκαιρία στους απελπισμένους ήρωες να μην υποταχθούν στην τραγικότητα τους. Μη ξεχνώντας τον ορισμό της τραγωδίας, ως μίμηση πράξεως σπουδαίας και τέλειας, αφήνει τους ήρωες να δρουν αποφεύγοντας τη λεκτική φλυαρία ή τις ηθικολογίες, παίρνοντας το νόμο στα χέρια τους: Μια ιδιωτική πτήση στην οποία ο πιλότος προσκάλεσε όσους τον βασάνιζαν στη ζωή του με σκοπό να τους σκοτώσει και να πεθάνει μαζί τους, μια μαγείρισσα που βοηθάει μια σερβιτόρα να ξεπαστρέψει έναν διεφθαρμένο που της κατέστρεψε τη ζωή, ένας οδηγός που δεν δέχεται την παράνομη προσπέραση ως μια πράξη μαγκιάς, ένας πολίτης που εξοργίζεται με τη σύγχρονη γραφειοκρατία, μια οικογένεια που θέλει να κάνει ένα ατύχημα να σβηστεί από τον χρονολογικό χάρτη της ζωής του γιού της, μια απιστία τη μέρα του γάμου που θα κάνει όσους ήθελαν να χορέψουν τον χορό του Ισαία, να χορέψουν αντ’ αυτού… «στο ταψί».

Ήρωες σαν και εμάς – αν δεν υπήρχε το κοινωνικό πλαίσιο να μας λέει τί επιτρέπεται να κάνουμε και τί όχι, μια ανακουφιστική δράση για τον θυμό μας αν ζούσαμε παρόμοιες καταστάσεις, μια ασφαλής βιωματική εμπειρία δια αντιπροσώπου που θα μας γλιτώσει από τα σίδερα της φυλακής, όσο και αν παραμένουμε κλεισμένοι στα σπίτια μας.

Πρεμιέρα στις Κάννες που παρακολούθησα δύο φορές πριν από την ελληνική της πρεμιέρα στα Φεστιβάλ του Τορόντο και του Σαν Σεμπαστιάν.

Still Alice: Κάθε στιγμή μετράει

Αν κάτι μας κρατάει ζωντανούς και σε πορεία εξέλιξης είναι οι μνήμες αναμεμειγμένες σε απροσδιόριστες δόσεις προς τις εμπειρίες. Το Still Alice: Κάθε στιγμή μετράει (που χάρισε Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου στη Τζούλιαν Μουρ) έχει έναν εμπνευσμένο τίτλο που δυστυχώς δεν μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά: Η «στάσιμη» Άλις, αυτή που πια δεν μπορεί να εξελιχθεί, αλλά και η Άλις που ξέρει και αγαπάει η οικογένεια της, η οποία παραμένει σταθερή αξία για τους οικείους της.

Μια καθηγήτρια γλωσσολογίας, που όλο της το είναι στηρίζεται στη σημασία, την ερμηνεία, την ορθή ή τη με σολοικισμό χρήση της γλώσσας, φυλακίζεται στη σταδιακή απραγία της μνήμης της. Όσο η πάθηση του αλτσχάιμερ καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στα μέχρι πρότινος γεμάτα πληροφορίες megabite του εγκεφάλου της, τόσο η αποξένωση -αλλά και η μερική συνειδητοποίηση αυτής της αποξένωσης-, μεταμορφώνει έναν δυνατό και φωτεινό άνθρωπο σε μια ανάμνηση που τείνει να σβήσει.

Με απόλυτη κυρίαρχο των γεγονότων την Τζούλιαν Μουρ ως την αχαρτογράφητη ηρωίδα που οφείλει να θυμάται ότι σύντομα δεν θα θυμάται τίποτα, πενθεί και υμνεί το «ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα», όχι ως πράξη σοφίας αλλά ως καρτερική πορεία σε έναν χαοτικό βυθό, την οποία εκείνη θα ζήσει με μνήμη χρυσόψαρου και οι συγγενείς της -ίσως- ζήσουν ως ναυαγοί στο αύριο -με εκείνη βαρίδιο στα πόδια τους-.

Την παρακολούθησα πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Τορόντο και ακόμα θυμάμαι το έντονο χειροκρότημα στο τέλος της πρεμιέρας, ενώ στην πορεία το είδα και στην ιδιωτική τηλεόραση μαζί με την οικογένεια και ένα μέλος που -δυστυχώς- σήμερα πάσχει από τα πρώτα στάδια μιας μορφής αυτής της ασθένειας.

Τα μάτια της Τζούλια

Τα μάτια της Τζούλια βλέπουν όσα βλέπει η πεθερά: Ένα θαμπό αύριο, ένα αβέβαιο μέλλον. Στον χώρο τυφλότητας, η ασφάλεια της μη οπτικής αντίληψης του χώρου προσφέρει και ανάλογη ασφάλεια του απροσδιόριστου σχηματικά αύριο.

Δύο δίδυμες γυναίκες πάσχουν από μια εκφυλιστική ασθένεια που τους στερεί την όραση αλλά τους ενισχύει τη διόραση. Ο θάνατος της μιας θα μπορέσει να εξηγηθεί με ένστικτο από την άλλη όταν η τυφλότητα οριοθετήσει το σκοτάδι της γνώσης.

Η πρωταγωνίστρια του Ορφανοτροφείου Μπελέν Ρουέδα ερμηνεύει τον προτελευταίο σημαντικό ρόλο της για το genre, -πριν παραμορφωθεί τελείως από τις πλαστικές επεμβάσεις· ίσως είναι και η εξόδιος ακολουθία της από τον χώρο της προσωπικής της ομορφιάς και του κύκλου του Horror Iberico.

Πρώτη θέαση στο Madrid de Cine και συναντήσεις με τους πρωταγωνιστές.

 Αύγουστος

Το αγαπημένο τραγούδι Αύγουστος του Νίκου Παπάζογλου λέει σε έναν στίχο «θα πάω και ας μου βγει και σε κακό». Αυτό παθαίνει η Μπάρμπαρα Γουέστον (Τζούλια Ρόμπερτς) όταν επιστρέφει στην επαρχία Όσατζ της Οκλαχόμα, μαζί με συγγενολόι από κάθε γωνιά της ηπείρου, θέλοντας να βρουν τα χαμένα σημάδια του πατέρα της που επί σχεδόν μια εβδομάδα δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Η μητέρα της (Μέριλ Στριπ), πάσχουσα από καρκίνο του στόματος, σαν οχιά που δαγκώνει τη γλώσσα της πριν δηλητηριαστεί, ασκεί πολυδιάστατη λεκτική και σωματική βία σε κάθε μέλος της οικογένειας.

Το φανερά ακρωτηριασμένο θεατρικό έργο εντάσσεται στους νόμους του all cast blockbuster, έχοντας καταπιεί τις συμβάσεις και κάνοντας γαργάρα τα λεπτά σημεία του κειμένου του Τρέισι Λετς, όχι -φαντάζομαι- από επιλογή αλλά από παραγωγική αναγκαιότητα (το πλήρες κείμενο επί σκηνής διαρκούσε σχεδόν τέσσερις ώρες ενώ η ταινία μόλις 121 λεπτά).

Η Τζούλια Ρόμπερτς αγωνιά να συγκριθεί υποκριτικά με τη σαρωτική Μέριλ Στριπ με άξια αποτελέσματα που σε σημεία φλερτάρουν και με τη λέξη ισ-άξια. Στην πραγματικότητα όμως οι συμπληρωματικοί ρόλοι (Τζούλιετ Λιούις, Μάργκο Μαρτιντέιλ, Τζούλιαν Νίκολσον και η αδικοχαμένη Μίστι Απχαμ) «δένουν» το γλυκό του εγκλεισμού στην οικογενειακή εστία, που συχνά πυκνά θυμίζει αίθουσα απομόνωσης ή κελί αναμονής θύματος δικαστικής πλάνης καταδικασμένου σε θάνατο.

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ

Για τον Κεν Λόουτς, το πιο ηχηρό «Εγώ», είναι το «Εμείς». Φιλέλληνας, αριστερός, επαναστάτης που ακολουθεί το δύσκολο μονοπάτι σε εποχές άκρατου φιλελευθερισμού, ο Κεν Λόουτς, με το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ (που θεωρητικά θα ήταν και η τελευταία ταινία του -τον ευχαριστούμε που δεν κράτησε τον λόγο του-), δίνει λόγο στον άσημο καρδιοπαθή ξυλουργό Ντάνιελ Μπλέικ, που ενώ θέλει διακαώς να δουλέψει, όλα δείχνουν εναντίον του στη διεκδίκηση αυτού του δικαιώματος, ή έστω του επιδόματος που του αναλογεί.

Ασύμβατος με το ψυχρό σήμερα και τους υπαλλήλους στο γραφείο εύρεσης εργασίας που δείχνουν να «συμβουλεύουν» με default απαντήσεις (computersaysno), δυσκολεύεται να παλέψει για το σήμερα το οποίο διαφέρει από το χθες (η συμπλήρωση ηλεκτρονικών φορμών ανήκει στα προσόντα μιας νεότερης γενιάς). Το όνομα του θα γίνει έννοια, πρότυπο μαχητή προς το δίκαιο σε μια άνιση μάχη με πολλαπλές απώλειες.

Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι ο οργισμένος της σιωπής, που μόνο ως graffiti σε τοίχο θα γίνει στολή για να φορεθεί από πολλούς, θα γίνουμε όλοι εμείς που σβήνει η φωνή μας στις υποταγές ενός αόρατου Μεγάλου Αδελφού.

Καθόλου αδικαιολόγητα βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Και χαίρομαι που πριν από λίγα χρόνια έκανα αφιερωματική εκπομπή 30 λεπτών για αυτήν την ταινία.

Τα πλεονεκτήματα του να είσαι στο περιθώριο.

Ο τίτλος είναι σαν να μας κοιτάζει βαθιά στα μάτια και να μας ειρωνεύεται: Τα πλεονεκτήματα του να είσαι στο περιθώριο. Η συγκεκριμένη ταινία όμως είναι φτιαγμένη για ανθρώπους που μένουν στο σπίτι, προβληματίζονται με ενσυναίσθηση, αναζητούν απαντήσεις σε προβλήματα που αντικατοπτρίζουν μειονότητες και τέλος αποτυπώνουν το περιθώριο χωρίς προβλέψιμα κλισέ. Το περιθώριο όμως απαιτεί από εμάς να γνωρίζουμε το όριο και συνειδητά να το παρακάμπτουμε.

Η αριστουργηματική ταινία ενηλικίωσης (με πρεμιέρα στο TIFF), εξισώνεται, αν όχι και υπερβαίνει, το ομώνυμο συγκλονιστικό βιβλίο. Σε έναν αγώνα ταχύτητας στη λεωφόρο της ενηλικίωσης, ο Τσάρλυ και το μυστικό μιας αγάπης, ενός βιασμού και μιας διαλυμένης οικογένειας, ψάχνουν τα βήματα τους ως ενσυνείδητα περιθωριακοί και από επιλογή διαφανείς οντότητες. Όλα εξηγούνται και όλα χαώνονται στους στίχους του τραγουδιού του Ντέιβιντ Μπόουι «Heros».

Ο Στίβεν Σμπόσκι γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα μας ότι ο πραγματικός αντιήρωας είναι ήρωας που χρειάζεται προσπάθεια για να αποκαλυφθεί. Με τον Λόγκαν Λέρμαν, την Έμα Γουάτσον και τον εκρηκτικό στον ρόλο του εκκεντρικού εφήβου Έζρα Μίλερ φτιάχνει ένα σύμπαν αφόρητο και ρεαλιστικό, μια δίοδο φωτός σε ένα σκοτάδι που μάχεται να υπερασπίσει τις σκιές του· σε αυτήν την ταινία ενηλικίωσης, οι μεγαλύτεροι αποκτούν μια θέση στο ακατανόητο πλαίσιο των ανθρώπων που κορόιδευαν και ένα λυσάρι συναισθημάτων για όσους αδυνατούσαν να κατανοήσουν.

Μια ταινία που κάθε έφηβος που δεν θα φοβηθεί τη σήμανση πρέπει να δει, αλλά πάνω από όλα μια ταινία που κάθε ενήλικας σε κρίση αυτοκριτικής οφείλει να υμνήσει.

Ο Γιος της Σοφίας

Ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκει αγκαλιά και θαλπωρή στην πλατφόρμα μας, ο Γιος της Σοφίας όμως αυτά θα τα αναζητήσει σε μια χώρα όπου ούτε τη γλώσσα μιλάει, ούτε μητρικό χάδι θα πάρει με αντάλλαγμα την πιθανότητα μιας ελληνικής ταυτότητας.

Στον απόηχο της νίκης της Eurovision και της Ruslana, η Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων σε μετακαταθλιπτική αγωνία, μαρκάρει ανεξίτηλα τους ξένους με τη σφραγίδα του «όξω-από-δω». Με όνομα Σάσα (δηλαδή το χαϊδευτικό του Αλέξανδρου στη γλώσσα του, συνειρμική παραπομπή στον Μεγάλο Αλέξανδρο αλλά και τη Μασκότ των Ολυμπιακών της Μόσχας), αλλά με την ιδιότητα του γιού μιας καθαρίστριας που παντρεύτηκε έναν Έλληνα απόστρατο (εκπρόσωπο των κατάλοιπων της χούντας), είναι ένα παιδί μόνο καταδικασμένο σε έναν κόσμο ταριχευμένων ελπίδων και ζώων, το οποίο φαντασιώνεται τη σύγχρονη ζούγκλα σαν να έχει βγει από στίχους του Αργύρη Χιόνη «ένα τσαλακωμένο δάσος» με εκείνον σαν γάτα σε τομάρι αρκούδας, «που πλανιέται μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, (…) μια τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος».

Η πολυβραβευμένη ταινία της Ελίνας Ψύκου είναι μια ανατριχιαστική μικρογραφία του φαντάσματος της Ελλάδας ως ιδέας κατεχόμενης (possessed) στο σώμα της μικρής Ελλαδίτσας στη ζούγκλα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βραβευμένη στο φεστιβάλ της Τραιμπέκα, είναι σίγουρα μια από τις 10 καλύτερες ελληνικές ταινίες αυτού του αιώνα.

Αρκετές από αυτές τις ταινίες, ίσως τις έχετε παρακολουθήσει στο παρελθόν, ίσως και όχι· όμως οι ταινίες που έχουμε ξαναδεί μας ξυπνάνε αναμνήσεις, επιτρέπουν μια νέα ανάγνωση σε παγιωμένες σκέψεις, σηματοδοτούν ένα σημείο αναφοράς, εγείρουν συζητήσεις ακόμα και σε μορφές μονολόγων. Αν δεν είχαμε τις ταινίες, τα βιβλία και τη μουσική, την περιέργεια, την επιστήμη και τη διάδοση της, (και) τα συναισθήματα που εκφράζουμε με ειλικρίνεια, ανειλικρίνεια ή και κάπου στο ανάμεσα, η ζωή μας θα ήταν μια πορεία στην ασύδοτη αναπαραγωγή χωρίς νόημα και αιτία.

Οι ταινίες είναι το παράθυρο της εκτόνωσης της οργής μας, η έξοδος μας σε περιπέτειες που δειλιάζουμε να βιώσουμε, χώρος παραδειγματισμού και εναγκαλισμού νέων ιδεών. Με ταινίες ο εγκλεισμός είναι ένα ταξίδι στα μέσα. Σε αυτό το μέρος να πάτε καταναγκαστικές διακοπές, με γυαλιά ηλίου για το άγχος που τυφλώνει και αγάπη για αυτό το λίγο που απομένει στη διαδρομή από τη μοναξιά στη θεραπεία.

Μοιράσου το άρθρο: