ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το σκηνικό. Νέα Ελαία, προσφυγικός συνοικισμός στον Χάνδακα, το Μεγάλο Κάστρο, την Κάντια, το Ραμπντ Αλ Χάντακ, το Καντιγιέ, το Ηράκλειο. Μια πόλη που αλλάζει ονόματα σαν τους σεσημασμένους κακοποιούς. Το έγκλημά της: ομορφάσχημη – δάνειο από τον Μεγάλο Καχτίτση. Η Ελαία κατοικήθηκε από Αιολείς αλλά ερήμωσε στη μικρασιατική καταστροφή.

«Έφτασαν οι κάτοικοί της, μπουλούκι μ’ άλλους διωγμένους απ’ τα Βουρλά και τα Αλάτσατα, πήραν κλήρο στον τούρκικο μαχαλά, στεγάστηκαν πρώτα σε τσίγκινα παραπήγματα και σε πλινθόκτιστες κατοικίες, ώσπου από το ’30 κι έπειτα ξεκίνησαν να χτίζουν σπίτια από μπετόν, ασχολήθηκαν με τη γεωργία, ανέλαβαν τα κτήματα που άφησαν πίσω τους οι διωγμένοι της απέναντι πλευράς. […] Τριγύρω ανθίζαν λεμονιές, μουριές, μουσμουλιές κι ευκάλυπτοι ψηλοί, στον ίσκιο τους στην πλατεία έπαιζαν πρέφα οι άντρες κι οι μανάδες μάζευαν συχνά τα φύλλα τους, τα έβραζαν στα παιδιά να κάνουν εισπνοές, όμως αυτά τα αρρώσταινε και τα έσωζε η μπάλα στο χωματόδρομο.

Σήμερα, άσφαλτος αλλά με λακκούβες, πεζοδρόμια, λεωφόρος και δρομάκια, ρυμοτομία της συμφοράς, σκυλοκατουρημένες παιδικές χαρές, αυθαίρετα, λυόμενα, πολυκατοικίες με παράθυρα φινιστρίνια στο κλιμακοστάσιο και φώτα λεντ σε καλοκουρεμένους θάμνους στην πιλοτή ανάμεσα σε χαμόσπιτα με ασβεστωμένη ταράτσα στην αυλή, ξεφτισμένες ξύλινες πόρτες και φυτεμένες γκαζοτενέκες. Διάσπαρτα οικόπεδα που καταπατήθηκαν λίγο πολύ για να στοιβάξουν τα αυτοκίνητα μέσα στα στενά σοκάκια που στένεψαν κι άλλο, όσο πλήθαινε το τσιμέντο. Παλιά αγροτεμάχια, χέρσα χωράφια πια, ακόμα επιμένουν να φυτρώνουν το χαμομήλι κι οι παπαρούνες, στις άκρες όπου δεν πατούν οι ρόδες».

Τα πρόσωπα: Η Μαρία: η μητέρα, σαραντάρα, εργάτρια, χωρισμένη με έναν μονοχογιό δεκαοχτώ χρονών. Η Μαρία, αθυρόστομη, εκρηκτική, χειραφετημένη, σεξουλιάρα, μια Παναγία ανάποδη. Ο Μανόλης, ο γιος, απόφοιτος Λυκείου, οσονούπω νεοσύλλεκτος στα Τεθωρακισμένα Αυλώνας. Ο Μανόλης, παρτάκιας, ζοχάδας, υβριστής (και με τις δύο έννοιες), ένας Χριστός ανάποδος. Ο Σήφης, ο πατέρας, φορτηγατζής, έχει εγκαταλείψει την οικογένεια, ζει στον Πειραιά με τη δεύτερη γυναίκα του. Ένας Ιωσήφ ανάποδος.

Η ιστορία μιας ανάποδης αγίας οικογένειας και τα υλικά εύφλεκτα. Καταπίεση, φτώχεια, συγκρούσεις, τρέλα, αδιέξοδα. Θρυαλλίδα η ανακάλυψη του ημερολογίου της Μαρίας από τον Μανόλη, ένα “αμαρτολόγιο” με ωμές καταγραφές από τον σεξουαλικό της βίο. Ο Μανόλης παίρνει “ανάποδες στροφές” και ο χρόνος κυλάει προς τα πίσω, όλα αναποδογυρίζουν.

Πέλα Σουλτάτου

Η νουβέλα της Πέλας Σουλτάτου με τίτλο Ανάποδες στροφές κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (σελ.: 152, τιμή: €15,00).

Εικόνα εξωφύλλου: ©Arcangel / Stephanie Frey

Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και ζει στην Αθήνα. Έχει κάνει σπουδές στην Κοινωνιολογία και τη Δημόσια Υγεία και απέκτησε τον διδακτορικό της τίτλο στις Επιστήμες της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Διδάσκει σε σε Α.Ε.Ι. και εργάζεται στη Δημόσια Διοίκηση.
Έχει εκδώσει τα αφηγήματα μικρού μήκους με τίτλο Τα φώτα στο βάθος (Απόπειρα, 2013) με το ψευδώνυμο Niemands Rose και το μυθιστόρημα Ανκόρ (Καστανιώτης, 2015).
Έχει συμμετάσχει στους συλλογικούς τόμους Ανθολόγιον-Ιστολόγιον και Θεατρικό Αναλόγιο Από Κοινού (Όστρια, 2018). Το πρώτο της βιβλίο δραματοποιήθηκε και παρουσιάστηκε στο «Από Μηχανής Θέατρο». Mε το έργο Άλογα διακρίθηκε στο 1ο Φεστιβάλ Θεατρικού Αναλογίου στο «Από Κοινού Θέατρο». To μονόπρακτο Μέρες της Αγίας Βαλπουργίας επιλέχτηκε από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για το Φεστιβάλ «Η δυναμική του ελληνικού λόγου στο θέατρο» (2019).
Διατηρεί το blog «Του κανενός το ρόδο». Έχει δημοσιεύσει πεζά και άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μοιράσου το άρθρο: