ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ο Πωλ Χάνσεν, ο Γαλλο-δανός κεντρικός ήρωας και αφηγητής του μυθιστορήματος Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά, είναι ένας άνθρωπος που ανήκει στην κατηγορία εκείνων που δεν έχουν να παινευτούν για τίποτα ιδιαιτέρως. Δεν είναι πλούσιος, δεν είναι επιφανής, δεν είναι ισχυρός, ούτε διανοούμενος, ούτε επιστήμονας. Είναι ένας απλός επιστάτης σε μεγάλο συγκρότημα κατοικιών στο Μοντρεάλ και πολύ καλός τεχνίτης, ένας άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Εκείνο που, κυρίως, τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η επιθυμία του να «αναλαμβάνει» τους άλλους, όσους το έχουν ανάγκη και το αξίζουν, παίρνοντάς τους αγκαλιά και επιδεικνύοντας μια συμπεριφορά στοργικής μητέρας ή αγαθού αγγέλου. Πράττει ως ανώνυμος συνάνθρωπος, πέραν θρησκείας, πέραν κοινωνικής τάξης, κάνοντας το καλό όχι επειδή έχει χρέος ή επειδή «πρέπει», αλλά υποκινούμενος από ένα σαρωτικό ρεύμα αγάπης. Και πράγματι, πόσο είμαστε γνώστες τούτου του μυστηρίου της αγάπης με τα ελλιπή εφόδια που διαθέτουμε, τόσο τα βιολογικά όσο και τα επιστημονικά; Τι γνωρίζουμε για τη χαρά και τι γνωρίζουμε για την ευτυχία; Και πόση οικειότητα έχουμε με την ακατανίκητη ορμή του έρωτα και της ζωής; Πόση βαθιά συναίσθηση, ότι όταν διακοπεί αυτή η ροή του έρωτα, της αγάπης, τότε όλα τελειώνουν και επέρχεται ο θάνατος;

Ο Πωλ Χάνσεν, σε νεαρή ηλικία, αποχωρίζεται τη μητέρα του και βρίσκει τον δρόμο της ζωής με τη βοήθεια και στήριξη του πατέρα του Γιοχάνες Χάνσεν, ενός Δανού μεταρρυθμιστή πάστορα, ο οποίος σταδιακά χάνει την πίστη του στον Θεό, ομολογώντας ότι ουδέποτε υπήρξε αυθεντικά πιστός, παρά μόνο ένας «υπάλληλος» ή ένας «ηθοποιός», που επέλεξε έναν ρόλο και αγκιστρώθηκε σε αυτόν. Βεβαίως, είναι κάποιος που έχει την εντιμότητα να εγκαταλείψει τη θρησκευτική οργάνωση, τον φετιχισμό και τα μάρκετινγκ της εκκλησίας, τα λατρευτικά τυπικά, δηλαδή όλα όσα μπορούν να καταστρέψουν το αμιγώς πνευματικό. Μέχρι το τέλος του, όμως, θα παραμείνει μέσα στον Ναό, πάνω στον άμβωνα, αλλά πάντοτε με ξεχωριστό τρόπο, όχι ως ρουτινιέρης παπάς, αλλά ως πνευματικός άνθρωπος που ακτινοβολεί έγνοια για το ποίμνιό του, κερδίζοντας εν τέλει τη χαμένη πίστη του, όπως και την έννοια της ιερότητας ως προέκταση της πνευματικότητας. Εκείνο όμως που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία είναι το εξής: ο πάστορας Γιοχάνες Χάνσεν είναι ένας πατέρας που έδωσε στον γιο του τη δυνατότητα να ενηλικιωθεί με τον ορθό τρόπο. Μέσα από αυτήν λοιπόν την πατρική στήριξη, θα ξεπροβάλλει ο ώριμος εαυτός του Πωλ Χάνσεν, ο άνδρας, επιβεβαιώνοντας και την αληθινή κλίση του. Θα γίνει κάτι σαν Καλός Σαμαρείτης, όντας με τη σειρά του εντελώς άθρησκος, μη πιστεύοντας σε κανέναν θεό, σε καμιά βασιλεία θεού, παρά μόνο στην ευνομία της επικράτειας του ανθρώπου. Εδώ, θα μπορούσε κανείς να εκφράσει την απορία του: αφού πρόκειται για άπιστους και άθεους ανθρώπους, για ποιο λόγο όλη αυτή η ιστορία με την πίστη, την ιερότητα, τη θεϊκότητα, την πνευματικότητα, τις εκκλησίες, τα εκκλησιάσματα και όλα τα ρέστα; Εδώ ακριβώς κρύβεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα μυστήρια και μυστικά της συγγραφικής τέχνης του Ντυμπουά.

Πίνακας εξωφύλλου: Γιώργος Μακρής, Η αμμοσκεπής εκκλησία του Σκάγκεν (2020)

Υπάρχει ένα υπόγειο θυμίαμα, όσο και πολύ λεπτό κοσμικό άρωμα, που αναβλύζει και διαχέεται σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου, σε κάθε παράγραφο, σε κάθε λεπτομέρεια αυτής της ιστορίας εγκλεισμού, απομόνωσης, οδύνης, αλλά που συγχρόνως είναι και μια ωδή στην απελευθέρωση και στη λύτρωση. Στον έρωτα πάνω απ’ όλα. Μια ενταφιασμένη στην άμμο εκκλησία στο Σκάγκεν, στη βορειότερη άκρη της Δανίας, στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης, θα είναι η αφετηρία, η αρχή για να ξετυλιχθεί ο μίτος της Αριάδνης, μες στον λαβύρινθο της πολυπλοκότητας της σημερινής πραγματικότητας, όσο και στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου την πρωτοκαθεδρία έχει η πίστη του ανθρώπου, στο τι πιστεύει ο κάθε άνθρωπος και με ποιον τρόπο υπερασπίζεται αυτή την ένταξή του. Περισσότερα επ’ αυτού δεν πρέπει να πούμε, αφήνοντας ακέραιη την έκπληξη για τον αναγνώστη. Το μυθιστόρημα του Ντυμπουά, θα λέγαμε όμως ότι είναι μια σύγχρονη παραβολή, ένας μύθος περί ηθικής, περί πάλης μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ δικαιοσύνης και αυθαιρεσίας, μεταξύ καλοσύνης και θηριωδίας. Επίσης είναι η ιστορία μιας βίαιης ενέργειας και της επακόλουθης τιμωρίας. Ο Πωλ Χάνσεν, από την αρχή του αφηγήματος, θα δεχτεί αδιαμαρτύρητα τον εγκλεισμό του στις φυλακές του Μοντρεάλ (ως δεδιωγμένος ένεκεν δικαιοσύνης), θα υπομείνει το αποπνικτικό και νοσηρό κλίμα της φυλακής (που όμως εν πολλοίς προσομοιάζει με την αποπνικτικότητα και νοσηρότητα της ζωής εκτός φυλακής), όπως θα υπομείνει και την κάθειρξή του διασχίζοντας υποχρεωτικά την οδύνη και το πένθος, τη ζοφερή νύκτα, συνεχίζοντας όμως πάντα να βρίσκεται σε ένα γίγνεσθαι, κι αυτό επειδή εξακολουθεί να αγαπά τους ανθρώπους, διαφεύγοντας έτσι την κατάθλιψη ή τη μελαγχολική νεύρωση. Θα φυλάξει βαθιά μέσα του ολοζώντανη τη μνήμη και την παρουσία των αγαπημένων του νεκρών που έφυγαν με άδικο, πρόωρο θάνατο, θα προσφύγει στον κόσμο του φαντασιακού και θα έρθει κοντά στον όλβιο τόπο του παρελθόντος του, όταν είχε τον πατέρα του, τη γυναίκα του, τη σκυλίτσα του και τη δουλειά του – έναν κόσμο ευάλωτο και εύθραυστο, του οποίου ήδη έχει γνωρίσει τη θνητότητα. Τέλος, θα γίνει φίλος, αληθινός, με τον αλητόβιο και μηχανόβιο συγκρατούμενό του Πατρίκ Ορτόν, έναν άνδρα γίγαντα-θηρίο στην όψη, ένα πληγωμένο και ευάλωτο μικρό παιδί στην πραγματικότητα, που φιλοσοφεί καθημερινώς, με τον εντελώς αφελή, αθώο, παιδιάστικο τρόπο ενός εντελώς ακίνδυνου περιθωριακού προσώπου. Όλα παίζονται, όλα διακυβεύονται, ο άνθρωπος είναι και άγγελος αλλά και κάποιος που κρύβει μέσα του το σαρκοβόρο. Εκείνο που μετρά είναι το καθαρό μυαλό, η ανθρώπινη λογική, και το συναίσθημα, απαλλαγμένο από δηλητήρια ή επουλωτικές αλοιφές. Η λογική ή διαλεκτική, κατά τον Επίκτητο, έχει τρεις χρησιμότητες. Μόνη αυτή μπορεί να μας μάθει να διακρίνουμε τις έλλογες παραστάσεις από τις άλογες, να εφαρμόζουμε τις γενικές έννοιες του καλού και του κακού στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, και να παραμένουμε σταθεροί στις αποφάσεις μας.

Για τη μετάφραση αυτού του μυθιστορήματος δεν μπορώ να πω παρά το εξής: είναι ένα κείμενο εύκολο να διαβαστεί, πολύ δύσκολο να μεταφραστεί. Η δυσκολία έγκειται, κυρίως, στο ότι ο Ντυμπουά μιλά επί παντός του επιστητού, με τον ιδιαίτερο, συνοπτικό, τρόπο του: μιλά για μαθηματικά, στατιστικές, μηχανολογία, χημεία, ορυκτολογία, γεωλογία, ηλεκτρολογία, τεχνολογία γενικώς, γεωπονική, κηπουρική, για τον τζόγο και τον ιππόδρομο, για τον πάγο, για το χιόνι, για την άμμο, για αυτοκίνητα, για αξεσουάρ και εξαρτήματα μοτοσικλετών, για υδροπλάνα και τον τρόπο πλοήγησής τους, για ρότορες αντλιών και ρετζίστρα εκκλησιαστικών οργάνων, για ασφάλειες ζωής και εκτιμήσεις θανάτου, για χόκεϊ επί πάγου και εξτρίμ σπορ, για μουσική, για κινηματογράφο και κινηματογραφικές αίθουσες, για τον τρόπο λειτουργίας των φυλακών, για επαναστάτες και καταπιεσμένους, για την πορνογραφία και… Κατά συνέπεια, είναι ένα μυθιστόρημα που εκτός από πολύ προσεκτικό και αφοσιωμένο μεταφραστή, θέλει έμπειρο και αφοσιωμένο επιμελητή. Ο Θάνος Σαμαρτζής, που είναι και ο εκδότης του βιβλίου, είναι επίσης ένας πολύ έμπειρος επιμελητής κειμένων. Με λίγα λόγια, είχα δίπλα μου εξαιρετικούς συνεργάτες.

Μαρία Γαβαλά

Το μυθιστόρημα του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο κυκλοφορεί, σε μετάφραση της Μαρίας Γαβαλά, από τις Εκδόσεις Δώμα | βιβλία στην Αθήνα (σελ.: 265, τιμή: €18,00).
Τίτλος πρωτοτύπου: Tous les hommes n’habitent pas le monde de la même façon

Ο συγγραφέας:

Ο Ζαν-Πωλ Ντυμπουά (Jean-Paul Dubois) γεννήθηκε το 1950 στην Τουλούζη. Δημοσιογράφος για χρόνια στον Nouvel Observateur. Έχει γράψει καμιά εικοσαριά μυθιστορήματα. Για το μυθιστόρημα Μια γαλλική ζωή (ελλ. τίτλος Ο φωτογράφος της Τουλούζης, εκδ. Διήγηση) τιμήθηκε με τα βραβεία Femina και Fnac. Το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt για το 2019.

Η μεταφράστρια:

Η Μαρία Γαβαλά γεννήθηκε στο Κορωπί Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σκηνοθέτησε κινηματογραφικές ταινίες (μεταξύ άλλων Περί έρωτος-Χρυσάνθη, Το άρωμα της βιολέτας, Το μαγικό γυαλί), έγραψε κριτικές για κινηματογραφικές ταινίες, μετέφρασε θεωρητικά-κινηματογραφικά κείμενα καθώς και λογοτεχνικά έργα. Έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις της Εστίας, δύο λογοτεχνικά βιβλία (μυθιστόρημα-διηγήματα) που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Κέδρος, και δύο μυθιστορήματα από τις εκδόσεις Πόλις. Τελευταίο μυθιστόρημά της, το Κόκκινος Σταυρός, από τις εκδόσεις Πόλις, εκδόθηκε το 2018.

Μοιράσου το άρθρο: