ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

(με ξένα κλειδιά είχε ανοίξει ξένη πόρτα)

Ο δικαστικός επιμελητής Αργύρης Πολυζώης, στο πλαίσιο μιας τυπικής διαδικασίας αποβολής, εισέρχεται σε ένα άδειο διαμέρισμα. Μετά από τα πρώτα βήματα στέκεται εμβρόντητος μπροστά στο θέαμα που αντικρίζει: φωτογραφίες μιας γυναίκας σε αμέτρητες πόζες τον περιβάλουν, τον κοιτάζουν, τον προκαλούν. Αυτό το αλλόκοτο ψηφιδωτό από φωτογραφίες (μια γυναίκα πάνω από μια τούρτα γενεθλίων, μια γυναίκα κρατά στα χέρια σακούλες με ψώνια, σε άλλη φορά μπουρνούζι, σε άλλη ένα έξωμο φόρεμα) συνιστά σχόλιο στον γνωστό στίχο «Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια» της Anne Sexton. Πώς μια γυναίκα κατοικεί ένα σπίτι, πώς κατασκευάζει τη φωλιά της; Πώς κατοικείται η γυναίκα από το σπίτι – εστία και όταν εντέλει φεύγει από το σπίτι αυτό, τι μένει πίσω από τη γυναίκα – εστία;

Η αλλόκοτη ταπετσαρία από φωτογραφίες της ίδιας γυναίκας διαταράσσει τη γεμάτη κανόνες και ρυθμίσεις καθημερινότητα του ήρωα. Βέβαιος ότι πρόκειται για την παλιά κάτοικο Στέλλα Δεληγιάννη, σαγηνεύεται, μπαινοβγαίνει στο σπίτι και την αναζητά επίμονα. Η συνάντησή τους αποδεικνύεται καταλυτική.

«… Δίπλα στην μπαλκονόπορτα, η γυναίκα σε μακρινό προφίλ, βράδυ, σε πρώτο πλάνο οι γάμπες της: μαύρα πέδιλα λουστρίνια με ψηλό τακούνι, μαύρο φουστάνι, κάθεται διαγωνίως με σταυρωμένα πόδια σε μια λευκή βιεννέζικη πολυθρόνα μπροστά σε μια ανοικτή μπαλκονόπορτα, γέρνει προς τα έξω, ακουμπά τη δεξιά παλάμη στο γόνατο, με την αριστερή κρατά ένα τσιγάρο κοντά στο στόμα, τα μαλλιά της ξανθά, μόλις που ακουμπούν στους ώμους. Η πόζα μοιάζει με στιγμιότυπο τελετουργίας, μπορεί και να ήταν η αρχή μιας ακολασίας ή μιας θολής απιστίας, η γυναίκα προσπαθεί να κρύψει και να αποκαλύψει, αντιμαχόμενη τη σιωπή της, το βλέμμα της προσπαθεί μάταια και τρυφερά να αντισταθεί στο βλέμμα του φωτογράφου. Ο Αργύρης στάθηκε ενώπιον της, ενώπιον της εικόνας μέχρι να την χορτάσει, χάιδεψε τη σκόνη από τα πέδιλα, κι ύστερα έφερε τις παλάμες στο πρόσωπο».

Στην ταραγμένη από διαδηλώσεις και βίαια επεισόδια Αθήνα του 2012, ο ήρωας που περιγράφεται με ρεαλιστικούς όρους (πού μένει, τι δουλειά κάνει, ποια είναι η χαρτογραφία των κινήσεων του) ψάχνει ξεχασμένα πτώματα στα αστυνομικά ρεπορτάζ των εφημερίδων, επιθυμεί παλιές και καινούργιες ερωμένες, τις νύχτες πετάει βότσαλα σε φωτισμένα παράθυρα, συνομιλεί με ανίσκιωτους ανθρώπους, συνταξιδεύει με τον πεθαμένο πατέρα του. Μπαίνει σε ένα λαβύρινθο με άγνωστα και οικεία φαντάσματα να τον περιμένουν στους δρόμους, σε νοσοκομεία, σε κινηματογράφους και παλιά μεταλλωρυχεία. Με αφήγηση χαμηλόφωνη, ρεαλιστική, μετατοπισμένη όμως προς το ασύνηθες και το αλλόκοτο, παρακολουθούμε τον ήρωα να ακροβατεί στο όριο της πραγματικότητας και του φανταστικού, στο μεταίχμιο ονειρικού και υπερβατικά γήινου, να βυθίζεται με περίσσεια εσωτερική βεβαιότητα στην υπαρξιακή δίνη του σπασμένου εαυτού.

Σε αντίστιξη με την αγχωτική πορεία του Αργύρη Πολυζώη ένας χορός από στέρεες φωνές οικείων ανθρώπων εκμυστηρεύεται οικογενειακές ιστορίες που ακουμπούν στη σύγχρονη Ιστορία.

«Ο μπαμπάς ήταν δυο μέτρα άντρας κι είχε μακριά χέρια. Ευτυχώς που είχε μακριά χέρια κι έτσι εύκολα με έφτανε από το παραθυράκι. Το παραθυράκι στη σιδερένια πόρτα ήταν πάνω από το μπόι μου. Σήκωνα τα χέρια, εννιά στα δέκα ήμουν τότε, τα κρατούσα τεντωμένα και περίμενα μέχρι ο φύλακας ν’ ανοίξει το παραθυράκι και να πιάσω τα χέρια του μπαμπά. Του παραδίναμε ένα πακέτο με τα χρειώδη: καπνό και βούτυρο Στην πρώτη επίσκεψη, οι δεσμοφύλακες μας έβαλαν να διαλύσουμε τα τσιγάρα για να δουν τι είχαν μέσα. Μετά ξέραμε, καπνός χύμα και βούτυρο χαρακωμένο. Αυτά ώσπου να τον μετακινήσουν. Στη Σιβηρία δεν μπορέσαμε να πάμε. Ήταν τυχερός, έλειψε μόνο ένα χρόνο».

Στο βιβλίο δεν θα είσαι εκεί απέφυγα να ξεδιπλώσω απλώς μια ιστορία με πλοκή, αυτό το κάνουν καλύτερα οι ταινίες. Επιδίωξα να στήσω ένα παιχνίδι για τις παραδεδομένες αντιλήψεις και τις ψευδαισθήσεις για τον χώρο, τον χρόνο, την πλοκή, τους ήρωες. Χρησιμοποίησα στερεότυπα: ένας λευκός εργαζόμενος άντρας, δικαστικός επιμελητής, λίγο μετά τα σαράντα, λίγο μετά το διαζύγιο, αστυγραφία, αισθησιασμός για να πλησιάσω την ανεστιότητα της μοντέρνας ανθρωπογεωγραφίας.

Κατερίνα Παπαντωνίου


Η νουβέλα δεν θα είσαι εκεί της Κατερίνας Παπαντωνίου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος (σελ.:112, τιμή: €9,90).

Πίνακας εξωφύλλου: Δημήτρης Γέρος

H Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου σπούδασε Nομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και εργάζεται ως δικηγόρος. Δημοσιεύει πεζά σε λογοτεχνικά περιοδικά. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Όλα είναι χάος (Πατάκης, 2014) και Ιστορίες Μπονζάι (περ. Πλανόδιον, 2011). Το 2016 κυκλοφόρησε το Σκοτεινό Ασανσέρ, το πρώτο της βιβλίο.

Μοιράσου το άρθρο: