Το παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών στο Διαδίκτυο έχει εκτοξευθεί τους τελευταίους μήνες, με την κληρονομιά να αποτελεί παράπλευρο θύμα της πανδημίας Covid-19, προειδοποιούν οι ειδικοί.

Το 2019, το έργο Athar (Εμπόριο αρχαιοτήτων και Έρευνα για την Ανθρωπολογία της Κληρονομιάς) εντόπισε 90 ομάδες στο Facebook με 300.000 μέλη συνολικά, που εμπλέκονταν σε εμπόριο πολιτιστικών αγαθών. Σύμφωνα με τον Amr Al-Azm, καθηγητή ιστορίας και ανθρωπολογίας της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο Shawnee State στο Οχάιο και συν-διευθυντή του έργου ATHAR, σήμερα, πρέπει να υπάρχουν περίπου 130 τέτοιες ομάδες, πολλές στην αραβική γλώσσα, οι οποίες έχουν πάνω από μισό εκατομμύριο μέλη». Η αύξηση αυτή έχει εν μέρει προκύψει και λόγω της επιτάχυνσης της ψηφιοποίησης του κόσμου που έχει επιφέρει η πανδημία, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων.

«Η πανδημία είναι μάστιγα», αναφέρει στο γαλλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο ο Ερνέστο Οτόνε Ραμίρες, αναπληρωτής γενικός διευθυντής πολιτισμού στην Ουνέσκο. «Αυτό σημαίνει περισσότερες λεηλασίες, λιγότερες πληροφορίες, λιγότεροι έλεγχοι. Η Ιντερπόλ δεν έχει στοιχεία για αύξηση των παράνομων ανασκαφών, όμως καθώς οι προσπάθειες των κυβερνήσεων εστιάζουν στην υγειονομική ασφάλεια, αυτό σημαίνει λιγότερες περιπολίες σε αρχαιολογικούς χώρους οι οποίοι συχνά βρίσκονται μακριά από τις πόλεις», τονίζει ο Κοράντο Κατέσι, συντονιστής του τμήματος Έργων Τέχνης της Ιντερπόλ.

Τον Ιούνιο κατά τη διάρκεια συνάντησης εμπειρογνωμόνων με θέμα την εμπορία αντικών την εποχή του κορονοϊού, ο Ραμίρες αναφέρθηκε σε μια απόπειρα κλοπής κομματιών της Νοτρ Νταμ του Παρισιού, καθώς τα έργα αποκατάστασης είχαν διακοπεί την περασμένη άνοιξη λόγω του γενικού απαγορευτικού που ίσχυε στη Γαλλία. Σε όλο τον κόσμο, οι προτεραιότητες στον τομέα της υγείας έχουν ωθήσει την προστασία της κληρονομιάς στο παρασκήνιο», σημείωσε.

Εξαιτίας των γενικών απαγορευτικών σε πολλές χώρες για την αντιμετώπιση της πανδημίας, πολλά μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι εγκαταλείφθηκαν, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό σε εμπόρους, συλλέκτες, δίκτυα και τρομοκρατικές ομάδες.

Τον Μάρτιο είχε κλαπεί πίνακας του Βαν Γκογκ από μουσείο στο Άμστερνταμ το οποίο ήταν κλειστό για το κοινό επί δύο εβδομάδες. «Ο κλέφτης έφτασε πάνω σε μια μοτοσικλέτα, παραβίασε την πόρτα και έφυγε με τον καμβά! Κάτι που ήταν απλό καθώς δεν υπήρχε φύλακας», λέει ο Κατέσι.

Ωστόσο, οι περισσότερες κλοπές κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ήταν πιθανόν προϊόν παράνομων ανασκαφών στον αραβικό κόσμο, αλλά και στην υποσαχάρια Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Συχνά πρόκειται για κομμάτια αντικειμένων που σημαίνει ότι καταστρέφονται θεμελιώδη στοιχεία», τονίζει ο Ραμίρες.

«Η καταστροφή της ιστορικής αγοράς στο Χαλέπι το 2012 είχε γίνει πρωτοσέλιδο, αλλά, στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη καταστροφή είναι οι λεηλασίες», προσθέτει ο Amr Al-Azm. Ο καθηγητής επισημαίνει ότι με την πανδημία, πολλοί άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους. «Σε περιόδους έντονης αναστάτωσης, οι άνθρωποι επιδιώκουν να επιβιώσουν, ειδικά σε χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές πιέσεις, όπως η Συρία ή ο Λίβανος, για παράδειγμα», εξηγεί.

Από το 2013-2014, πολλοί αρχαιοκάπηλοι επιλέγουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να βρουν τους πελάτες τους: Facebook, WhatsApp, eBay. Μαζί με την ανθρωπολόγο Κέιτι Πολ, επίσης από το πρότζεκτ Athar, αναζητούν ομάδες αρχαιοκαπηλίας στο Facebook, με τη βοήθεια του αλγόριθμου της πλατφόρμας.

Υπό την πίεση τους και μετά από τρία χρόνια συζητήσεων με την Ουνέσκο και άλλους διεθνείς οργανισμούς, το Facebook και η θυγατρική του Instagram τροποποίησαν τα πρότυπα τους τον Ιούνιο για να απαγορεύσουν το παράνομο εμπόριο ιστορικών αντικειμένων μέσω των υπηρεσιών τους.

ΠΗΓΗ: Francetvinfo

 

Μοιράσου το άρθρο: