Με την εικαστική εγκατάσταση «Αυτό που δεν βλέπουμε μας κοιτάζει-τοξικομανείς του Μεσοπολέμου», ο εικαστικός Ηλίας Πούλος παρουσιάζει το αποξενωμένο πρόσωπο του εξαρτημένου μέσα από μία πολυεπίπεδη προσέγγιση του κοινωνικού φαινομένου της εξάρτησης στην Ελλάδα, η οποία επί πολλά χρόνια περνούσε κυρίως μέσα από τα ψυχιατρικά ιδρύματα.

Η εγκατάσταση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2019 προτρέπει το κοινό να υπερβεί τα «τείχη» του ασύλου και ταυτοχρόνως καλεί το άσυλο να κάνει άνοιγμα στην κοινωνία.

Το σπάνιο φωτογραφικό υλικό της εικαστικής εγκατάστασης προέκυψε στο πλαίσιο ευρύτερης έρευνας του κοινωνιολόγου/ερευνητή Δημήτρη Υφαντή σχετικά με την εξάρτηση από ουσίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η Ήρα-Ηλιάνα Παπαδοπούλου.

Ο εικαστικός Ηλίας Πούλος μίλησε στην εκπομπή ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ στην ΕΡΤ1, αλλά και στην Τζένη Χαραλαμπίδου στο ert.gr για την εικαστική εγκατάσταση στο Victoria Square project.

O εικαστικός Ηλίας Πούλος αναφέρει χαρακτηριστικά στο ert.gr και στην Τζένη Χαραλαμπίδου ότι αμέσως μόλις αντίκρυσε για πρώτη φορά τις φωτογραφίες του αρχείου του Δημήτρη Υφαντή τις φαντάστηκε ως μέρος μιας εικαστικής εγκατάστασης. «Είναι τέτοια η δύναμη αυτών των εικόνων που, φθαρμένες, από τον χρόνο σε σημείο που να καθίστανται δυσανάγνωστες, αποτελούν περισσότερο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας των ανθρώπων που απεικονίζουν παρά αναπαράσταση, εκτύπωση σε χαρτί. Ωστόσο, προσεγγίζουν περισσότερο την αλήθεια των προσώπων αυτών απ’ ό,τι θα μπορούσαν να πετύχουν αναλλοίωτα φωτογραφικά πορτραίτα τους. Η αρχική μου σκέψη ήταν ότι οι εικόνες αυτές θα μπορούσαν να εκτεθούν χωρίς καμία παρέμβαση. Εδώ και χρόνια όμως στο καλλιτεχνικό μου έργο κεντρικό ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίο η μνήμη αναπλάθει το παρελθόν όχι ως ενιαία αφήγηση ή πιστή αντανάκλαση μιας υποτιθέμενης ιστορικής αλήθειας, αλλά θραυσματικά. Στην προκειμένη περίπτωση, κοιτάζοντας τα πρόσωπα αυτών των έγκλειστων τοξικομανών της εποχής του Μεσοπολέμου, αισθάνθηκα κάτι της τάξεως του ανοίκειου. Στις εικόνες αυτές, που σε πολλά σημεία ήταν φαγωμένες από την υγρασία, τρυπημένες από την καρφίτσα που τις επισύναπτε σε άλλα τεκμήρια, σκισμένες κατά λάθος έτσι όπως βρίσκονταν για δεκαετίες στοιβαγμένες μαζί με άλλες, ήταν σαν να είχα ήδη παρέμβει. Σαν να είχε στηθεί μια συνομιλία ανάμεσα σ’ αυτούς τους τυραννισμένους από το πάθος για το τοξικό άντρες και γυναίκες της ταραγμένης εκείνης περιόδου της ελληνικής ιστορίας, που διψούσαν για λίγη γαλήνη και την αναζήτησαν στη νάρκωση του νου και των αισθήσεων, και στους αντάρτες που τους διαδέχθηκαν λίγα χρόνια μετά, τον καιρό του Εμφυλίου, όπως γέροντες πια ατενίζουν το θεατή, όταν τους φωτογράφισα πολλές δεκαετίες αργότερα και στη συνέχεια έφτιαξα φωτογραφικές συνθέσεις με τα κατακερματισμένα τους πρόσωπα, επιδιώκοντας να αναδείξω τον αναπόφευκτα αποσπασματικό χαρακτήρα της μνήμης μας. Στις συνθέσεις των ανταρτών από την «Ανθρωπογεωγραφία» και τις «Εξόριστες Μνήμες» οποιαδήποτε προσδοκία πληρότητας, αντίληψης της ολότητας του απεικονιζόμενου πρέπει να πενθηθεί, ενώ στη «Μνημοσύνη», το τρίτο μέρος της τριλογίας στην οποία δούλευα τα τελευταία 10 χρόνια, ο θεατής καλείται να δεχθεί να αφήσει το βλέμμα του να περιπλανηθεί σε ένα μωσαϊκό θραυσμάτων, όπου τα χαρακτηριστικά των προσώπων συχνά δεν διακρίνονται από στοιχεία της φύσης του τόπου όπου έλαβαν χώρα οι μάχες του εμφύλιου πολέμου. Στα ιατρικά τεκμήρια που αποτελούν οι φωτογραφίες των τοξικομανών του αρχείου η φθορά των εικόνων έχει επέλθει ακούσια. Υποτίθεται ότι όφειλαν να πιστοποιούν την ταυτότητα αυτών που υποβάλλονταν σε φωτογράφιση και κατόπιν εγκλείονταν για αποτοξίνωση, επειδή προσπαθούσαν να συντηρήσουν μια ψευδαίσθηση υπαρξιακής πληρότητας μέσα από την «αρρώστια» τους. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, οι απεικονιζόμενοι ενσαρκώνουν τον «άλλο» της κοινωνίας τους, και από αυτήν την άποψη οι περιθωριακοί χρήστες ουσιών του Μεσοπολέμου, έγκλειστοι στην ετεροτοπία του ψυχιατρείου, συναντούν τους εκτοπισμένους αντάρτες που ηττήθηκαν στην ίδια ζώνη απαγόρευσης και κοινωνικού αποκλεισμού. Και οι μεν και οι δε είναι αυτό που η κοινωνία τους δεν θέλει να ξέρει για την ένοχη συνείδησή της. Και οι μεν και οι δε έχουν στερηθεί τη φωνή, την πρόσβαση στον δημόσιο χώρο και λόγο. Βουβοί, γίνονται ολόκληροι βλέμμα, ένα βλέμμα που μας κοιτάζει από το τυφλό σημείο της δικής μας γωνίας θέασης, καθρεφτίζοντάς μας τη σκοτεινή όψη του πολιτικού και ποινικού πολιτισμού του τόπου μας», δηλώνει ο εικαστικός.

Η εικαστική πρόταση του καλλιτέχνη αφορά στην κατασκευή μιας αίθουσας η οποία είναι σκοτεινή. Στους τοίχους υπάρχουν εκτυπωμένες λεπτομέρειες των φωτογραφιών του αρχείου και καθρέφτες. Προς την έξοδο από την αίθουσα ακούγεται ένας μετρονόμος που χτυπά στον ρυθμό μιας ανθρώπινης καρδιάς, στον ρυθμό του ελάχιστου ήχου που υποδηλώνει την παρουσία ζωής πριν την απόλυτη σιωπή. Πριν μπουν στην αίθουσα οι θεατές παίρνουν ένα αναμμένο κερί, που το φως του θα τους επιτρέπει να ανακαλύψουν τα έργα. Ο κάθε θεατής, ανάλογα με τη διαδρομή που επιλέγει να κάνει μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, συναντά κάποια από τα πρόσωπα του αρχείου και ενίοτε βλέπει τη δική του μορφή αποσπασματικά στον καθρέφτη δίπλα ή πίσω από τα χαρακτηριστικά των προσώπων. Όπως στην ψυχαναλυτική συνθήκη, ο αναλυόμενος «προχωρώντας στα σκοτεινά» έρχεται αντιμέτωπος με τα μορφώματα του ασυνειδήτου, με αυτό που θα προτιμούσε να αγνοεί για να προστατεύσει την ακεραιότητα του ναρκισσισμού του, έτσι και στην εν λόγω εγκατάσταση ο θεατής καλείται να έρθει αντιμέτωπος με την εικόνα του «φαρμακού» που αντιπροσωπεύει ο τοξικομανής στην νεωτερικότητα. Μαζί με τον ψυχικά ασθενή και τον παραβάτη του νόμου, κατηγορία στην οποία συχνά συγκαταλέγονταν και οι πολιτικά αντιφρονούντες, υφίστανται την ίδια μοίρα του εγκλεισμού, συμβολίζοντας την κοινωνική και ηθική έκπτωση.

Το στερεότυπο για τον τοξικομανή κατά το πρώτο ήμισυ του 20oυ αιώνα έφερε ακόμα επάνω του ευκρινή τα σημάδια της τρέλας και του εγκλήματος. Παραβατικοί, ψυχασθενείς, τοξικομανείς, από τη μία πλευρά κρυμμένοι πίσω από τους τοίχους των ασύλων, αθέατοι, κι από την άλλη πιο ορατοί από οποιονδήποτε, εκτεθειμένοι καθώς ήταν διαρκώς στο μικροσκόπιο με το οποίο οι νεοσύστατες τότε επιστήμες της ψυχιατρικής και της εγκληματολογίας τους παρατηρούσαν και αρχειοθετούσαν την εικόνα τους με στόχο να τους μελετήσουν και να τους ταξινομήσουν. Από αυτήν την άποψη, η εικόνα του τοξικομανούς, όπως διασώζεται ως μαρτυρία μιας άλλης εποχής και φτάνει σε μας με την καθησυχαστική αύρα της ιστορικότητάς της, μπορεί να λειτουργήσει σαν παραμορφωτικός καθρέφτης όλων των λογοκριμένων εκδοχών του εαυτού, αυτών με τις οποίες αρνούμαστε πεισματικά να συνδιαλαγούμε.

Η εγκατάσταση πλαισιώνεται από δύο συζητήσεις ανοιχτές στο κοινό.

8 Ιουνίου 2019, στις 19:30-21:00: Συζήτηση: «Η χρήση και η εξάρτηση από τοξικές ουσίες ως αντικείμενο έρευνας και καλλιτεχνικής δημιουργίας». Συμμετέχουν: Κωνστάνς Αθανασιάδου, ψυχαναλύτρια, Γιώργος Χρ. Ζέρβας, σκηνοθέτης, Βίκυ Μαλισόβα, ψυχαναλύτρια, Ήρα-Ηλιάνα Παπαδοπούλου, κοινωνιολόγος, επιμελήτρια, Ηλίας Πούλος, εικαστικός, Δημήτρης Υφαντής, κοινωνιολόγος ερευνητής. Aκολουθεί βραδιά με ρεμπέτικα τραγούδια που αναφέρονται στη χρήση απαγορευμένων ουσιών.

26 Ιουνίου 2019 (Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών) στις 20:00-21:15: Προβολή του ντοκιμαντέρ του Γιώργου Χρ. Ζερβά «Τώρα κάνω όνειρα»

26 Ιουνίου 2019 στις 21:20-22:30: Συζήτηση: «Η θεραπευτική αντιμετώπιση των εξαρτήσεων σε αόριστο και ενεστώτα χρόνο». Συμμετέχουν: Φοίβος Ζαφειρίδης, ψυχίατρος, πρώην αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ και επιστημονικός υπεύθυνος του Προγράμματος Προαγωγής Αυτοβοήθειας του ΑΠΘ, Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος, πρώην επιστημονική υπεύθυνη προγράμματος 18 Άνω/ΨΝΑ, Δημήτρης Πλουμπίδης, ψυχίατρος, πανεπιστημιακός.


Info 

«Αυτό που δεν βλέπουμε μας κοιτάζει»

  • Πού: Victoria Square project, Ελπίδος 13, Πλατεία Βικτωρίας
  • Εγκαίνια: 8 Ιουνίου 2019, 19:00
  • Διάρκεια: 8-30 Ιουνίου 2019

Μοιράσου το άρθρο: